«Πάλι αρνητικό!», το πέταξε στα σκουπίδια με δύναμη. Πού την έβρισκε ακόμα, μόνο αυτή ήξερε. Ο άντρας της μπήκε στο μπάνιο και την πήρε αγκαλιά. Σαν να άκουγε τις σκέψεις της όση ώρα την έσφιγγε πάνω του.
«Γιατί οι άλλες; Γιατί οι άλλες γυναίκες κάνουν παιδιά με την μία; Γιατί οι άλλες γυναίκες τα καταφέρνουν και εγώ δεν μπορώ; Γιατί οι άλλες και όχι εγώ;».
Την κοίταξε και σκούπισε τα δάκρυά της. Δεν της είπε ότι υπάρχει χρόνος, ότι η επόμενη φορά ίσως είναι η τυχερή τους, να μην το βάζει κάτω, θα περάσει και αυτό όπως πέρασαν τόσα και τόσα άλλα. Αυτά τα είχαν ήδη πει.
«Τι θες;» αυτό την ρώτησε.
«Να πάρω τα βουνά!» απάντησε με μιας.
Το μονοπάτι άλλαζε ανάλογα την εποχή. Τώρα ήταν ταλαιπωρημένο μετά από ένα πολύ ξηρό καλοκαίρι και περίμενε και αυτό την αναγέννησή του. Θα άνθιζαν πάλι τα αγριολούλουδα και θα πρασίνιζαν πάλι οι θάμνοι. Ο θρίαμβος της ζωής δεν σταματά.
Πάνω σε μια στροφή, ένα πελώριο σκυλί εμφανίστηκε από το πουθενά και τους γρύλιζε. Η Εύα οπισθοχώρησε και στάθηκε δίπλα στον Νικόλα.
«Μην κουνηθείς. Λένε ότι πρέπει να μείνεις ακίνητος όταν δεις αρκούδα».
«Σκύλος είναι, ρε Νικόλα», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της.
«Δεν μοιάζει για σκύλο είναι η αλήθεια».
«Πάμε να κατηφορίσουμε;»
«Ναι, γιατί δεν θα βρουν ούτε τα κοκαλάκια μας εδώ πάνω στο βουνό».
«Σιγά βρε. Ένας σκύλος είναι».
«Αρκούδα είπαμε».
Κατέβηκαν αργά και προσεχτικά το βουνό χωρίς να κοιτάξουν πίσω. Συζητούσαν πώς μπορεί να κατέληξε ο σκύλος εκεί πάνω και ότι θα πήγαιναν στην δημοτική αστυνομία να το δηλώσουν. Όταν έφτασαν στο αμάξι τους και άνοιξαν την πόρτα, εκείνο πήδηξε μέσα πρώτο. Τους είχε ακολουθήσει σε όλη τη διαδρομή. Η Εύα έκανε την πρώτη κίνηση να δει αν μπορεί να τον αγγίξει.
«Πάντα το έλεγα ότι πήρα γενναία γυναίκα», την έβλεπε να χαϊδεύει τον σκύλο μέχρι που αυτός σηκώθηκε πάνω της και την αγκάλιασε.
«Δες Νικόλα πόσο καλός είναι! Δες πώς κουνάει την ουρά του!»
«Ναι, σαν ελικόπτερο!»
«Αχ, να τον πάρουμε; Σε παρακαλώ!»
«Τι λες, παιδί μου; Πού να τον πάρουμε; Θα πρέπει να φύγουμε εμείς από το σπίτι για να μείνει αυτός!»
«Σε παρακαλωωωωωωωώ!»
«Καλά. Πώς να σου πω όχι;».
Ο σκύλος φαινόταν ότι δεν είχε ξαναμείνει μέσα σε σπίτι. Είχε κάτι που ούτε στους ανθρώπους δεν βρίσκεις πια. Συστολή. Σαν να ντρεπόταν να μπει και να κάτσει. Σαν να φοβόταν μην λερώσει. Σίγουρα πάντως δεν ήξερε πώς είναι να έχεις οικογένεια.
Την επόμενη, τον πήγαν στον κτηνίατρο για να τον εξετάσει αν είναι υγιής και να δει αν ανήκει σε κάποιον άλλον. Δύο εκπλήξεις τους περίμεναν.
«Είναι θηλυκό και είναι έγκυος», τους είπε ο γιατρός.
Γύρισαν σπίτι χωρίς να μιλάνε. Ο Νικόλας δεν ήξερε πώς θα επηρέαζε αυτό την γυναίκα του. Είχε χαρεί; Είχε στεναχωρηθεί; Να την ρωτήσει; Να περιμένει αυτή να του πει; Την κοιτούσε στα κλεφτά όσο οδηγούσε και αναρωτιόταν. Θα περίμενε να φτάσουν σπίτι για να δει την αντίδρασή της. Μπήκαν μέσα και έλυσε το λουρί. Η γυναίκα του γονάτισε μπροστά στον σκύλο.
«Σκεφτόμουν σε όλη τη διαδρομή το όνομά σου. Θα σε λέω Μπέμπα. Πώς σου φαίνεται, Νικόλα;»
«Τέλειο, αγάπη μου, τέλειο!» την ενθάρρυνε.
«Και… Θα γίνεις πολύ καλή μανούλα. Το ξέρω», την αγκάλιασε.
Λίγους μήνες μετά γεννήθηκαν 5 μικρά καφετιά κουταβάκια, ολόιδια η Μπέμπα. Ο Νικόλας είχε ήδη αρχίσει να ψάχνει μεγαλύτερο σπίτι με μεγάλο κήπο να τρέχουν όλα πάνω κάτω. Ναι, τόσο σύντομα και τόσο πολύ την είχαν αγαπήσει. Και ήταν όντως πολύ καλή μαμά. Όλη μέρα φρόντιζε τα μωρά της και δεν έλειπε στιγμή από δίπλα τους. Για μήνες δεν τα άφηνε λεπτό από τα μάτια της. Μέχρι που μια μέρα όλα άλλαξαν. Χωρίς προφανές λόγο δεν ήθελε να είναι κοντά τους. Καθόταν μόνο δίπλα στην Εύα. Πήγαινε όπου πήγαινε. Έκλαιγε όταν έφευγε για δουλειά. Περπατούσε πίσω από κάθε της βήμα. Μπλεκόταν στα πόδια της όταν καθάριζε το σπίτι.
«Έκλεισα ραντεβού στον κτηνίατρο», είπε στον Νικόλα. Από την άλλη άκρη άκουγε την Μπέμπα που ούρλιαζε. «Αύριο το απόγευμα για να την πάμε μαζί».
«Ανησυχώ», σκέφτηκε μα δεν της το είπε. Μόνο απάντησε ότι όλα θα πάνε καλά.
Ο γιατρός έκανε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις και πήρε και αίμα για να στείλει σε μια μεγάλη κλινική στην Αθήνα.
«Δεν βλέπω κάτι, είναι πεντακάθαρες οι εξετάσεις. Το μόνο που με ανησυχεί είναι ότι έχει πολύ στρες».
«Άγχος! Έχει άγχος η Μπέμπα! Τι άκουσα μόλις τώρα;» μονολογούσε ο Νικόλας ενώ οδηγούσε.
«Πήγαινε πιο σιγά. Μπορεί να την στρεσάρει και το αυτοκίνητο. Ή λες να είναι από την γέννα; Να της έμεινε τραύμα όπως γίνεται με τις γυναίκες;»
«Πρώτη φορά το ακούω αυτό!»
«Όπως και να ‘χει, θα δούμε τι πρέπει να αλλάξουμε. Ό,τι είπε ο γιατρός θα το κάνουμε. Να την πάμε από την παραλία να δει λίγο θάλασσα μήπως αλλάξει η ψυχολογία της;»
«Ποιος να μου το ‘λεγε! Ότι θα έκανα βόλτα στην παραλία την αρκούδα που πήγε να με φάει στο βουνό γιατί είναι στρεσαρισμένη!» είπε και έκανε και την Εύα να γελάσει επιτέλους. Το μόνο που ήθελε ήταν αυτό της το χαμόγελο. Που φώτιζε όλο του τον κόσμο.
Γύρισαν σπίτι σύντομα και έτρεξαν στα κουτάβια. Είχαν μεγαλώσει με το μπιμπερό τον τελευταίο μήνα καθώς τα τάιζαν οι ίδιοι. Η Μπέμπα κοιτούσε αλλά δεν πλησίαζε. Παρατηρούσε την Εύα. Πώς έπιανε προσεχτικά τα μωρά της και τα έβαζε στην αγκαλιά της. Πώς τα τάιζε, τα έπλενε και τα σκούπιζε αυτή. Πώς τα καθάριζε, τα φρόντιζε, τα φιλούσε, τα αγκάλιαζε. Και περίμενε. Η Εύα γύρισε και την κοίταξε στα μάτια. Κοκάλωσε. Κατάλαβε. Πήγε να βάλει τα κλάματα. Δεν ήξερε αν ήταν αλήθεια. Έπρεπε να μάθει πρώτα.
Γύρισε νωρίς από τον γυναικολόγο. Τα μάτια της έτρεχαν ακόμα δάκρυα.
«Ώστε ήταν αλήθεια;» ρώτησε τρέμοντας ο Νικόλας.
«Ναι, είμαι έγκυος!» χοροπήδησε πάνω του.
Η Μπέμπα έκανε κύκλους γύρω τους κουνώντας χαρούμενη την ουρά της.
«Εσύ… Εσύ το ήξερες πρώτη!», έσκυψε και την έκλεισε στην αγκαλιά της.
Μετακόμισαν στο νέο σπίτι λίγο πριν έρθει στην ζωή το κοριτσάκι τους. Η Μπέμπα που το είχε καταλάβει πρώτη είχε προετοιμάσει με τον τρόπο της την Εύα ότι θα γίνει μαμά. Είχε αγχωθεί που μόνο αυτή το ήξερε και ανησυχούσε με όλες τις δουλειές που έκανε η γυναίκα. Στο τέλος όμως πήγαν όλα καλά. Και τώρα είχε νέα αποστολή. Να προστατεύει το κορίτσι τους μέχρι τα βαθιά της γεράματα.
CC
