Μανώλης & Βαρβάρα – “Πυρετός και… πανικός”

– Γύρισα! είπε με τραγουδιστή δυνατή φωνή ο Μανώλης μπαίνοντας στο σπίτι

Σιωπή… Καμία απάντηση. “Πού στο καλό πήγε τέτοια ώρα;” μονολόγησε κοιτώντας το κινητό του. “Και τα φώτα όλα ανοιχτά! Ε βέβαια, πληρώνει το κορόιδο…” πήγε να πει, αλλά τις σκέψεις του διέκοψε κάτι σαν… φωνή απ’ την κρεβατοκάμαρα.

– Εδώ! ακούστηκε αχνά η Βαρβάρα

– Εκεί; Πού εκεί; Ξάπλωσες κιόλας; είπε ο Μανώλης και κατευθύνθηκε με γρήγορα βήματα προς την κρεβατοκάμαρα

Βρήκε τη Βαρβάρα ξαπλωμένη, κουκουλωμένη με μια καφέ μάλλινη κουβέρτα και ίσα που φαινόταν τα μάτια της. Στο κομοδίνο δεξιά της ένα μισογεμάτο ποτήρι με χυμό, ένα μισοάδειο μπουκαλάκι νερού κι ένα κουτί παυσίπονα.

– Βαρβαρούλα μου…; είπε απορημένος και την πλησίασε

– Βάνα, Μάνο μου! Βάνα! Και βγάλε τα παπούτσια σου, μην πάθω και υστερία εκτός από πυρετό!

– Πυρετό;;; ούρλιαξε σχεδόν ο Μάνος, αρρωστοφοβικός από πάντα

– Παπούτσια! διέταξε με όσο πιο σκληρό ύφος μπορούσε η Βαρβάρα και έβγαλε το θερμόμετρο απ’ τη μασχάλη της, προσπαθώντας να δει τη θερμοκρασία

– Φέρτο εδώ! της είπε έντονα και το άρπαξε απ’ το χέρι της, φέρνοντάς το μπροστά στο πρόσωπό του

Τα χέρια του έτρεμαν, θαρρείς και κρατούσε ωρολογιακή βόμβα. Κοιτούσε μια το θερμόμετρο και μια τη γυναίκα του.

– Τι;

– Τι;;; Τι, τι ρε Βαρβάρα;;; Ξέρεις τι λέει εδώ;;; 38,9 κορίτσι μου! Τι θα κάνουμε τώρα; Να πάρω την Τόνια, αυτή θα ξέρει…

– Η Τόνια είναι έγκυος! Δεν θα την φέρεις εδώ! τσίριξε η Βαρβάρα

– Σωστά! Και ποιον να πάρω; Να πάρω τη μάνα σου; είπε με απελπισμένο ύφος

– Να πέσει ο δικός μου πυρετός και ν’ ανέβει η δική σου πίεση! είπε με εξίσου απελπισμένο ύφος η Βαρβάρα. Μωρό μου, απλά αρρώστησα λίγο, θα συνέλθω, μην τρελαίνεσαι! τον μάλωσε

– Σχεδόν 39 πυρετό έχεις! Κοντά 40! είπε και γούρλωσε τα μάτια

– Οριακά 42! Πάρε το γραφείο κηδειών! προσπάθησε να χασκογελάσει παρά την εμφανή ταλαιπωρία στο πρόσωπό της η Βάνα

– Το ποιο;;; Μη λες τέτοια ρε Βαρβάρα!

– Βάνα! προσπάθησε να τσιρίξει εκείνη, μα η φωνή της ακούστηκε σαν απότομο φρένο φορτηγού

– Βάνα, ναι, Βάνα! Και τι κάνουμε τώρα κυρία Βάνα; Να πάρω το γιατρό;

– Να μην πάρεις κανέναν. Θα συνέλθω…

– Ωραία, ωραία! Στάσου να οργανωθούμε… έξυσε το μέτωπό του ο Μανώλης. Κοτόσουπα και χυμό, ναι; Ναι! Πάω να στύψω πορτοκάλια και να πάρω τη μάνα μου να μου πει πώς γίνεται η κοτόσουπα. και πριν προλάβει να απαντήσει η Βαρβάρα, βγήκε σαν σίφουνας απ’ την κρεβατοκάμαρα

“Δεν θα πάει καλά αυτό, το νιώθω…” μονολόγησε η Βαρβάρα και κουκουλώθηκε λίγο καλύτερα με την καφέ κουβέρτα.

Αρκετή ώρα αργότερα κι ενώ η Βαρβάρα είχε ήδη αποκοιμηθεί, την ξύπνησε ο ήχος της πόρτας. Ήταν ο Μανώλης που προσπαθούσε να ισορροπήσει κουβαλώντας έναν μεγάλο δίσκο και πήγαινε προς το μέρος της.

