Ο ήλιος είχε χαθεί πίσω από ένα γκρίζο πέπλο καπνού. Ο αέρας ήταν πυκνός, βαριά μυρωδιά καμένου πλανιόταν παντού κι η σιωπή που ακολούθησε τον θόρυβο της φωτιάς έμοιαζε αφύσικη. Η Άννα στεκόταν στην άκρη του καμένου λόφου και κοιτούσε. Εκεί που χθες υπήρχε μια θάλασσα από πράσινο, τώρα απλώνονταν κορμοί μαυρισμένοι, κλαδιά σπασμένα, στάχτη…
Στα παιδικά της χρόνια, αυτό το δασάκι ήταν το κρυφό της βασίλειο. Ήξερε κάθε μονοπάτι, κάθε πεύκο, κάθε ξέφωτο όπου οι αχτίδες του ήλιου έπεφταν χρυσές. Τώρα έμοιαζε σαν να είχε πεθάνει κάτι πολύ παλιό και αγαπημένο. Σκούπισε τα μάτια της με την ανάστροφη του χεριού της. Στάχτη είχε απλωθεί παντού, στο χώμα, στα φύλλα που είχαν γλιτώσει την πρώτη φλόγα, ακόμα και στα παπούτσια της Άννας που βυθίζονταν στο μαλακό, γκρίζο στρώμα. Ο αέρας μύριζε καμένο ξύλο και κάτι ακόμα πιο πικρό… σαν να είχε ψηθεί η ίδια η γη!
Ήταν η πρώτη φορά που η Άννα γύριζε στο δασάκι της, μετά τη μεγάλη φωτιά. Από μακριά, της είχε φανεί σαν ένας σκοτεινός λόφος χωρίς ζωή. Από κοντά όμως, ήταν χειρότερα. Κάθε δέντρο, άλλο όρθιο σαν σκελετός, άλλο σωριασμένο, μαρτυρούσε πως εδώ κάποτε υπήρχε ζωή. Ο ήλιος περνούσε ανεμπόδιστα, γιατί δεν υπήρχε πια σκιά να σταματήσει το φως.
Περπάτησε προσεκτικά, ακούγοντας το τρίξιμο της στάχτης κάτω από τα βήματά της. Δεν υπήρχε πουλί, ούτε έντομο, ούτε φύλλο να σαλεύει. Η σιωπή δεν ήταν μόνον έλλειψη ήχου, ήταν κάτι βαρύτερο, σαν να είχε κοπεί ένα νήμα που ένωνε τον τόπο με τον χρόνο. Έσκυψε και άγγιξε έναν κορμό που είχε σκάσει από τη θερμότητα. Το χέρι της γέμισε μαύρη σκόνη. Στην αφή δεν υπήρχε τίποτα που να θυμίζει το παλιό πεύκο που έστεκε εκεί, ούτε το άρωμα της ρητίνης, ούτε τον ήχο από τις βελόνες του, όταν φυσούσε.
Θυμήθηκε πώς ήταν το δασάκι στα παιδικά της χρόνια… Τα μονοπάτια που μύριζαν υγρό χώμα, τις πεταλούδες που ακολουθούσε τρέχοντας, τις ώρες που ξάπλωνε στο γρασίδι κι άκουγε μόνο τα πουλιά. Θυμήθηκε ακόμα και τις μέρες που περνούσε αδιάφορη από δίπλα του, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα να δει την ομορφιά του. Όλα αυτά είχαν καεί μαζί με τα δέντρα… Πιο πέρα, σ’ ένα χαμηλό σημείο, η φωτιά είχε περάσει με μανία. Το έδαφος ήταν σκαμμένο από ρίζες που είχαν καεί μέχρι μέσα. Ανάμεσα στις στάχτες όμως, υπήρχαν μικρά πράσινα φυλλαράκια. Μικροσκοπικά, αλλά πεισματάρικα, έσπαγαν την ομοιομορφία του γκρίζου. Η αντίθεση ήταν σχεδόν βίαιη… Η ζωή και ο θάνατος στο ίδιο τετραγωνικό μέτρο.
Λένε πως τα δέντρα δεν έχουν νεύρα όπως οι άνθρωποι, άρα δεν μπορούν να πονέσουν όταν καίγονται. Μα η Άννα ήξερε πως ο πόνος δεν είναι μόνο θέμα σάρκας. Είναι και το σπάσιμο του δεσμού με όσα αγαπάς, με τη γη που σε τρέφει, με τον αέρα που αναπνέεις. Κι αυτό που έβλεπε μπροστά της έμοιαζε με πληγή. Κορμοί ανοιγμένοι, κλαδιά σπασμένα, ρίζες ξεριζωμένες. Ήταν η μορφή του πόνου στη γλώσσα της φύσης που θα χρειαστεί να περάσουν χρόνια για να γιατρευτεί.
Στάθηκε μπροστά σ’ ένα παλιό πεύκο που είχε αντέξει τη φωτιά, αλλά τα μισά του κλαδιά είχαν καεί. Το έδαφος γύρω του ήταν μαύρο, κι όμως, πάνω ψηλά, λίγες βελόνες παρέμεναν πράσινες. Φαινόταν πως δεν θα επιβίωνε, αλλά εκείνη η μικρή επιμονή της ζωής, την έκανε να θέλει να μείνει στο πλάι του. Έβγαλε από την τσάντα της ένα μπουκάλι νερό και το άδειασε προσεκτικά γύρω από τις ρίζες. Ήξερε ότι δεν θα άλλαζε τίποτα άμεσα, αλλά αυτό που έκανε της φάνηκε σωστό. Σαν να έδινε έναν μικρό χαιρετισμό σε ό,τι είχε απομείνει.
Πέρασαν μερικά χρόνια… Η μαυρίλα υποχώρησε αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα στην αρχή. Κάθε άνοιξη, λίγα ακόμη πράσινα σημάδια εμφανίζονταν. Θάμνοι ξαναφύτρωσαν, αγριολούλουδα σκέπασαν κομμάτια της στάχτης, τα πρώτα πουλιά επέστρεψαν διστακτικά. Η Άννα, όλα αυτά τα χρόνια, ερχόταν συχνά. Στην αρχή μόνο για να παρακολουθεί την αλλαγή, μετά για να βοηθήσει. Με την βοήθεια φίλων, φύτεψε νεαρά δεντράκια, έφερε σπόρους, έστησε μικρά ξύλινα προστατευτικά γύρω από τα πιο ευάλωτα φυτά.
Σιγά σιγά, οι επισκέψεις της στο δασάκι, έγιναν κομμάτι της ζωής της, κάτι σαν ιεροτελεστία. Έμαθε να αναγνωρίζει ποια φυτά πρωτοβγαίνουν μετά από φωτιά, πώς οι ρίζες μερικών δέντρων μένουν ζωντανές και ξαναβγάζουν βλαστάρια, πώς η γη κλείνει τις πληγές της. Κι έμαθε να έχει υπομονή. Το δάσος δεν βιάζεται…
Κάποια μέρα, πολλά χρόνια μετά τη φωτιά, ανέβηκε στο ίδιο σημείο που είχε σταθεί τότε. Το τοπίο είχε αλλάξει τόσο που για λίγο δεν το αναγνώρισε. Ναι, υπήρχαν ακόμα μαυρισμένοι κορμοί, σιωπηλά μνημεία της καταστροφής αλλά γύρω τους είχε σηκωθεί νέα ζωή. Νεαρά πεύκα με καταπράσινες βελόνες, πουλιά που πετούσαν από κλαδί σε κλαδί, μυρωδιά ρητίνης στον αέρα.
Στάθηκε μπροστά σ’ ένα πεύκο, εκείνο… που τότε είχε μισοκαεί. Είχε μεγαλώσει, είχε ξαναγεμίσει πράσινο, και μόνον οι χαρακιές στον κορμό του, θύμιζαν τι είχε περάσει. Το άγγιξε απαλά, όπως τότε, κι έμεινε για λίγο ακίνητη. Κατάλαβε πως η ερώτηση, “πονούν τα δέντρα όταν καίγονται;” δεν είχε μια απλή απάντηση. Ίσως να μην πονάνε όπως οι άνθρωποι, αλλά η πληγή τους είναι ορατή… κι αν έχεις μάτια να τη δεις, καταλαβαίνεις.
Η καταστροφή τους είναι και δική μας απώλεια, είναι πένθος!
Η Άννα έμεινε έτσι, να κοιτάζει γύρω της, ακούγοντας το θρόισμα των φύλλων, τον ήχο που της είχε λείψει τόσα χρόνια. Σκέφτηκε πως τελικά, η σιωπή μετά τη φωτιά δεν είναι το τέλος. Είναι η αναπνοή πριν αρχίσει ξανά η ζωή…
Λίλη Λέζου
