«Αύριο παντρεύομαι, το καταλαβαίνεις; Σταμάτα να με παίρνεις τηλέφωνο. Σταμάτα να μιλάς για εμένα. Σταμάτα να ρωτάς για εμένα. Θέλω να με διαγράψεις από τη μνήμη σου. Σαν να μην υπήρξα ποτέ. Πάρε τη καρδιά σου και τα μυστικά της και δώσε τα σε κάποια άλλη», του έκλεισε απότομα το τηλέφωνο και έβαλε τα κλάματα.
Ο Στέλιος πέταξε το κινητό στο κρεβάτι και ετοίμασε βιαστικά μια βαλίτσα. Πετούσε ρούχα και έγγραφα χωρίς να κοιτά τι βάζει μέσα. Την επόμενη μέρα την πήρε πάλι τηλέφωνο. Και την άκουσε ξανά.
«Τι άλλο θες, αφού στα έδωσα όλα; Ήρθες στην ζωή μου σαν άνεμος και έτσι να φύγεις. Ήρθες στην ζωή μου και μου έδωσες ελπίδα και όνειρα που ήθελα να τα πραγματοποιήσω όλα μαζί σου. Κάναμε ταξίδια ο ένας στο σώμα του άλλου, βρήκαμε καταφύγιο στις ψυχές μας, χτίσαμε τοίχους να μην μπορεί κανείς να τους περάσει και να μπει στον παράδεισο μας. Ξέρω κάθε σημείο του κορμιού σου, σαν έναν χάρτη που σχεδίασα εγώ. Ξέρω κάθε σημείο της καρδιάς σου, σαν ένα δώρο που ήρθε στα χέρια μου χωρίς να το ζητήσω. Ξέρω πού θέλει να πάει ο νους σου πριν το μάθεις εσύ. Και εσύ το ίδιο για εμένα. Για εμένα. Για εμένα άφησες τον τόπο σου, τους φίλους σου, την οικογένειά σου, σαν πουλί πέταξες στην ζεστασιά της πνοής μου, σαν να ήταν το μόνο που σου έδινε ζωή. Και μετά; Μετά χάθηκες σαν ένα όνειρο που με ξύπνησε απότομα. Για πέντε ολόκληρα χρόνια! Μου έμεινε μόνο η αίσθηση ότι κάποτε έζησα κάτι μαγικό σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει πραγματικά. Ήταν κάτι αληθινό από όλα αυτά; Ο άντρας που ορκιζόταν στα πόδια μου σαν να ήμουν το πιο πολύτιμο πλάσμα στον κόσμο. Ο άντρας που αρκούσε να ρίξω μια ματιά πάνω του για να ταρακουνηθεί όλη μου η ύπαρξη. Επέβαλες την παρουσία σου πάνω μου. Διέταζες την καρδιά μου. Σε ήθελε κάθε κομμάτι του εαυτού μου. Δικός μου, μόνο δικός μου. Και μετά ήρθε η πραγματικότητα. Μυστικά στην δουλειά, μυστικά στην οικογένειά σου, μυστικά εδώ, μυστικά εκεί. Με προστάτευες, έλεγες και για αυτό τα έκρυβες. Εγώ λέω ότι φοβόσουν να σε γνωρίσω. Δεν ήθελες να δω ότι έχεις αδυναμίες. Ότι δεν είσαι ο τέλειος άντρας που έβλεπαν τα μάτια μου. Ότι δεν μπορείς να ελέγξεις το καθετί γύρω σου. Ότι χρειάζεσαι μία ανάσα. Ότι το βάρος ήταν μεγάλο. Οι ευθύνες σε βάρυναν τόσο, που οι ώμοι σου δεν άντεξαν άλλο. Ένιωσες λίγος να κάνεις το αυτονόητο. Να μοιραστείς! Μόνο τα κρατούσες μέσα σου, μέχρι που έσκασες. Αρρώστησες. Δεν μου είπες ότι ήρθαν και σε πήραν οι δικοί σου, ούτε πού σε πήγε η οικογένεια σου. Το έμαθα από άλλους. Ήξεραν οι ξένοι και δεν ήξερα εγώ. Ήθελαν να σε κρύψουν. Σε κλινικές σκοτεινές, με φάρμακα βαριά. Ντράπηκαν που ο γιος τους έπεσε. Έπεσε ένας άντρας. Τι ντροπή, ε;»
Ο Στέλιος κόλλησε το ακουστικό στην καρδιά του. Έκλαιγαν βουβά και αυτός και αυτή.
«Να ξέρεις ότι δεν με άφηναν να σε δω. Το απαγόρεψαν, αποφάσιζαν πλέον αυτοί για εσένα. Τι γινόταν εκεί μέσα, ο Θεός ξέρει. Μου είπαν δεν είσαι πια ο ίδιος και δεν θα είσαι ποτέ ξανά. Θα ζεις με φάρμακα, θα έχεις άλλες συνήθειες, θα έχεις ειδικό πρόγραμμα, θα είσαι για πάντα άρρωστος. Έμαθα ότι πήγες να πεθάνεις. Δύο φορές. Πώς μπόρεσες να θες να βάλεις τέλος στην ύπαρξη που αγάπησα; Εγωιστικό; Ναι! Ναι, ήθελα να ζήσεις για εμένα. Ήθελα να παλέψεις για εμένα. Αφού δεν ήθελες να το κάνεις για τον εαυτό σου. Και μετά… Έμαθα ότι είχες σχέση με την νοσοκόμα σου. Έτσι μου είπαν. Είχες όντως; Βλέπεις, ρωτούσα και εγώ για εσένα. Ώσπου σταμάτησα. Το πήρα απόφαση ότι όλα τελείωσαν. Τελείωσε η πρώτη φάση του έρωτα, που δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα χέρια μας ο ένας από τον άλλον, που όλος ο κόσμος ήταν στα πόδια μας, όλη η ζωή ένα πάρτι. Τελείωσε και η δεύτερη φάση της απομάκρυνσης, της αποξένωσης, της ασθένειάς σου, η αναζήτηση της αλήθειας, η απόγνωση, η απογοήτευση και η συνειδητοποίηση. Ότι όλα αλλάζουν. Όλα τελειώνουν. Το παραμύθι μου με βαρούσε στο πρόσωπο με τις σελίδες του. Και αποφάσισα να προχωρήσω. Να προσπαθήσω να βρω ξανά την αγάπη. Να βρω ξανά τον εαυτό μου».
«Τον αγαπάς;»
«Μίλησες επιτέλους. Καλή ερώτηση όμως. Θες την αλήθεια; Δεν βρήκα τίποτα τελικά. Δεν τον ερωτεύτηκε κάθε κομμάτι μου. Δεν φαντάζομαι όλη μου τη ζωή μαζί του και χαμογελάω. Σκεφτόμουν ότι χρειάζομαι επειγόντως μια σανίδα σωτηρίας. Αν σου πω όμως ότι και αυτός τα ξέρει; Και δεν τον νοιάζει. Και αυτός για να καλύψει τα δικά του θέλει να με παντρευτεί. Ίσως τελικά η αγάπη είναι μόνο στα παραμύθια. Τι κι αν μοιάζεις με πρίγκιπα και εγώ με πριγκίπισσα. Μπορούσαμε να σώσουμε ο ένας τον άλλον. Μπορούσε να νικήσει η αγάπη μας. Σωστά;»
Ο Στέλιος δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει. Πώς έχανε τον χρόνο μέσα στην φωνή της. Πώς η χροιά της μάγευε τα αυτιά του. Έλιωνε ολόκληρος μόνο που φανταζόταν το πρόσωπό της. Το χαμόγελό της. Τότε την έκανε συνέχεια να γελά. Σαν παιδί ξεκαρδιζόταν μέχρι να της κοπεί η ανάσα. Ο τρόπος που περπατούσε σαν να ήταν μέσα σε μια φούσκα που θα σταματούσε όλα τα βέλη. Ο τρόπος που μιλούσε, σαν να έβγαιναν μελωδίες από τα χείλη της. Πώς μπόρεσε να πληγώσει αυτό το πλάσμα; Πώς μπόρεσε να της κλέψει αυτό το γέλιο; Πώς κατάφερε να την κάνει να περπατά σκυφτή με όλες τις πληγές της στην πλάτη; Πώς κατάφερε να την κάνει να αμφιβάλει για την αγάπη τους; Το μέγα έγκλημα του έρωτα είχε διαπράξει. Δεν μπορούσε να το αντέξει αυτό. Έγραψε ένα γράμμα και αποχαιρέτησε τους γονείς του. Έφτασε στο νησί. Θα πήγαινε στον αγαπημένο του βράχο. Εκεί θα τελείωναν όλα.
«Νίκη!»
Άκουσε καλά; Έπαιζε πάλι παιχνίδια ο νους της και ο αέρας έφερνε την φωνή του στα αυτιά της; Δεν μπορεί να την πείραζε και εκεί το μυαλό της, στον βράχο, εκεί που πήγαινε για να εξομολογείται στην θάλασσα, στον ουρανό, στο Θεό, εκεί στο τελευταίο μέρος που της είχε μείνει. Σηκώθηκε και κοίταξε τριγύρω. Τον είδε! Φώναξε με όλη της την δύναμη το όνομά του. Έτρεξε και έπεσε πάνω του. Τον άγγιζε παντού να δει ότι είναι αληθινός. Εκείνος την έσφιγγε στο στήθος του. Εκεί μέσα που ήταν η θέση της.
«Μου έκανες κάποιες ερωτήσεις που πρέπει να στις απαντήσω και να σε κοιτάζω. Όχι, δεν το καταλαβαίνω ότι θες να παντρευτείς κάποιον άλλον εκτός από εμένα. Τι άλλο θέλω; Εσένα θέλω! Ναι, ήταν όλα αληθινά. Κάθε φιλί, κάθε άγγιγμα, κάθε λέξη, καθετί που σε έκανα να νιώσεις. Όχι, δεν είχα σχέση μαζί της. Δεν είχα καμία άλλη μετά από εσένα. Ναι, μπορούσε να νικήσει η αγάπη μας. Ακόμα μπορεί. Πέσαμε, αλλά μπορούμε να σηκωθούμε. Ναι, χίλιες φορές ναι! Μόνο να το θες ακόμα. Να είμαι δικός σου, μόνο δικός μου. Να είσαι δική μου, μόνο δική μου. Μόνο αν το θες».
«Χίλιες φορές ναι!» φώναξε πριν τον φιλήσει και ορκιστεί αιώνια πώς αυτή η αγάπη είχε πια νικήσει.
CC
