Με θυμάσαι;

«Με θυμάσαι;» ρώτησε η γυναίκα με τα μακριά ξανθά μαλλιά και έκατσε απέναντί του. Τα μάτια της θαρρείς και είχαν ξεθωριάσει από το κλάμα και δεν είχαν πια χρώμα.

«Όχι», απάντησε μονολεκτικά ο άντρας.

«Η Χριστίνα είμαι, η γυναίκα σου».

«Εσύ με θυμάσαι;».

«Πώς δεν σε θυμάμαι;» γέλασε και σκούπισε τα δάκρυά της.

Πέντε έξι φορές το χρόνο ανέβαινε στο σανατόριο να βλέπει τον Αντώνη, τον άντρα της. Άρρωστος δεν ήταν, το μυαλό του είχε ξεχάσει. Δεν θυμόταν τίποτα. Κόσμο πολύ δεν είχε πια, ήταν έτοιμο να κλείσει. Λίγο ακόμα και θα τον έπαιρνε πίσω.

«Η μάνα μου τι κάνει;» την ρώτησε.

«Καλά είναι», του απάντησε. Είχε πεθάνει πριν πέντε χρόνια.

«Ο Τόλης;».

«Καλά είναι και ο αδερφός σου». Είχε σκοτωθεί πριν έξι χρόνια.

«Τα παιδιά;».

«Καλά είναι και αυτά», αναστέναξε. Παιδιά δεν είχαν.

«Πες μου, εσύ πώς πέρασες σήμερα;».

«Κάναμε βόλτα στον κήπο με την νοσοκόμα. Σούπα έφαγα και σήμερα. Δεν έχει πολύ φαΐ, αλλά είναι νόστιμο. Θρεπτικό. Γιατρό δεν είδα. Θες να παίξουμε χαρτιά; Με θυμάσαι;».

Δέκα χρόνων ήταν η Χριστίνα όταν τον πρωτοείδε και έβαλε σημάδι στην καρδιά της να τον αγαπά για πάντα. Αυτός ήταν δεκαέξι και δεν είχε μάτια για εκείνη. Μα το έφερε η μοίρα και δεν πήρε καμία άλλη. Στα δεκαεπτά της έγινε ο γάμος. Μικρό μπουμπούκι ήταν, με υπέροχα καταγάλανα μάτια που γελούσαν από ευτυχία.

Πολλά δεν είχαν, ένα δωμάτιο ήταν το σπίτι τους και ένα υπόγειο. Μια κατσαρόλα είχε για προίκα. Όλα τα υπόλοιπα τα έφτιαξαν μόνοι τους.

Η Χριστίνα έκανε εκείνο το μικρό δωμάτιο να μοιάζει με παλατάκι. Έπλενε, καθάριζε, μαγείρευε ό,τι έβγαζε από τον κήπο και έπλεκε τα ρούχα τους. Στα αμπέλια δεν την ήθελε ο Αντώνης. Τέτοια χέρια της έλεγε, σαν τα κρίνα, δεν κάνει να λερώνονται. ‘Φως μου’ και ‘μάτια μου’ την είχε. ‘Το στολίδι του’ την έλεγε. Μα ήταν και αυτός όμορφος και εργατικός και τίμιος. Δεν ήθελε τίποτα άλλο η γυναίκα του.

Τα χρόνια περνούσαν έτσι δύσκολα, πέρασε και ο πόλεμος από πάνω τους, μα ενωμένοι τα πέρασαν όλα. Χέρι χέρι πήγαιναν παντού στο χωριό. Και ας έπεφτε δούλεμα από τους άντρες εκείνη την εποχή. Ήξερε ότι τους ζήλευαν. Γιατί η δικιά του η γυναίκα έλαμπε ολόκληρη. Γιατί ήταν χαρούμενη στα χέρια του. Ένα παιδί ήθελαν μόνο. Μα αυτό δεν ερχόταν. Δύο αποβολές είχε κάνει και είχαν χάσει κάθε ελπίδα πια. Εκείνος βράχος δίπλα της, δεν άκουγε τις κακίες του κόσμου, δεν την άφηνε να ακούει τίποτα άλλο εκτός από το πόσο την αγαπάει. Οι δύο τους ήταν και οι δύο τους θα ήταν πάντα.

«Ναι, Αντώνη μου. Πώς να σε ξεχάσω; Σε αγαπώ. Κάθε μέρα πιο πολύ».

«Και εγώ», χασκογελούσε σαν παιδάκι.

Η νοσοκόμα πλησίασε και τους άφησε δύο φλυτζάνια χαμομήλι. Χωρίς ζάχαρη, πικρά σαν το μέσα τους.

«Χαράς την υπομονή σας, κυρία Χριστίνα», στάθηκε δίπλα της. «Λέγαμε μήπως ο αέρας του βουνού κάνει το θαύμα του… Αλλά δεν νομίζω να θυμηθεί ποτέ ξανά ο κύριος Αντώνης», ξεφύσηξε και έφυγε.

«Ποιος είναι ο Αντώνης;».