– Είσαι καλύτερα Βαρβ… Βάνα μου; Έφτιαξα κοτόσουπα και σου έστυψα και ρόδια.

– Ρόδια; Πού τα βρήκες; ανασηκώθηκε λίγο απ’ το κρεβάτι εκείνη

– Τα έκλεψ… τα δανείστηκα δηλαδή απ’ την κυρία Μερόπη δίπλα. Ήταν φορτωμένη η ροδιά της και πολλά κλαδιά ήταν στη δική μας αυλή και…

– Άμα σε πάρει χαμπάρι… γέλασε εκείνη και κάθισε στο κρεβάτι, περιμένοντας να της αφήσει το δίσκο στα πόδια της. Τι είναι αυτό; ρώτησε με γουρλωμένα μάτια κοιτώντας το περιεχόμενο του δίσκου

– Κοτόσουπα με μπόλικο λεμόνι, που έχει βιταμίνη C και φρεσκοστυμμένος χυμός ροδιού! είπε γεμάτος περηφάνεια ο Μανώλης, περιμένοντας προφανώς τα συγχαρητήρια απ’ τη γυναίκα του. Σου έβαλα και λίγα παξιμάδια αν θες να κάνεις παπάρα! συνέχισε

– Παπάρα; ρώτησε σαστισμένη η Βαρβάρα. Κι αυτά τα… αυτά τα κομματάκια μέσα στο… ζουμί;

– Δεν είχαμε κοτόπουλο και για να μη σε αφήσω μόνη και πάω στο σούπερ μάρκετ, έβαλα κάτι κοτομπουκιές που είχες στην κατάψυξη!

– Κοτομπουκιές… παναρισμένες…;

– Τι; Δεν κάνει; Κοτόπουλο είναι κι αυτό ρε Βάνα! Έλα φάε, πρέπει να συνέλθεις! επέμεινε εκείνος κι έπιασε το κουτάλι να την ταΐσει.

Η… κοτόσουπα, δεν τρωγόταν και ο χυμός είχε μέσα όλα τα κουκούτσια του ροδιού, μιας και δεν σκέφτηκε ο Μάνος να τη στραγγίσει, η Βαρβάρα όμως έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια να μη του δείξει πως είχε αποτύχει παταγωδώς. Δεν ήθελε να τον αποθαρρύνει, εξάλλου ήταν τόσο γλυκό που ήθελε να την περιποιηθεί!

Όταν έφαγε όσο μπορούσε η Βαρβάρα, ο Μανώλης, σήκωσε το δίσκο απ’ τα πόδια της και της χαμογέλασε ευχαριστημένος.

– Για αύριο θα σου φτιάξω λαπά! δήλωσε αποφασισμένος και βγήκε απ’ το δωμάτιο

– Αυτό είναι για τη γαστρεντερίτιδα… ψιθύρισε εκείνη και έπεσε με δύναμη στο κρεβάτι, σίγουρη πια πως μέχρι να συνέλθει θα ήταν το πειραματόζωο σε κάθε αποτυχημένη (προφανώς) προσπάθεια να της μαγειρέψει

*****

Δυο μέρες μετά κι ενώ οριακά την άφηνε να σηκωθεί για να πάει στην τουαλέτα, η Βαρβάρα ένιωθε ήδη καλύτερα. “Δεν μπορείς να φανταστείς τι έχω φάει! Κοτόσουπα με κοτομπουκιές, χυμό ροδιού τίγκα στα κουκούτσια, λαπά με μπασμάτι και τρία ολόκληρα λεμόνια μέσα, για τη βιταμίνη C, λέει. Χαμομήλι με 7 κουταλιές της σούπας μέλι, αν έχεις το Θεό σου! Μέχρι γιουβέτσι μου έφτιαξε με κομματάκια χοιρινού, που βρήκε στην κατάψυξη. Σουβλάκια ήταν Τόνια μου! Σουβλάκια! Τίγκα στο λίπος! Ευτυχώς που είχε βγάλει τα ξυλάκια δηλαδή! Τι να σου πω; Ο πυρετός έπεσε, αλλά το στομάχι μου είναι… Σε κλείνω, έρχεται!” είπε απότομα και έκρυψε το κινητό κάτω απ’ το μαξιλάρι της.

– Βαρβαρούλα μου, φεύγω για τη δουλειά. Είσαι πολύ καλύτερα, αλλά δεν θέλω να σηκωθείς καθόλου, ναι; Θα φροντίσω να γυρίσω νωρίς και σου έχω κάτι σπέσιαλ για φαγητό! Ψαρόσουπα! Σηκώθηκα νωρίς νωρίς κι έβρασα καλά το ψάρι… 3 ώρες το έβρασα… λιώνει στο στόμα σου λέω! Κι όταν γυρίσω θα βάλω μέσα και λαχανικά και θα σου φέρω ζεστή ζεστή σουπίτσα! Έχω ήδη πλύνει κι έχω καθαρίσει μανιτάρια, ντομάτα, αγγουράκι και κάτι πράσινο που είχες στο ψυγείο… μαρούλι ήταν; δεν ξέρω. Θα σε γεμίσω βιταμίνες, καρδερίνα μου! Μέχρι να συνέλθεις θα έχω γίνει Πετρετζίκης! της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο, χωρίς να προσέξει τα γουρλωμένα μάτια της και βγήκε απ’ το δωμάτιο.

Η Βαρβάρα κούνησε το κεφάλι της πέρα δώθε. Δεν μπορεί να τα εννοούσε όλα αυτά! Ακούγοντας την εξώπορτα να κλείνει, σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και πήγε με αργά βήματα στην κουζίνα. “Αγγουράκι στην ψαρόσουπα και ψάρι που έχει βράσει 3 ώρες;;;” σκεφτόταν, μέχρι που άνοιξε την πόρτα της κουζίνας κι έμεινε άφωνη! Η στοίβα με τα άπλυτα πιάτα οριακά ακουμπούσε τα ντουλάπια της κουζίνας. Στον πάγκο και στο τραπέζι, υπήρχαν φλούδες από ρόδια, αγγούρια και μανιτάρια, ψαροκόκαλα, λεμονόκουπες, άδεια και μισογεμάτα σακουλάκια από διάφορα τρόφιμα και παντού υπήρχαν χυμένα λάδια. Στο πάτωμα υπήρχαν πεσμένες σακούλες με διάφορα άδεια κουτιά… Ένα χάος! Αναστέναξε και σήκωσε μανίκια, έπρεπε να επαναφέρει την κουζίνα της στη φυσιολογική της κατάσταση πριν επιστρέψει ο Μανώλης και την κλειδαμπαρώσει πάλι στην κρεβατοκάμαρα.

*****

Όταν ο Μανώλης μπήκε στο σπίτι, το μεσημέρι, βρήκε την Βαρβάρα ξαπλωμένη στον καναπέ να χαζεύει τηλεόραση.

– Γιατί σηκώθηκες καρδούλα μου; της είπε και κοίταξε γύρω του. Το σπίτι ήταν καθαρό και τακτοποιημένο κι απ’ την κουζίνα έβγαιναν μυρωδιές φρεσκοψημένου φαγητού και βανίλιας.

– Είμαι τελείως καλά αγάπη μου! του χαμογέλασε εκείνη και του έκανε νόημα να καθίσει δίπλα της. Τόσες μέρες σε κούρασα πολύ να με περιποιείσαι και είπα να σε ξεκουράσω. Συμμάζεψα λίγο… ξερόβηξε. Καθάρισα και κάτι ελάχιστα που είχες αφήσει στην κουζίνα… ξερόβηξε ξανά. Και σκάρωσα κι ένα κέικ και παστίτσιο…

– Παστίτσιο… έγλειψε τα χείλη του εκείνος ενθουσιασμένος. Και η ψαρόσουπα; ψέλλισε

– Είπα μην πάθουμε καμιά υπερβιταμίνωση με τόσα λαχανικά που είχες ετοιμάσει… του είπε όσο πιο σοβαρά μπορούσε. Τόσες μέρες υγιεινά… και οι δυο… τόνισε τις τρεις τελευταίες λέξεις

– Ε ναι… σήκωσε τα μάτια στο ταβάνι ο Μανώλης, προσπαθώντας να κρύψει το ένοχο βλέμμα του

– Μόνο τα σκουπίδια δεν κατέβασα, μπορείς να το κάνεις εσύ, έτσι δεν είναι; Στο μπαλκόνι άφησα τη σακούλα, μπορείς να την κατεβάσεις; Ελαφριά είναι… γεμάτη με άδεια κουτιά από πίτσες, μακαρονάδες και burgers… τον κοίταξε με νόημα.

– Ε δεν τρώγονταν αυτά που έφτιαχνα ρε Βαρβάρα! Προσπάθησα πολύ να τρως εσύ υγιεινά, αλλά εγώ δεν μπορούσα να τα φάω ρε κορίτσι μου! Εντάξει, το παραδέχομαι, χάλια είμαι στην κουζίνα! κατέβασε το βλέμμα σαν δαρμένο κουτάβι ο Μανώλης

Η Βαρβάρα τον κοίταξε αυστηρά και μετά του χαμογέλασε: “Δεν πειράζει Μάνο μου, θα με αποζημιώσεις στα υπόλοιπα δωμάτια…” του είπε και τον φίλησε τρυφερά στα χείλη.

***Αν θα ήθελες να διαβάσεις κι άλλες ιστορίες με την Βαρβάρα & τον Μανώλη, πάτα ένα like!***

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading