Στη σκηνή, ένα παλιό κάθισμα.
Ο Αρλεκίνος, κάθεται, κρατά το μαντολίνο του κι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.
Το φως απαλό.
Μιλά στο κοινό ή σ’ έναν απόντα αγαπημένο;
“Δεν μιλάω πολύ. Μόνον με νότες ή με βλέμματα που ξεγλιστρούν κάτω απ’ το μακιγιάζ μου. Το πρόσωπό μου, άσπρο πανί με μαύρες γραμμές. Κάτω απ’ αυτό, κάθε λύπη μου γίνεται τέχνη. Κάθε σιωπή μου ένα τραγούδι. Κανείς δεν καταλαβαίνει πόσο βαραίνει η καρδιά όταν γελάει το πρόσωπό μου.
Το τριαντάφυλλο, το έκοψα σήμερα. Άνθισε μόνο του, κάπου στο πλάι της σκηνής. Και το μαντολίνο.. Αχ, το μαντολίνο μου! Δεν παίζει για το πλήθος. Παίζει για σένα. Οι χορδές, το τριαντάφυλλο, το μακιγιάζ, όλα μου είναι για σένα.
Μη με φοβηθείς, μη λυπηθείς. Δεν είμαι κλόουν. Είμαι ένας έρωτας που δε γέλασε ποτέ φανερά. Κι εσύ, δεν φάνηκες πάλι απόψε…”.
Το σκοτάδι δεν είναι ποτέ απόλυτο, πάντα αφήνει μια γραμμή, ένα περίγραμμα, μια μνήμη από φως να αιωρείται. Κάπου, στις άκρες της σκηνής, ακούγεται ακόμη η αναπνοή του.
Ίσως είναι η δική μας φαντασία, ίσως είναι το ίδιο το ξύλο της σκηνής του θεάτρου που θυμάται βήματα και ψιθύρους και δεν θέλει να τα αφήσει να χαθούν.
Ο Αρλεκίνος δεν κουνιέται. Το κεφάλι του χαμηλά, οι ώμοι βαραίνουν, σαν να κουβαλούν τα ανέκφραστα “σ’ αγαπώ” όλου του κόσμου που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Το μαντολίνο, μένει ακουμπισμένο στα γόνατά του κι επάνω του, το κόκκινο τριαντάφυλλο που σχεδόν φλέγεται μέσα στο μισοσκόταδο.
Ο Αρλεκίνος, δε σηκώνει το βλέμμα. Μα αν μπορούσες να δεις αυτό το βλέμμα, θα έβλεπες δυο μάτια που δεν ανήκουν σε γελωτοποιό. Ανήκουν σ’ έναν άνθρωπο που έμαθε να κρύβει τον εαυτό του μέσα σε κάθε ρόλο, όπως το δάκρυ κρύβεται μέσα στο γέλιο.
Συνεχίζει να μιλά…
“Ήρθα εδώ νωρίς απόψε, να κουρδίσω τις χορδές, να βάλω ξανά τις μαύρες γραμμές γύρω απ’ τα μάτια. Ξέρεις, κάθε φορά τις ζωγραφίζω λίγο διαφορετικά. Σα να ψάχνω ποια γραμμή θα σε φέρει πίσω. Σαν να είναι κώδικας. Σαν να λες… αν βρω το σωστό σχέδιο, αν πετύχω το σωστό τόξο στο βλέμμα, θα ανοίξει η πόρτα και θα μπεις”.
Η φωνή του σπάει…
Όχι πολύ, μόνον όσο χρειάζεται για να προδοθεί η αλήθεια.
“Μα η πόρτα δεν άνοιξε. Ούτε χθες, ούτε προχθές, ούτε σήμερα. Και τότε σκέφτομαι… Μα φταίω εγώ; Ή μήπως η μουσική;”
Τα δάχτυλά του αγγίζουν τις χορδές, μα δεν παίζουν ακόμη.
Είναι σαν να τις ψηλαφεί για να θυμηθεί…
“Όταν γελάω στη σκηνή”, συνεχίζει, “δεν γελάω για μένα. Το γέλιο αυτό, μένει μόνον όσο χρειάζεται για να σου το δώσω και μετά φεύγει. Το πρόσωπό μου, επιστρέφει στη φυσική του ησυχία κι αυτή η ησυχία… είναι βαριά. Πιο βαριά από το πιο θλιμμένο τραγούδι”.
Αναστενάζει… και για μια στιγμή, φαίνεται να κοιτά προς το κενό των καθισμάτων.
Ίσως να βλέπει τις σκιές των θεατών.
Ίσως να φαντάζεται το πρόσωπο που περιμένει καιρό, εκεί… κάπου στην τρίτη σειρά.
“Σου θυμίζει τίποτα αυτό;” λέει και τραβά απαλά μια χορδή.
Ο ήχος βγαίνει λεπτός, εύθραυστος.
Μια δεύτερη νότα τον ακολουθεί και μια τρίτη.
Σαν να “υφαίνει” ένα μονοπάτι από ήχους που οδηγεί κατευθείαν σ’ εκείνο το πρόσωπο.
“Έμαθα να παίζω μόνο για σένα”, ψιθυρίζει. “Για το πλήθος, οι νότες είναι ένα παιχνίδι. Για σένα, είναι η αλήθεια μου. Και κάθε φορά που δεν έρχεσαι, μένει το τραγούδι μετέωρο, σαν φράση που δεν ειπώθηκε ποτέ…”.
Κλείνει τα μάτια.
Σιωπή.
Μονάχα ένα φως τρεμοπαίζει από το παρασκήνιο.
“Σου φύλαξα το τριαντάφυλλο”, λέει μ’ ένα παιδικό χαμόγελο. “Το έκοψα σήμερα, λίγο πριν πέσει το φως, μου φάνηκε πως κι αυτό σε περίμενε μονάχο του, στη γωνιά, μακριά απ’ όλα τα άλλα. Ίσως γιατί τα λουλούδια ξέρουν από αναμονή. Ξέρουν από σιωπή. Μου θύμισε εμένα”.
Σκύβει και αγγίζει απαλά τα πέταλά του, σαν να φοβάται πως θα μαδήσουν, ίσως από ένα βλέμμα.
“Δεν ξέρω πια αν σ’ αγαπώ όπως παλιά ή αν σ’ αγαπώ όπως αγαπιέται ένας μύθος. Κάτι που δεν υπάρχει πια, μα η καρδιά το κρατά για να μην ξεχάσει πώς είναι η αγάπη. Κι αν αύριο, δεν φανείς… θα παίξω πάλι… και πάλι… Μέχρι να σβήσει η φωνή του μαντολίνου ή να σβήσω εγώ”.
Τώρα οι νότες ξεκινούν στ’ αλήθεια.
Αργές, βελούδινες, με μικρά σκαλοπάτια σιωπής ανάμεσά τους.
Μουσική που μοιάζει να σκάβει τον αέρα και να αφήνει μονοπάτια για κάποιον να τα ακολουθήσει.
Η σκηνή δεν φωτίζεται πια παρά μόνον από μια λεπτή, χρυσή ακτίνα που πέφτει στα χέρια του.
Το πρόσωπό του μένει σχεδόν στο σκοτάδι…
Μονάχα το λευκό του μακιγιάζ, αστράφτει σαν φεγγάρι που προσπαθεί να θυμηθεί την πανσέληνο.
“Θα σου πω ένα μυστικό”, συνεχίζει. “Η τέχνη δεν με σώζει, μ’ εξαπατά. Με κάνει να πιστεύω πως σε φτάνω, ενώ εσύ είσαι κάπου αλλού, ή μήπως πουθενά; Ίσως η τέχνη να είναι απλά μια διαδρομή…”.
Σταματά, κοιτά το κοινό σαν να το βλέπει για πρώτη φορά.
“Κι όμως, αν ερχόσουν… αν ερχόσουν, θα πετούσα κάτω το μαντολίνο, θα έβγαζα το μακιγιάζ με τα χέρια, θα σου μιλούσα με τη δική μου φωνή, όχι μ’ αυτή που έμαθα να παριστάνω. Θα σου έλεγα… ‘Μη φύγεις ποτέ ξανά, Αλλά…’ -σηκώνει το τριαντάφυλλο, το κοιτά σα να προσπαθεί να του δώσει ζωή- ‘…αλλά πάλι δεν ήρθες’.
Ένα τελευταίο ακόρντο. Μακρύ, τρυφερό που μοιάζει να πέφτει στο πάτωμα και να σπάει σε χίλια μικρά κομμάτια.
Ο Αρλεκίνος μένει πάλι ακίνητος. Ακουμπά το τριαντάφυλλο επάνω στο μαντολίνο. Σφίγγει τα δάχτυλά του γύρω από τον λαιμό του οργάνου, σαν ν’ αγγίζει έναν παλιό φίλο που υπήρξε μάρτυρας όλων.
Σιγά-σιγά, το φως συρρικνώνεται γύρω του, ώσπου μένει μια μόνο κουκίδα, σαν καρδιά που χτυπάει για τελευταία φορά.
Κι ύστερα… σκοτάδι!
Οι θεατές μένουν στις θέσεις τους, κάπου μέσα τους είναι βέβαιοι πως εκείνος ο θλιμμένος Αρλεκίνος, ακόμα κάθεται εκεί, στο παλιό κάθισμα, με το μαντολίνο και το τριαντάφυλλο.
Περιμένοντας…
Λίλη Λέζου