«Δες τι σου έφερα, γλυκέ μου. Λουλούδια από τον κήπο μας. Να τα βάλεις στο κομοδίνο σου. Να μην νομίζεις ότι σε ξεχνάω. Και όταν έρθεις πίσω στο χωριό, θα γεμίσω όλο το σπίτι με αυτά για να σε υποδεχτώ. Πάντα σου άρεσαν και μου άφηνες δίπλα στο κρεβάτι πριν φύγεις για το αμπέλι. Και θα ανοίξω και το καλύτερο κρασί μας!».

«Με θυμάσαι;»,

«Σε θυμάμαι, Αντώνη».

«Ποιος είναι ο Αντώνης;».

«Λίγο έμεινε», μάζευε τα δάκρυα πριν πέσουν στα μάγουλά της και εκείνος την κοιτούσε απορημένα. «Λίγο ακόμα και θα είμαστε ξανά στο σπιτάκι μας. Θα ξυπνάμε και θα λέμε καλημέρα ο ένας στον άλλον. Θα τρώμε μαζί το μεσημέρι και θα σου φτιάχνω ό,τι τραβάει η ψυχή σου. Αγκαλιά θα κοιμόμαστε πάλι τα βράδια, να ακούω τους χτύπους της καρδιάς σου για να αποκοιμηθώ. Θα πηγαίνουμε μαζί στα αμπέλια για να μην χωριζόμαστε ποτέ. Τα έμαθα τόσα χρόνια που τα δούλευα μόνη μου. Δεν χάλασαν τα χέρια μου πολύ. Αλλά καλύτερα να μαραίνονται αυτά, παρά η καρδιά μου μακριά σου».

«Θα ξανάρθεις;».

«Ναι. Σε ένα μήνα πάλι. Θα ανεβαίνω πιο συχνά, άνοιξαν τον δρόμο τώρα που μπήκε η άνοιξη. Θα έρθω σύντομα και με τον γιατρό. Να υπογράψει να σε πάρω σπίτι μας. Αρκετά έμεινες εδώ. Πάνε τόσα χρόνια».

«Σε βλέπω εδώ».

«Ναι», γέλασε έκπληκτη. Κοίταξε από το ανοιχτό παράθυρο. Ο δροσερός αέρας ανακάτεψε τα μαλλιά και τα δάκρυά της. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί να κοιτάνε ο ένας τον άλλον. Σκεφτόταν ότι είχε δίκιο. Εκεί μέσα την έβλεπε. Αν ήταν φυλακή, δεν θα μπορούσε να τον επισκέπτεται. Ο Τόλης δεν ζούσε πια. Τον σκότωσε ο Αντώνης όταν τον έπιασε να προσπαθεί να ασελγήσει πάνω της στο υπόγειο με τα κρασιά. Ήταν έγκυος η Χριστίνα και από τα χτυπήματα το έχασε το μωρό. Εκεί τον έπνιξε τον αδερφό του, στα λασπωμένα χώματα. Στα αίματα του παιδιού του. Σοκαρισμένος από όσα είδε και από όσα έκανε ο Αντώνης, παραπατούσε μέσα στις λάσπες ώσπου έχασε τις αισθήσεις του. Έπεσε και χτύπησε άσχημα το κεφάλι του σε ένα βαρέλι. Όταν συνήλθε δεν μπορούσε να μιλήσει. Ούτε να θυμηθεί τίποτα.

Όταν ήρθε ο χωροφύλακας, τον λυπήθηκε όπως τον είδε έτσι και του έδωσε χάρη. Δική του ιδέα ήταν και τον έστειλε εκεί πάνω στο βουνό και πέρασε αυτά τα χρόνια στο σανατόριο. Γιατί αν θυμόταν ξανά σύντομα, θα έπρεπε να τον βάλει φυλακή. Είπαν ότι ο Τόλης έπαθε ατύχημα. Η μάνα τους πέθανε έναν χρόνο μετά από την ντροπή της.

«Τουλάχιστον εδώ μπορεί να με βλέπει», σκεφτόταν ενώ μάζευε τα πράγματά της να φύγει.

Η νοσοκόμα μάζεψε τα φλυτζάνια και τον περίμενε παραπέρα να τον συνοδέψει πίσω στο δωμάτιό του. Με λύπη άκουγε κάθε φορά τις συζητήσεις του ζευγαριού. Της φάνηκε κάποια στιγμή μετά τον πρώτο χρόνο ότι ο Αντώνης συνήλθε, κοιτούσε και μιλούσε πιο φυσιολογικά. Έπειτα έπεσε σε σιωπή για ένα πολύ μεγάλο διάστημα. Και ύστερα γύρισε ξανά στον παλιό του εαυτό, όπως ήταν όταν τον πρωτοπήγαν εκεί.

«Αντώνη», του είπε χαμηλόφωνα η γυναίκα του με διαφορετική φωνή. Σαν να τον καταλάβαινε πια. Και εκείνος γύρισε το κεφάλι όταν άκουσε το όνομά του και την κοίταξε.

«Σε θυμάμαι» του είπε, «και εσύ το ίδιο».

Και εκείνος χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι. Τουλάχιστον εκεί μπορούσε να την βλέπει.

CC

One response to “Με θυμάσαι;”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading