Η Κάτια ήταν απορροφημένη στο κινητό της, όταν το δυνατό “Καλώς τον προπονητή μας” ακούστηκε από τα χείλη της ιδιοκτήτριας του κομμωτηρίου.
Σήκωσε τότε το βλέμμα της, για να διαπιστώσει πως ο τόσος ενθουσιασμός ήταν δικαιολογημένος. Στον καθρέφτη σχηματιζόταν το είδωλο ενός άντρα γύρω στα 35, με μαύρα μαλλιά, μεγάλα, στρογγυλά, καφέ μάτια, ίσια μύτη, λεπτά χείλη, ευδιάκριτες γωνίες στο καθαρό του πρόσωπο, μακρύ λαιμό, μεγάλες πλάτες, εμφανώς γυμνασμένα χέρια, ψηλό κορμό και μακριά πόδια. Φορούσε ένα τζιν παντελόνι, κόκκινο T-Shirt, ένα ασημένιο ρολόι στο αριστερό του χέρι και κάτασπρα αθλητικά παπούτσια.
Όση ώρα η Κάτια εξέταζε εξονυχιστικά την αντρική φιγούρα, το κινητό είχε μείνει ανάμεσα στα χέρια της να αναπαράγει το ίδιο βίντεο και η ίδια ακούνητη, με μόνα τα μάτια της να ‘κάνουν βόλτα’ στον καθρέφτη.
“Γοητευτικός και περιζήτητος”, της ψιθύρισε στο αυτί η κοπέλα που της περνούσε τη βαφή στα μαλλιά
Η Κάτια κοκκίνισε όταν κατάλαβε πώς είχε χαθεί στην όψη του και μόνο. Σκέφτηκε γρήγορα και απάντησε:
“Με τον τόσο ενθουσιασμό που τον χαιρέτησε η κυρία Τζούλια, πώς να μην τον προσέξεις;”
“Έλα ντε!”, είπε η κοπέλα και γέλασαν
Μόλις της ολοκλήρωσε τη βαφή, της πρότεινε να σηκωθεί και να περιμένει στο σαλονάκι.
“Μέχρι να ‘κάτσει’ το χρώμα θα αναλάβω τον κύριο”, είπε στην Κάτια και έκανε νόημα στον άντρα, που τόση ώρα δεν είχε αφήσει σε ησυχία η ιδιοκτήτρια, να πάνε προς τον λουτήρα. Η Κάτια ένιωσε τόσο άβολα, γιατί με τη βαφή στο κεφάλι ένιωθε σαν εξωγήινος. Προσπάθησε να αποφύγει την οπτική επαφή μαζί του, όμως εκείνος, περνώντας από δίπλα της, είπε ευγενικά “Γεια σας”.
Η Κάτια, χωρίς να τον κοιτάξει, απλά επανέλαβε τα ίδια λόγια και έκατσε σε έναν καναπέ. Άνοιξε το κινητό της και άρχισε να χαζεύει πάλι βιντεάκια στα social.
Μετά από αρκετά λεπτά, ο άντρας πλήρωσε κι έφυγε και έπειτα από μια ώρα που ολοκλήρωσε και ίδια την περιποίησή της, βγήκε από το κομμωτήριο και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό της.
Μόλις πάτησε το κουμπί που απενεργοποιούσε τον συναγερμό, άνοιξε απότομα η πόρτα από ένα αμάξι στην απέναντι πλευρά του δρόμου.
Η Κάτια, με την άκρη του ματιού της, αντιλήφθηκε ότι η φιγούρα ήταν γνώριμη. Και πλησίαζε προς το μέρος της! Με άγαρμπες κινήσεις πήγε να μπει στη θέση του οδηγού, όταν ένα χέρι ακούμπησε πάνω στην πόρτα, φέρνοντας αντίσταση.
Η Κάτια γύρισε αργά και σε απόσταση αναπνοής βρισκόταν ο ‘προπονητής’. Το άρωμα του ήταν βαρύ και μεθυστικό και ο ίδιος αρκετά ψηλός, ώστε να κρύβει καθετί που υπήρχε πίσω του. Μόλις σήκωσε το βλέμμα της, ένιωσε τα μάτια του να μπαίνουν στην ψυχή της. Ένα ρίγος τη διαπέρασε, αλλά δεν ήθελε να κοιτάξει αλλού. Με αργές κινήσεις, ο άντρας έβγαλε από τη τσέπη του ένα κομμάτι χαρτί. Της το έδωσε στο χέρι και ακούγοντας την τραχιά και μπάσα φωνή του για πρώτη φορά, της είπε:
“Θα ήθελα να σε γνωρίσω καλύτερα”.
Μόλις την ‘απεγκλώβισε’, πήρε μια βαθιά ανάσα και αφήνοντάς την να βγει, κοίταξε το χαρτάκι που είχε στα χέρια της. Με ένα μειδίαμα στα χείλη μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε να οδηγεί με προορισμό το σπίτι της.
Σε όλη την διαδρομή έφερνε στο νου της την μορφή του άγνωστου άντρα, το άρωμά του, την φωνή του, την κίνηση να της δώσει το τηλέφωνό του. Και από τη μια ένιωθε την αυτοπεποίθηση της να έχει φτάσει στα ύψη, από την άλλη, σκεπτόμενη τα λόγια της κοπέλας στο κομμωτήριο, το είχε πιστέψει πως είναι μία στις πολλές για εκείνον…
Από τις σκέψεις της την έβγαλε ο επίμονος χτύπος του κινητού της.
“Πω πω, οδηγώ μηχανικά τόση ώρα! Πάλι καλά που δεν έχω στουκάρει με κανέναν!”, μονολόγησε και κοίταξε την οθόνη του κινητού. Πατώντας το πράσινο κουμπί ακούστηκε από τα ηχεία η φωνή της Άννας, της κοπέλας του αδελφού της:
“Κάτια μου, καλησπέρα! Πώς είσαι; Θα έρθεις απόψε στην εκδήλωση, σωστά; Να σε υπολογίσω;”
Η Κάτια γέλασε “Καλησπέρα Άννα! Φυσικά, έχω να τιμήσω τον αδελφό μου εξάλλου!”
“Υπέροχα! Ξέρεις πώς είναι τώρα αυτά! Άπαξ και αναλάβεις την οργάνωση… Θα έχεις σύνοδο;”
Η Κάτια γέλασε ξανά.
“Άσε, κατάλαβα. Βλακεία η ερώτηση, sorry. Από κεκτημένη ταχύτητα”
“Καλά βρε, δεν πειράζει! Ήταν πολλά τα χρόνια με τον Πάνο… Θα τα πούμε από κοντά, ναι;”
“Ναι, ναι! Και πάλι συγνώμη. Φιλιά”
Η Κάτια έκλεισε το τηλέφωνο και για λίγο έμεινε να κοιτάζει την μαύρη οθόνη.
“Πωω θα είναι κι αυτός εκεί με την καινούργια του! Α, ρε Νάσο! Μεγάλη η χάρη σου!”, μονολόγησε ενώ είχε φτάσει και πάρκαρε σπίτι της.
Κατά τις 10 το βράδυ κάλεσε ταξί. Είχε αποφασίσει να πιει όσο χρειαζόταν απόψε για να αντέξει το θέαμα.
Αφού έφτασε στο μπαρ που είχε κλείσει ο Αθλητικός Όμιλος Μπάσκετ Καλλιθέας για τον εορτασμό της επιτυχίας της ομάδας, και συγκεκριμένα των ανδρών, να ανέβει στην Α Κατηγορία, είδε στην είσοδο την Άννα, η οποία την αγκάλιασε δυνατά και την ευχαρίστησε που ήρθε, πάρα τους όποιους ‘σκοπέλους’.
“Για τον αδερφό μου το κάνω. Άντε και για σένα που σε αγαπώ που τον αντέχεις”
“Ρε Κάτια, σκέψου το να ξαναγυρίσεις…”
“Και να είμαι στην ίδια ομάδα με την ‘μην πω’ του άλλου; Αποκλείεται! Δεν μπορώ!”
“Καλά, καλά, δεν ήθελα να σε συγχύσω ακόμα δεν ήρθες. Στο μπαρ θα βρεις τον Νάσο. Θα έρθω κι εγώ σε λίγο”
Οι δύο κοπέλες αγκαλιάστηκαν και η Κάτια μπήκε με εμφανή την κακή της διάθεση στο μπαρ και ευτυχώς εντόπισε αμέσως τον αδερφό της.
“Καλώς την!”
“Για την απονομή του βραβείου σου ήρθα. Μόλις στο δώσουν, φεύγω! Παρήγγειλε ένα ποτό τώρα”, του είπε όλο νεύρα κι έκατσε στο σταντ δίπλα του
“Αν σου πω ότι δεν ξέρω από πού πηγάζουν τα νεύρα σου, θα είναι ψέμα. Θα σου πω, όμως, ότι οι ακατανόμαστοι δεν έχουν έρθει και η θέση που κάθεσαι είναι αλλουνού. Μήπως να έρθεις από τα αριστερά μου και να παραγγείλεις ό,τι θες;”
“Να πάει η παρέα σου στα αριστερά σου. Εγώ θέλω ένα διπλό ουίσκι, σκέτο”
“Ένα διπλό ουίσκι σκέτο για την κοπέλα”, ακούστηκε μια γνώριμη μπάσα φωνή πίσω από την πλάτη της και η Κάτια κοκκάλωσε
“Α να και η παρέα! Κόουτς, η Κάτια, η αδελφή μου. Κάτια, ο Νικόλας, ο καινούργιος προπονητής του αντρικού. Χάρη σε αυτόν παίξαμε τόσο καλά φέτος και ανεβήκαμε κατηγορία”
Ο Νικόλας ήδη είχε πιάσει το χέρι της Κάτιας, σαν σε χειραψία, ενώ εκείνη τον κοιτούσε αμίλητη.
“Χάρηκα πολύ”, της είπε δυνατά για να την ‘ξυπνήσει’ και η Κάτια κατακόκκινη δεν απάντησε τίποτα
“Ήρθε η Άννα! Θα μαζευτήκαμε όλοι. Αδερφούλα, σε θέλω ψύχραιμη. Έρχομαι σε λίγο”
Η Κάτια κοίταζε κάτω όσο μιλούσε ο αδερφός της, ενώ ο Νικόλας, χαμογελαστός, περίμενε πώς και πώς να απομακρυνθεί ο Νάσος.
“Το ποτό σας”, είπε ο μπάρμαν και ακούμπησε το ποτήρι μπροστά στην Κάτια. Μόνο τότε σήκωσε το βλέμμα της και δειλά κοίταξε πρώτα το ποτό και μετά τον Νικόλα.
“Πιστεύεις στις συμπτώσεις; Εγώ όχι. Πιστεύω πως όλα είναι προδιαγεγραμμένα, όπως και το να βρεθούμε απόψε εδώ”, της είπε, ενώ είχε πλησιάσει αισθητά και τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα δικά της.
Η Κάτια ένιωθε πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο τριγύρω, όπως το πρωί, που στεκόταν με τον ίδιο τρόπο μπροστά της.
“Ξέρετε, έχω ακούσει τόσα πολλά για σας από τον Νάσο… Καλά! Συγχαρητήρια για όσα καταφέρατε φέτος. Πήρατε μια ομάδα διαλυμένη και την ανεβάστε κατηγορία. Αξιοθαύμαστο!”
“Ξέρω να επικοινωνώ με τους ανθρώπους, να βρίσκω τις δυνατότητες και τις αδυναμίες τους και τελικά να κάνω τα λόγια, πράξεις”
“Το πρώτο είναι εμφανές. Είστε πολύ κοινωνικός”
“Θα ήθελα να αφήσουμε τον πληθυντικό, τι λες κι εσύ;”
“Θα προσπαθήσω”, απάντησε η Κάτια και για πρώτη φορά ένιωσε άνετα δίπλα του και χαμογέλασε
“Μου είχε μιλήσει ο Νάσος για σένα. Ήσουν κι εσύ στο γυναικείο, αλλά για προσωπικούς λόγους σταμάτησες. Κρίμα να χάνει η ομάδα τέτοιο δυναμικό”
“Εντάξει, μια χαρά τα καταφέρνει και χωρίς εμένα”, είπε η Κάτια και κάρφωσε το βλέμμα της πίσω από την πλάτη του. Για μια στιγμή έφυγε από τα μάτια του και έπεσε πάνω στον Πάνο και την Γιάννα. Αμέσως σκοτείνιασε και τα μάτια της φάνηκαν να θολώνουν. Ο Νικόλας γύρισε διακριτικά και τότε κατάλαβε ποιοι ήταν οι… προσωπικοί λόγοι. Έπιασε το χέρι της και της είπε:
“Εσένα σου αξίζει ένας άντρας που να ξέρει τι θέλει, όχι αγοράκια”
Η Κάτια τον κοίταξε με μάτια που μετά βίας κράτησαν τα δάκρυα και δεν κύλησαν στα μάγουλά της. Ο Νικόλας απομάκρυνε αργά το χέρι του από το δικό της.
“Καλησπέρα Κόουτς! Όλα καλά; Κάτια, κι εσύ εδώ; Ήρθες να καμαρώσεις τον αδελφό σου;”, είπε με εριστικό ύφος ο Πάνος που στεκόταν τώρα μπροστά της κρατώντας σφιχτά από τη μέση τη νέα του σχέση. Η Κάτια πήρε την τσάντα της και φανερά νευριασμένη βγήκε έξω. Δεν πέρασε ένα λεπτό και δίπλα της βρέθηκε ο Νικόλας.
“Δίνεις αξία εκεί που δεν πρέπει”
Η Κάτια τον κοίταξε με μάτια θολά και λερωμένα από την μάσκαρα.
“Έλα, πάμε μέσα. Για χάρη του αδελφού σου. Απονέμει ο πρόεδρος της ομάδας τα μετάλλια”
Η Κάτια τον ακολούθησε χωρίς να πει τίποτα. Χειροκρότησε τον αδελφό της, ενώ με την άκρη του ματιού της αντιλαμβανόταν ότι ο Πάνος την κοιτούσε επίμονα. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν ήθελε να του κάνει τη χάρη και να γυρίσει το κεφάλι της προς το μέρος του. Συνεχάρη τον Νάσο και του είπε ότι δεν αντέχει άλλο και θα φύγει. Ο Νικόλας προφασίστηκε ότι απλώς θα την συνοδέψει μέχρι έξω, ωστόσο περπάτησαν μαζί μεγάλη διαδρομή και συζήτησαν τόσα για το μπάσκετ που η συνάντησή της με τον Πάνο ήταν σαν να μην συνέβη ποτέ.
Η Κάτια κοίταξε την ώρα στο κινητό της και βλέποντας ότι είναι περασμένες 12 αποφάσισε να γυρίσει σπίτι.
“Σε ευχαριστώ πολύ για την παρέα. Δεν το θεωρώ δεδομένο”
“Ποιο πράγμα;”
“Αυτό. Το να μιλάμε. Δεν γνωριζόμαστε κι από χθες κι εσύ φρόντισες η βραδιά αυτή που τόσο φοβόμουν να έχει μια ευχάριστη κατάληξη”
“Σιγά το πράγμα. Μου αρέσει πολύ να μιλάω μαζί σου. Και γι’ αυτό θα σε πάω σπίτι με το αυτοκίνητο. Να συνεχίσουμε την κουβέντα μας”
Η Κάτια αν και δίστασε στην αρχή, τελικά δέχτηκε.
“Εδώ είμαστε, σωστά;”, τη ρώτησε ο Νικόλας σταματώντας μπροστά από μια εξαώροφη πολυκατοικία
“Ναι, εδώ. Σε ευχαριστώ που με έφερες σπίτι και…”
Η Κάτια δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση της, όταν τα χείλη του βρέθηκαν πάνω στα δικά της. Παραδόθηκε στο φιλί του που ήταν γεμάτο πάθος και μύριζε ποτό.
“Μου αρέσεις πολύ. Σε θέλω. Τώρα”, της είπε ο Νικόλας και η Κάτια βρέθηκε μπροστά στο ίδιο δίλημμα που την ταλάνιζε και το πρωί. Της άρεσε αυτός ο άντρας, πολύ. Αλλά αν ήταν μία στις πολλές; Πώς να αντέξει δεύτερη προδοσία λίγους μήνες μετά τον χωρισμό της από τον Πάνο, που την κορόιδευε κατ’ εξακολούθηση; Το φιλί του στον λαιμό της ήταν αρκετό για να της διώξει κάθε δεύτερη σκέψη και να υποκύψει στα ‘θέλω’ της χωρίς περιστροφές.
“Έλα πάνω”, του ψιθύρισε στο αυτί.
Ανέβηκαν τις σκάλες και η Κάτια ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματός της. Άναψε το μικρό φως στο χολ και έβγαλε τα παπούτσια της. Ο Νικόλας έκλεισε αργά την πόρτα και την αγκάλιασε από πίσω. Άρχισε να την φιλάει στο λαιμό και μετά προχώρησε στους ώμους, ενώ ξεκούμπωνε αργά το φόρεμά της.
Η Κάτια είχε αποφασίσει να αφεθεί ολοκληρωτικά απόψε σε αυτόν. Πάντα ζύγιζε τα γεγονότα και τις καταστάσεις, αλλά όπως φαίνεται την τελευταία φορά δεν της βγήκε σε καλό…
Πέρασε τα δάχτυλά του στο τατουάζ που είχε στην σπονδυλική της στήλη και όταν έφτασε στους γλουτούς της, έβγαλε τελείως το φόρεμα και την γύρισε προς το μέρος του. Την φίλησε στο στέρνο και μετά στο στήθος, ενώ περιεργάζονται με τα χέρια του το κορμί της.
Η Κάτια ανάσαινε βαριά. Άπλωσε τα χέρια της στον λαιμό του και μετά σε όλο του τον κορμό. Ψηλάφησε κάθε μυ και του έβγαλε την μπλούζα.
“Πάμε μέσα;”, τον ρώτησε
Ο Νικόλας χαμογέλασε. Η Κάτια προχώρησε μόνο με το εσώρουχο προς την κρεβατοκάμαρα μέχρι εκείνος να βγάλει παπούτσια, ζώνη και παντελόνι.
Την βρήκε γυμνή με τα μαύρα της μάτια να γυαλίζουν μέσα στο μισοφωτισμένο δωμάτιο. Την πλησίασε και το κορμί του βρέθηκε πάνω στο δικό της.
“Είσαι πανέμορφη…”, της ψιθύρισε “…Σε θέλω”
“Εσύ δεν είπες πως κάνεις τα λόγια, πράξεις;”, του είπε περιπαιχτικά η Κάτια και τότε ο Νικόλας μπήκε μέσα της με δύναμη.
“Τώρα εισαι δική μου”, της είπε με τη βαριά του φωνή και κάθε δυνατό “Ναι” της Κάτιας, τον έκανε να μην θέλει να σταματήσει ποτέ αυτή η ένωση των σωμάτων τους.
Το επόμενο πρωί τους βρήκε αγκαλιά. Η Κάτια ανασηκώθηκε και στηρίχθηκε στον δεξί της αγκώνα.
“Νομίζω πως πρέπει να φύγεις…”
Ο Νικόλας την κοίταξε όλο απορία.
“Το μετάνιωσες; Έκανα κάτι που δεν έπρεπε;”
“Να… είναι η διαφορά ηλικίας μας, η θέση σου στην ομάδα, τα λόγια…”
“Και τι σχέση έχουν όλα αυτά με μας;”, την ρώτησε και της χάιδεψε το αριστερό μάγουλο
“Σε ενδιαφέρω τόσο που να μην δώσεις σημασία στα υπόλοιπα;”
“Μετά το χθεσινό, την βόλτα και τις κουβέντες μας, πώς να μην με ενδιαφέρεις;”
“Δεν είναι σωστό όμως…”
“Και χθες βράδυ δεν ήταν σωστό… Άκου, μικρή μου, από τη στιγμή που είδα τα μάτια σου στο κομμωτήριο να με κοιτούν με τόση κτητικότητα, μετά στο μπαρ να δακρύζουν και το βράδυ να λάμπουν από ηδονή, έχασα τα λογικά μου. Αυτά είχα να σου πω εγώ. Το τι γίνεται στην προσωπική μου ζωή δεν είναι δουλειά κανενός”
Η Κάτια του χαμογέλασε και παραμέρισε τελείως τις αμφιβολίες της. Επέλεξε να δοθεί ολοκληρωτικά σε αυτόν τον άντρα ακολουθώντας αυτή τη φορά τις επιθυμίες της και όχι την λογική.
Αγγελική Ανδριοπούλου

One response to “Ο προπονητής”
[…] Ο προπονητής Δύναμη ψυχής […]