Είσαι ‘λίγος’

Με τον ήχο του ξυπνητηριού, η Νάνσυ, πετάχτηκε από το κρεβάτι με μια απροσδιόριστη λαχτάρα. Επιτέλους είχε φτάσει εκείνη η Κυριακή που μαζί με τις δύο καλύτερές της φίλες θα πήγαιναν την μονοήμερη στο Λουτράκι που τόσο καιρό συζητούσαν. Φυσικά τα πράγματά της ήταν έτοιμα αποβραδίς, οπότε φόρεσε στα γρήγορα το μικροσκοπικό της μαύρο μπικίνι, ένα τζιν σορτσάκι, γυαλιά και σαγιονάρες. Στο επόμενο λεπτό ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε, με πρώτη στάση το Παλαιό Φάληρο, για να πάρει την Δέσποινα και την Γιώτα, και τελικό προορισμό το αγαπημένο τους beach bar στην παραλία του Λουτρακίου.

Έφτασαν πριν τις 10 και βρήκαν θέση ακριβώς εκεί που σκάει το κύμα. Αποφάσισαν ότι θα παραμερίσουν το άγχος των εξόδων για μια μέρα και θα διαθέσουν όσα χρήματα χρειαστεί, προκειμένου να τους μείνει αξέχαστη! Όλο το πρωί απολάμβαναν τον καφέ τους στην ξαπλώστρα και κάπου κάπου έκαναν καμία βουτιά. Όντας πια μεσημέρι, η Νάνσυ αποφάσισε να κατευθυνθεί προς το μπαρ, ώστε να παραγγείλει κοκτέιλ για την ίδια και τις φίλες της. Λίγο πριν φτάσει, σήκωσε το βλέμμα της, σίγουρη πως έχει απομνημονεύσει όσα της ζήτησαν οι κοπέλες, και αυτό που αντίκρισε δεν το περίμενε. Σε απόσταση αναπνοής βρισκόταν με τα χέρια ορθάνοιχτα, έτοιμα για αγκαλιά…

“Ο Θοδωρής!”, αναφώνησε και παρά τα δυνατά beat που ακούγονταν από τα ηχεία, τα κεφάλια από τα γύρω τραπέζια γύρισαν όλο απορία. Η Νάνσυ χώθηκε στην αγκαλιά του.
“Πόσα χρόνια;”, είπε και έμειναν ο ένας απέναντι από τον άλλον
“Οκτώ; Δέκα; Ούτε κι εγώ θυμάμαι. Έχεις αλλάξει τόσο πολύ!”
“Έπρεπε να προσέξω τον εαυτό μου κάποια στιγμή… Εσύ, όμως, επίτρεψέ μου να σου πω ότι έχεις μείνει το ίδιο γλυκός!”
“Υπερβολές”, απάντησε ο Θοδωρής και γέλασαν δυνατά προκαλώντας ξανά τα αδιάκριτα βλέμματα

“Πού πας; Φεύγεις;”
“Όχι καλέ. Έχω έρθει με δύο φίλες από το πρωί και θα φύγουμε μόνο όταν νυχτώσει! Πάω για κοκτέιλ. Να κεράσω;”
“Αα είσαι πολύ ευγενική. Όχι, θα πάρω αργότερα κάτι με την δική μου παρέα”
“Ωραία, να μην σε καθυστερώ τότε. Να πάω κι εγώ για την παραγγελία”
“Πάμε μαζί, δεν με καθυστερείς καθόλου. Μεγάλα παιδιά είναι, ας περιμένουν”

Η Νάνσυ γέλασε γλυκά και αφού πήρε σε πλαστικά ποτήρια τα τρία κοκτέιλ, κατευθύνθηκαν μαζί προς την παραλία κι έπειτα ο καθένας προς την ξαπλώστρα του, που αποδείχθηκαν ότι ήταν η πρώτη και η τελευταία στην ίδια σειρά. Της έκλεισε το μάτι και έκατσε με τους φίλους του.
“Τσίμπησες λουκουμάκι ή μου φαίνεται;”, της είπε με πονηρό ύφος η Δέσποινα
“Αααα δεν ξέρεις τι λες! Φίλος είναι από παλιά. Βρεθήκαμε, ανταλλάξαμε δύο κουβέντες, αυτό είναι όλο”, είπε η Νάνσυ και άλλαξε γρήγορα θέμα, κάτι το οποίο δεν κράτησε για πολύ, αφού κατέφτασε στην ομπρέλα τους, με μια κανάτα γεμάτη σαγκριά και τρία καλαμάκια, ο Θοδωρής.
“Κορίτσια, κερασμένο από εμένα”

Και όσο η Νάνσυ ένιωθε την αμηχανία της να βρίσκεται στα ύψη και να μην ξέρει πώς να απαντήσει, άλλο τόσο οι άλλες δύο τον χάζευαν.

“Σε ευχαριστούμε! Θοδωρής, σωστά;”, ρώτησε η Δέσποινα και σκούντηξε την Νάνσυ να συνέλθει
“Σωστά”
“Δεν κάθεσαι να πιεις μαζί μας; Να τα πεις και με την φίλη σου που έχετε να ειδωθείτε καιρό;”

Η παραίνεση αυτή της Δέσποινας ήταν αρκετή για να κάτσει δίπλα στην Νάνσυ και να ακολουθήσουν μεταξύ τους συζητήσεις ατελείωτες, σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος τριγύρω, καθισμένοι στην παραλία, κολυμπώντας στη θάλασσα, περπατώντας στην ακροθαλασσιά…

Θυμήθηκαν τα παλιά, συζήτησαν για τις σχέσεις των ανθρώπων γενικότερα, αλλά και για τις αλλαγές στη ζωή τους. Επαγγελματικά και προσωπικά. Και καθ’ όλη την διάρκεια υπήρχαν αγγίγματα και στιγμές που απλά κοίταζαν ο ένας τον άλλον στα μάτια.
Όταν ο ήλιος έδυσε πλήρως, αποχαιρετήθηκαν με μια μεγάλης διάρκειας αγκαλιά και μια υπόσχεση να ξαναβρεθούν σύντομα.

Όλη την εβδομάδα ο Θοδωρής δεν εμφανίστηκε, έτσι και η Νάνσυ δεν επιδίωξε κάποιο μήνυμα ή κλήση.

Έφτασε επιτέλους το Σάββατο και η ευκαιρία να πάνε οι τρεις κοπέλες για ποτό. Έτσι, συναντήθηκαν σε γνωστό μπαρ της περιοχής τους. Αναπόφευκτα έγινε κουβέντα γύρω από τον Θοδωρή και την αισθητή απουσία του. Κλείνοντας την κουβέντα τους, η Νάνσυ κατέληξε στο ότι ήταν μια ωραία εμπειρία και μέχρι εκεί. Δεν γινόταν να αναλωθεί άλλο σε αυτό.

Λίγο πριν τις 12 αποφάσισαν να φύγουν. Κοντά στην έξοδο είδε τον Θοδωρή να μπαίνει. Ένιωσε μια φλόγα μέσα της να ανάβει και ήθελε να τρέξει να του μιλήσει. Στο πρώτο βήμα, όμως, σταμάτησε! Τα αυτιά της άρχισαν να βουίζουν και ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό. Θεώρησε τον εαυτό της ανίκανο να κουνηθεί και να μιλήσει μπροστά στο θέαμα εκείνου και μιας μετρίου αναστήματος, μελαμψής κοπέλας, με μακριά μαύρα μαλλιά, να φιλιούνται. Σαν να ήθελε να τιμωρήσει τον εαυτό της που πίστεψε για μια στιγμή ότι ένας ανεκπλήρωτος έρωτας από το παρελθόν θα μπορούσε να πάρει σάρκα και οστά στο παρόν, δεν κουνήθηκε από τη θέση της και υπέμεινε την σκηνή που εκτυλισσόταν μπροστά της. Όταν πια τα χείλη τους χωρίστηκαν, ο Θοδωρής την άρπαξε από το χέρι και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο. Μόνο τότε πρόσεξε την Νάνσυ που στεκόταν ακίνητη μέσα στο πλήθος που χόρευε. Κατέβασε το βλέμμα και συνέχισε με γρήγορο βήμα, κρατώντας σφιχτά την άλλη κοπέλα από τον καρπό, προς το αυτοκίνητό του. Η Νάνσυ ‘ξεπάγωσε’ και τους ακολούθησε. Τους είδε να φεύγουν μαζί. Η μουσική πίσω της δυνάμωνε, οι φίλες της στέκονταν αμίλητες δίπλα της και από τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα που κατέληγαν στον λαιμό.

Η Γιώτα πέρασε το χέρι της κατά μήκος των ώμων της “Το είπες και μόνη σου. Δεν αξίζει να ασχοληθείς. Στο επιβεβαίωσε μόλις με τις πράξεις του”.

Η Νάνσυ σκούπισε με τις παλάμες της τα μάτια και το πρόσωπό της και με ένα βεβιασμένο χαμόγελο ζήτησε να φύγουν. Όταν έφτασε σπίτι, ακούμπησε μηχανικά τα κλειδιά του αυτοκινήτου στον πάγκο της κουζίνας και έκανε ένα παγωμένο ντουζ, δίνοντας στον εαυτό της την υπόσχεση πως δεν θα στεναχωρηθεί ξανά για κάτι που ποτέ δεν άρχισε.

Βγαίνοντας από το μπάνιο, βρήκε δύο κλήσεις στο κινητό της από εκείνον.
“Ε όχι!”, αναφώνησε και τις διέγραψε. Δεν πρόλαβε να το αφήσει κάτω και άρχισε να χτυπάει πάλι επίμονα. Αποφάσισε να το σηκώσει για να δώσει ένα τέλος σε αυτή την παρωδία.
“Παρακαλώ”
“Νάνσυ…”
“Ναι, εγώ είμαι. Θέλεις κάτι;”
“Δεν ξέρω γιατί σε πήρα… Ένιωσα την ανάγκη να σου εξηγήσω…”
“Να μου δώσεις εξηγήσεις, γιατί; Ελεύθερος άνθρωπος είσαι, ό,τι θέλεις κάνεις! Σκασίλα σου για τις συνέπειες, σωστά;” , είπε με κοφτό τόνο η Νάνσυ
“Ξέρεις… το εύκολο είναι πιο εφικτό…”
“Ορίστε;”
“Μια κοπελίτσα που με κυνηγάει καιρό και της αρκεί μια βραδιά, είναι πιο εύκολο να το διαχειριστώ από μια γυναίκα που ξέρει τι θέλει…”
Η Νάνσυ ξέσπασε σε γέλια.

“Κοροϊδεύεις δύο γυναίκες και την μια την αποκαλείς και ‘εύκολη’ γιατί σε γουστάρει; Το ξέρεις ότι εκείνη μπορεί να περιμένει την ‘Καλημέρα’ σου αύριο, όπως εγώ την Δευτέρα; Λοιπόν, ως εδώ! Έδειξες το ποιόν σου! Αν δεν είσαι ικανός να επενδύσεις συναισθηματικά σε έναν άνθρωπο, αλλά εν γνώσει σου αρκείσαι στο να πληγώνεις και, ποιος ξέρει, να το απολαμβάνεις κιόλας, είσαι λίγος! Ήσουν ένα παιδάκι κι ένα παιδάκι θα μείνεις! Αντίο!”, είπε με μια ανάσα η Νάνσυ και έκλεισε το τηλέφωνο.

Και όπως φαίνεται τον έβγαλε από τη δύσκολη θέση, αφού δεν εμφανίστηκε ξανά.
Υπήρχαν φορές που έπιανε τον εαυτό της να τον σκέφτεται, μα τότε του υπενθύμιζε ότι ο Θοδωρής είναι ένας, διαβρωμένος πια, εφηβικός έρωτας.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading