Η καρδιά του

Άκουσε την πόρτα να κλείνει απότομα και την μάνα του να φωνάζει. Ο Νίκος σκέφτηκε ότι πάλι είχε πιει και τσακωνόταν με κάποιον γκόμενο. Άλλαξε πλευρό και κοίταξε τα αδέρφια του που κοιμούνταν στο ίδιο δωμάτιο. Ευτυχώς δεν ξύπνησαν και αυτά. Ο Διονύσης ήταν δύο χρόνια μικρότερός του, στα δεκατέσσερα και η Λένα, η μικρή τους, στα δώδεκα. Σκεπάστηκε ολόκληρος με το σεντόνι και κάλυψε και το κεφάλι του, λες και θα έφτιαχνε έτσι ένα καταφύγιο. Μακριά από όλα όσα περνούσε.

Δέκα χρόνια ήταν που πέθανε ο πατέρας τους. Δέκα χρόνια που έβλεπε την μάνα του, την Αργυρώ, να χάνεται, να γίνεται μια άλλη. Μια αρρώστια του στέρησε τον πατέρα του και μετά μια άλλη, το ποτό, του στέρησε και την μάνα του. Παρούσα και απούσα ταυτόχρονα, τι πράγμα να είναι εκεί μόνο το σώμα της… Ο Νίκος, σαν μεγαλύτερος, έπρεπε να τους στηρίξει όλους. Να πηγαίνει σχολείο, να διαβάζει τα μικρότερα, να φροντίζει να υπάρχει ένα πιάτο φαΐ στο τραπέζι και να μην τρώει όλη τη σύνταξη του πατέρα του στα ποτά η Αργυρώ. Να την καλύπτει στα μικρά, ειδικά στο Λενιώ, που έβλεπε τόσους άντρες να μπαινοβγαίνουν στο σπίτι τους. Να δίνει εκείνος το καλό παράδειγμα. Γιατί απλά η μάνα τους, όπως την ήξεραν, δεν υπήρχε πια. Ο Νίκος ξεσκεπάστηκε απότομα και άκουγε. Για τα παιδιά τσακώνονταν. Δεν του το είχε πει. Εκείνος γύρισε να της επιστρέψει μια ζακέτα που ξέχασε στο αμάξι του. Μάλλον είδε τις κούκλες που είχε αφήσει στο τραπεζάκι η μικρή. Και έγινε έξαλλος που του το έκρυψε. Ο Νίκος είχε πατήσει πόδι και είχε επιβάλει να μην ξαναμπεί άντρας μέσα στο σπίτι μετά τον τελευταίο που πήγε να απλώσει τα χέρια του στο Λενιώ.

Το επόμενο μεσημέρι, ενώ διάβαζαν στο τραπέζι της κουζίνας, χτύπησε ξανά η πόρτα. Ο Νίκος έστειλε τα αδέρφια του στο δωμάτιο, τα οποία έστησαν αυτί στην πόρτα. Άνοιξε και είδε έναν πανύψηλο άντρα, με μακριά μούσια, τζιν και μπότες και σγουρά μαλλιά πιασμένα σε κότσο. Ήταν πολύ μικρός μπροστά του, αλλά είχε μάθει να τα βάζει με θηρία.

«Τί θέλετε;» ρώτησε ο Νίκος.

Ο άντρας κρατούσε ένα κουτί ζαχαροπλαστείου με κορδέλα τυλιγμένο και μια ανθοδέσμη που φαινόταν από κήπο.

«Ήθελα να ζητήσω συγγνώμη για την φασαρία χτες. Είναι εδώ η Αργυρώ;»

Ο Νίκος έκανε στην άκρη και την έδειξε που κοιμόταν στον καναπέ με ένα άδειο μπουκάλι κρασί στην αγκαλιά της. Περίμενε ότι ο άντρας θα τα αφήσει και θα φύγει. Αλλά αυτός σήκωσε και μια τσάντα από το πάτωμα και είπε ότι είχε φέρει φαγητό. Η μυρωδιά έφτασε στην μύτη του Νίκου και τον δελέασε. Μύριζε υπέροχα και ήταν ακόμα ζεστό. Τον κάλεσε μέσα, αλλά είχε στο νου του πού είχε κλειδωμένη την καραμπίνα του πατέρα του. Ξύπνησε την μάνα του και φώναξε τα αδέρφια του να φάνε. Ο άντρας μετά μάζεψε τα πιάτα και τα έπλυνε κιόλας. Δεν μιλούσαν καθόλου μεταξύ τους και η ατμόσφαιρα ήταν παράξενη. Ύστερα βγήκε το ζευγάρι στην βεράντα με ένα μπουκάλι κρασί.

«Δώσε μου το, ρε Μπίλη», φώναζε η Αργυρώ που δεν την άφηνε να πιει κι άλλο ποτήρι.

«Φτάνει τόσο. Πήγαινε να κάνεις ένα μπάνιο και θα σε περιμένω», είπε απαλά και σταθερά με την βραχνή φωνή του.

«Καλά, πάω. Αλλά να μην είσαι εδώ όταν γυρίσω», είπε απότομα εκείνη.

Ο Μπίλης όμως γύριζε ξανά και ξανά. Για να της κρατάει το χέρι να μην πιει άλλο, για να φέρνει ζεστό φαΐ και γλυκά στα παιδιά και μια ανθοδέσμη από τον κήπο του να στολίζει το τραπέζι της κουζίνας. Άντεξε πέντε χρόνια τις απιστίες της, τα νεύρα της, τις φωνές της, την απελπισία της. Ο Νίκος τελείωσε το λύκειο και δούλευε σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων. Ο Διονύσης δούλευε σε μια ταβέρνα στην πόλη. Έμεναν ακόμα και οι δύο στο σπίτι για να προσέχουν την Λένα. Είχε αρχίσει να βγαίνει συχνά με τις φίλες της και να μην ενδιαφέρεται για το σχολείο. Οι βαθμοί της έπεφταν και τα αγόρια πάλευαν να την βοηθήσουν να τελειώσει το λύκειο. Ήταν και ένα αγόρι που της είχε πάρει τα μυαλά και ο νους της ήταν μόνο σε αυτόν.

«Δεν θέλω να γίνει σαν τη μάνα μας», είπε ένα βράδυ ο Διονύσης.

Ο Νίκος ήπιε μια γερή γουλιά ουίσκι και φύσηξε τον καπνό μακριά. Κοίταξε το ποτήρι του και το στριφογύρισε στην παλάμη του.

«Ούτε εμείς», μουρμούρισε.

Ένα βράδυ η Αργυρώ δεν γύρισε σπίτι. Το μεσημέρι εμφανίστηκε στην ώρα του ο Μπίλης φορτωμένος με τα καλούδια του. Έφαγαν τα παιδιά και εκείνος βγήκε στην βεράντα και πήγαινε πάνω κάτω μιλώντας στο τηλέφωνο. Τα παιδιά άρχισαν να τσακώνονται. Η Λένα ήταν ένα βήμα πριν τις εξετάσεις και δεν είχε ανοίξει βιβλίο. Τους ανακοίνωσε ότι ήθελε να παντρευτεί με το αγόρι της. Εκείνοι της δήλωσαν ότι θα τελείωνε το σχολείο πρώτα. Και ας έκανε ότι ήθελε μετά.

«Η μαμά είναι στο νοσοκομείο», δήλωσε ο Μπίλης και μάζεψε τα πράγματά του. «Φεύγω, ποιος θέλει να έρθει μαζί μου;»

Τα παιδιά σηκώθηκαν όλα και τον ακολούθησαν. Η Αργυρώ είχε τρακάρει το βράδυ και ήταν στην εντατική σε κρίσιμη κατάσταση. Ήλπιζαν σε ένα θαύμα. Ο Μπίλης ήταν όλη μέρα μαζί της στο νοσοκομείο και τα αγόρια ανέλαβαν πάλι το σπίτι. Σχολούσαν από την δουλειά και έβαζαν κάτω την Λένα να διαβάσει. Έδωσε εξετάσεις και πέρασε σε όλα τα μαθήματα. Μόνο ο Νίκος πήγαινε πού και πού να δει την μάνα του. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να το ζητήσει από τα αδέρφια του. Ήταν επιλογή τους. Επιλογή που πονάει είναι η συγχώρεση, σαν να τραβάς το αγκάθι που σου κάρφωσε άλλος στην καρδιά και την μάτωσε. Και τι θα την κάνεις μετά μια λαβωμένη καρδιά;

Η Αργυρώ πέθανε εννιά μήνες μετά. Αποφάσισαν τελικά να πάνε όλοι όταν τους ειδοποίησε ο γιατρός. Τότε που άρχισε να φουσκώνει η κοιλιά της Λένας. Πέρασαν από το ένα σοκ στο άλλο. Το αγόρι της συστήθηκε στα αδέρφια της και ζήτησε την ευχή τους. Τον πέρασαν από χίλια κύματα και τα άντεξε όλα ο νεαρός. Είχε τελειώσει την σχολή του, είχε καλή δουλειά στην εταιρία του πατέρα του, ήταν ήσυχος και ευγενικός νέος. Είχε δικό του σπίτι στην πόλη για να ζήσουν εκεί. Κανείς δεν έκανε νύξη να μην κρατήσει το μωρό. Γιατί ήξεραν από πρώτο χέρι ότι τα παιδιά δεν φταίνε ποτέ. Θα ήταν δίπλα της σε όλα. Το μόνο θέμα ήταν ότι η Λένα ήθελε να παντρευτεί πριν γεννήσει. Και τα αγόρια δεν είχαν φράγκο στην άκρη. Ούτε ήθελαν να τα αναλάβει όλα η οικογένεια του νέου. Μια αδελφή είχαν. Και είχαν περάσει και αυτοί μαζί της χίλια κύματα.

Ο Μπίλης μπήκε μπροστά και πήρε τον νεαρό και τον πήγε στην πόλη, στο πιο καλό μαγαζί να διαλέξει κοστούμι. Πήγε και διάλεξε τα ωραιότερα λουλούδια, τα αγαπημένα της Λένας. Πλήρωσε αυτός τις μπομπονιέρες και κανόνισε το τραπέζι για όλους τους καλεσμένους της. Στην πρόβα, επέμενε αυτός να πάρει και το νυφικό. Την είδε να στροβιλίζεται χαρούμενη ντυμένη στα λευκά και σκίρτησε η καρδιά του. Αυτό έπρεπε να είναι. Ευτυχισμένη. Αυτό της άξιζε. Τα αγόρια συνεννοήθηκαν και μάζεψαν λεφτά να πάρουν ένα καινούργιο κοστούμι για τον Μπίλη. Θα το πήγαιναν στο σπίτι του να του κάνουν έκπληξη.

«Παρακαλώ, τι θέλετε;» ρώτησε η γυναίκα που άνοιξε την πόρτα.

Τα αγόρια σάστισαν. Ο Διονύσης νευρίασε αλλά ο Νίκος του έριξε ένα βλέμμα να μην πει τίποτα. Ένα αγοράκι ξεπρόβαλε από πίσω της και τους κοίταζε.

«Είναι εδώ ο Βασίλης;» ρώτησε ήρεμα ο Νίκος.

«Ο Μπίλης!» διευκρίνισε ο Διονύσης, ανυπόμονος που δεν ήθελε να πιστέψει ότι όλα ήταν ένα ψέμα.

«Όχι. Μήπως λέτε τον προηγούμενο ιδιοκτήτη; Είναι ένας μήνας που αγοράσαμε το σπίτι. Το πούλησε. Δεν ξέρω όπως πού μένει τώρα».

«Συγγνώμη για την ενόχληση», είπαν με κατεβασμένο το κεφάλι.

«Νόμιζα ότι μας εξαπάτησε».

«Διονύση, το κατάλαβα. Ήταν ο μόνος που εμπιστευτήκαμε. Αλλά η πίστη θέλει αφοσίωση. Εσύ βράζεις ολόκληρος».

«Και τι να κάνω, ρε Νίκο; Νόμιζα ότι ήταν η γυναίκα του και το παιδί του».

«Δεν είναι όλοι ίδιοι. Και εκείνος το απέδειξε πολλές φορές. Και τώρα είναι η σειρά μας».

Τα αγόρια έμαθαν ότι ο Μπίλης πούλησε το σπίτι για να πληρώσει τον γάμο της Λένας. Και ότι ένα μήνα τώρα κοιμόταν στο αγροτικό του. Τον έπιασαν και τον έφεραν πίσω.

«Είναι σπίτι σου εδώ τώρα», του είπαν.

Στον γάμο, η νύφη βγήκε από το αυτοκίνητο και περίμενε. Τα αγόρια πήγαν στον Μπίλη που καθόταν μέσα και του είπαν ότι τον χρειάζεται η Λένα. Εκείνος σηκώθηκε ταραγμένος και βγήκε έξω.

«Τι είναι κορίτσι μου;» της έπιασε τα χέρια.

«Σε περίμενα», τον έπιασε αγκαζέ και εκείνος φούσκωσε από περηφάνια.

Μαζί ανέβηκαν τα σκαλιά της εκκλησίας και την παρέδωσε στον γαμπρό. Τα αγόρια κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν. Ήταν ένας πολύ όμορφος γάμος. Γιατί ήταν ήσυχες οι ψυχές τους.

Το μωρό το ονόμασαν Δημήτρη, το όνομα του μπαμπά της. Ένα χρόνο μετά παντρεύτηκε και ο Νίκος και ο Διονύσης, δύο αδελφές, πολύ καλές γυναίκες. Με τα υπόλοιπα χρήματα ο Μπίλης ανακαίνισε και επέκτεινε το σπίτι για να χωρέσουν όλοι. Είπε τότε στα αγόρια ότι θα ήταν καλύτερα να φύγει για να έχουν τον χώρο τους. Εκείνα είχαν μαζέψει χρήματα και έβαλαν να χτιστεί ένα ακόμα δωμάτιο, το δικό του. Συγκινήθηκε γιατί ούτως ή άλλως δεν ήταν αίμα τους.

Πέρασε άλλος ένας χρόνος και μόλις βάφτισαν το πρώτο, η Λένα έμεινε έγκυος στο δεύτερο παιδί της. Όταν ήρθε η ώρα να γεννήσει, ντύθηκαν, στολίστηκαν και πήγαν όλοι στο μαιευτήριο φορτωμένοι δώρα. Ο Μπίλης καθόταν πίσω πίσω και καμάρωνε το κορίτσι. Η Λένα τον φώναξε να πάει κοντά της.

«Να το και το δεύτερο αγόρι μας», του είπε και το έβαλε στην αγκαλιά του. «Ο Βασίλης μας», τον κοίταξε στα μάτια.

«Το όνομά μου…»

«Ναι, το δικό σου».

«Μα… Γιατί; Δεν είμαι αίμα», ψιθύρισε και τα δάκρυα έτρεχαν πάνω στο κουβερτάκι του μωρού.

Γιατί μπορεί να μην ήταν συνδεμένος μαζί τους με το αίμα, αλλά σίγουρα ήταν συνδεμένος μαζί τους με την καρδιά του. Η καρδιά του τους χώρεσε όλους μέσα, βούτηξε μέσα στα σκοτάδια τους και τους έβγαλε έξω στο φως. Η καρδιά του ήταν η αιτία που γέμισαν και οι δικές τους με αγάπη.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading