Το Σπίτι των Πνευμάτων

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα απόμερο χωριό που είχε μάθει να ζει με τον φόβο, υπήρχε ένα σπίτι. Όλοι το ήξεραν, κανείς δεν το πλησίαζε. Οι πέτρες του είχαν μαυρίσει σαν να τις έγλειφε φωτιά, τα παράθυρά του άνοιγαν και έκλειναν από μόνα τους, και τα δέντρα γύρω του έγερναν, λες και δεν άντεχαν πια να στέκονται όρθια. Το φώναζαν «το Σπίτι των Πνευμάτων».

Δεν ήταν ιστορίες για να φοβίζουν τα παιδιά. Ήταν ψίθυροι που περνούσαν από στόμα σε στόμα, από γιαγιά σε μάνα και από μάνα σε κόρη. Όλοι το ήξεραν: στο σπίτι εκείνο ζούσε μια μάγισσα. Όχι απ’ αυτές που φτιάχνουν βοτάνια για τον βήχα ή χαρμάνια για να βγάλεις γλωσσίδι. Αυτή εδώ ήξερε λόγια παλιά, λέξεις απαγορευμένες, μυστικά που δεν έπρεπε να ειπωθούν.

Κι όλα τα ’μαθε για έναν και μόνο λόγο: τον έρωτα.

Είχε αγαπήσει έναν άντρα με μανία. Τον ήθελε δικό της, σώμα και ψυχή. Μα εκείνος δεν την αγάπησε ποτέ. Τον τάισε μαγείες, τον πότισε φίλτρα που μύριζαν γλυκό κρασί και πικρό δηλητήριο μαζί. Έκλεψε ρούχα του, φωτογραφίες, τρίχες, ό,τι μπορούσε να βρει. Κάθε μαύρο φεγγάρι στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη της και τον καλούσε με δαιμόνια. Έταζε την ίδια της την ψυχή, μόνο και μόνο για να τον δει να υποφέρει.

Μα εκείνος έφυγε. Ούτε τα ξόρκια ούτε οι κατάρες τον κράτησαν. Έφυγε μακριά και δεν κοίταξε ποτέ πίσω.

Κι η μάγισσα γέμισε μίσος.

Έδεσε ψυχές. Κάλεσε πνεύματα να τη βοηθήσουν. Φυλάκισε φωνές μέσα σε καθρέφτες, σε παλιά κουτιά, σε γυάλες που γυάλιζαν στη σοφίτα. Οι χωριανοί έλεγαν πως, αν πλησίαζες το σπίτι μετά τα μεσάνυχτα, άκουγες θρήνους, σαν μπλουζ παιγμένο σε σπασμένη κιθάρα: βαθύ, βρώμικο, γεμάτο παράπονο.

Η γιαγιά μου έλεγε: “Όταν ανακατεύεσαι με τα πίτουρα, σε τρώνε οι κότες”.

Κι η μάγισσα δεν τα ’χε υπολογίσει καλά. Γιατί ο δαίμονας που καλούσε, εκείνος που της έκανε τα χατίρια, είχε πράξει πολλές φορές για χάρη της, αλλά αντάλλαγμα δεν είχε πάρει. Κι οι δαίμονες δεν ξεχνούν. Τα συμβόλαια ψυχής δεν είναι παιχνίδι· κι αν δεν ξέρεις τι κάνεις, τον ήπιες φίλε.

Μια νύχτα, ο δαίμονας άνοιξε πύλη μέσα στο σπίτι. Από εκεί ξεχύθηκαν παρασιτικές οντότητες, σκεπτομορφές που τρέφονταν με φόβο, αμφιβολία, απελπισία. Η ώρα της πληρωμής είχε φτάσει. Δεν παίζουν οι δαίμονες με αυτά.

Στην αρχή ήταν αργά. Ένα σαράκι που την έτρωγε μέσα της. Φόβος, τύψεις, αμφιβολίες. Έβλεπε σκιές εκεί που δεν υπήρχαν. Άκουγε βήματα στις σκάλες ενώ δεν ανέβαινε κανείς. Έβλεπε το πρόσωπο του άντρα που αγάπησε να φεύγει ξανά και ξανά με άλλη γυναίκα, να την εγκαταλείπει στην αιωνιότητα.

Μα μετά άρχισε το πραγματικό μαρτύριο.

Ο δαίμονας έγινε μαύρη σκιά. Παντού μύριζε θειάφι και καμμένη σάρκα. Το σπίτι γέμισε σκοτάδι και απόγνωση. Η μάγισσα πάγωσε ολόκληρη.

– Μου χρωστάς την ψυχή σου, γρύλισε ο δαίμονας. Ήρθα να την πάρω.

Η μάγισσα έμεινε στήλη άλατος. Από την πύλη έμπαιναν κι άλλες οντότητες, δαιμόνια που χτυπούσαν το μυαλό της σαν σφυριά. Τα μάτια της άδειασαν. Έτρεμε, παραμιλούσε, ούρλιαζε.

Τα παράθυρα άνοιγαν και έκλειναν με μανία. Ουρλιαχτά αντηχούσαν παντού. Έγραφε με τα νύχια το πρόσωπό της, έσκιζε τα μάτια της για να μη βλέπει, να μην ακούει. Μα ο δαίμονας εξαγριώθηκε.

– Θα δεις, θες δε θες. Ήρθε η ώρα να πληρώσεις. Ό,τι ζήτησες να πάθει ο εχθρός σου, θα το πάθεις δέκα φορές χειρότερα. Αυτός είναι ο νόμος και τον ήξερες!

Και τότε βρυχήθηκε. Ένα βραχυκύκλωμα τίναξε τα ηλεκτρικά του σπιτιού· σπίθες, καπνοί, βροντές. Η μάγισσα, νομίζοντας πως θα τον ξεγελάσει, πήρε μαχαίρι και κάρφωσε τα μάτια της. Ούρλιαζε και γελούσε, αίμα και κομμάτια παντού. Τυφλή πια, πήρε φόρα και πήδηξε από τον πάνω όροφο.

Πέθανε ακαριαία.

Νόμιζε πως τον ξεγέλασε. Μα η ψυχή της, με τόσο πόνο που είχε σκορπίσει, πέρασε κατευθείαν στην κόλαση. Εκεί την περίμενε φατρία δαιμόνων να την βασανίζει στην αιωνιότητα.

Κι εκεί, παίζοντας σε ριπλέι το μεγάλο της λάθος, έβλεπε ξανά και ξανά τον άνθρωπο που ήθελε να φεύγει με άλλη. Έβλεπε τον εαυτό της να καρφώνει τα μάτια με το μαχαίρι, να ουρλιάζει χωρίς τέλος. Αυτό ήταν το τραγούδι της πια: ένας ατελείωτος κύκλος πόνου, ένα μπλουζ από σάρκα και αίμα.

Κι ο δαίμονας κάθισε στον θρόνο του, αναπαυτικά. Δίπλα του στάθηκε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ.

– Πολύ λυπάμαι που πρέπει να υποφέρει έτσι, είπε ο Μιχαήλ. Αλλά δεν μαθαίνει.

Ο δαίμονας χαμογέλασε με δόντια μαύρα σαν σίδερο καμένο.
– Είχε πολλές επιλογές να σταματήσει και να κάνει πίσω. Μα δεν έκανε ποτέ. Εγώ δεν λυπάμαι καθόλου. Πες στον Πατέρα ότι η ψυχή της είναι δεσμευμένη… για πάντα.

Κι έτσι έμεινε το Σπίτι των Πνευμάτων. Άδειο μα ποτέ άδειο. Κανείς δεν το πλησιάζει. Κανείς δεν μιλάει δυνατά γι’ αυτό. Μα όταν φυσάει ο άνεμος και περνά μπροστά του, ακούς ακόμα τα ουρλιαχτά, σαν παλιό μπλουζ που παίζει σε χαλασμένο πικάπ.

Το τραγούδι της μάγισσας δεν τελειώνει ποτέ…

Βασιλική Γκόγκα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading