Μια φορά κι ένα… λεπτό, ήταν η στιγμή που τα άλλαξε όλα.
Ο Αλέξανδρος καθόταν μόνος στο δωμάτιό του, όταν άκουσε έναν ήχο τόσο λεπτό που έμοιαζε με ψίθυρο.
Σήκωσε το βλέμμα και το έστρεψε στην παλιά κλεψύδρα του παππού του, που ήταν χρόνια τοποθετημένη πάνω στο γραφείο.
Η κλεψύδρα ήταν ένα παλιό, περίτεχνο αντικείμενο, φτιαγμένο έτσι, που πρόδιδε την εποχή του.
Οι δύο γυάλινες φιάλες ενώνονταν αρμονικά στη μέση, σχηματίζοντας το κλασικό στενό πέρασμα απ’ όπου κυλούσε αργά η άμμος.
Το γυαλί είχε μια ελαφριά θαμπάδα, σαν να κουβαλούσε την ανάσα του χρόνου πάνω του, ενώ οι κόκκοι της άμμου μέσα της, δεν είχαν το συνηθισμένο λευκό ή μπεζ χρώμα αλλά ένα κεχριμπαρένιο, βαθύ και ζεστό που έμοιαζε να λαμπυρίζει όταν το έπιανε το φως.
Το πλαίσιο ήταν ξύλινο, σκαλισμένο με μικρές γεωμετρικές λεπτομέρειες, φθαρμένο στις άκρες από την πολυκαιρία, αλλά ακόμη στιβαρό.
Επάνω του διακρίνονταν μικρές χαρακιές, σαν μυστικά σημάδια που μόνον ο παππούς του θα ήξερε να εξηγήσει.
Υπήρχε κάτι υποβλητικό σ’ αυτήν την κλεψύδρα.
Έμοιαζε όχι μόνο να μετρά τον χρόνο, αλλά να τον φυλάει, να τον συσσωρεύει μέσα στους κόκκους της άμμου της.
Ήταν οικογενειακό κειμήλιο.
Ο παππούς, συνήθιζε να λέει… “Δεν μετρά τον χρόνο, τον κρατά”.
Ο Αλέξανδρος το άκουγε αυτό πάντα σαν αστείο, ώσπου εκείνο το βράδυ κατάλαβε πως ίσως να μην ήταν και τόσο αστείο.
Γιατί, μέσα από την άμμο που χυνόταν στις φιάλες, είδε να σχηματίζεται μπροστά του μια σκηνή που γνώριζε καλά.
Ήταν στο σταθμό του τρένου. Κι εκεί… απέναντί του, στεκόταν η Ελένη.
Περίμενε με μια ανυπομονησία σα να ήξερε ότι εκείνος θα ερχόταν, αλλά ταυτόχρονα έκρυβε κι έναν φόβο πως δεν θα ερχόταν ποτέ.
Ο Αλέξανδρος θυμήθηκε αμέσως!
Ήταν η μέρα που την άφησε να φύγει…
Ο φόβος του για το άγνωστο τον έκανε τότε να στραφεί αλλού, να την αφήσει.
Όμως εκείνο το βήμα προς τα πίσω, τον στοίχειωνε χρόνια.
Και τώρα, το ράγισμα της κλεψύδρας, του έδινε την ευκαιρία να σταθεί ξανά μπροστά σ’ εκείνο το λεπτό.
Έσκυψε, πήρε έναν κόκκο χρυσής άμμου στην παλάμη του και τον κράτησε σφιχτά.
Το δωμάτιο διαλύθηκε γύρω του κι όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, βρισκόταν στον σταθμό.
Το βαγόνι σφύριζε έτοιμο να φύγει.
Η Ελένη τον κοιτούσε…
Αυτή τη φορά ο Αλέξανδρος δεν γύρισε την πλάτη.
Έκανε το βήμα.
– Ελένη… είπε.
-Ήρθες!, απάντησε εκείνη κι ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη της.
Το τρένο ξεκίνησε, κι εκείνοι είχαν μπει μαζί.
Οι μέρες πέρασαν γεμάτες συζητήσεις, χαμόγελα, σιωπές που δεν πονούσαν πια.
Ο Αλέξανδρος ένιωθε σα να του χαρίστηκε μια δεύτερη ζωή, η ζωή που δεν είχε τολμήσει να ζήσει τότε. Ξεχνούσε την κλεψύδρα, ξεχνούσε το ράγισμα, ώσπου ένα βράδυ ξύπνησε από τον ίδιο ήχο.
Ένα “κλικ” γυαλιού που έσπαζε…
Μπροστά του εμφανίστηκε ξανά η κλεψύδρα.
Αυτή τη φορά, η άμμος της ήταν σκοτεινή, βαριά και μια φωνή ψιθύρισε μέσα στο μυαλό του… “Τίποτα δεν χαρίζεται χωρίς τίμημα”.
Ο Αλέξανδρος πάγωσε.
– Ποιος μιλά; ρώτησε.
– Η στιγμή που διάλεξες να ξαναζήσεις, το λεπτό που άρπαξες απ’ τον χρόνο. Αν το κρατήσεις, κάτι άλλο θα χαθεί. Ο χρόνος πάντα παίρνει πίσω όσα δίνει.
– Και τι θα χαθεί; ψιθύρισε.
– Ίσως μια στιγμή, μια μέρα, ίσως μια μνήμη, ίσως ένας άνθρωπος. Δεν θα το αποφασίσεις εσύ αλλά ο χρόνος.
Ο Αλέξανδρος έκανε προσπάθεια να σβήσει αυτή τη φωνή από τη σκέψη του. Όμως, σύντομα, είδε τα πρώτα σημάδια.
Ένα πρωί ξύπνησε και δεν θυμόταν το όνομα της μητέρας του.
Οι φωτογραφίες της ήταν θαμπές, σαν να είχε σβηστεί το πρόσωπό της.
Την επόμενη μέρα περπατώντας μόνος, είδε όλα τα ρολόγια στις βιτρίνες να δείχνουν διαφορετικές ώρες.
Ο χρόνος γύρω του ξέφτιζε…
Η Ελένη όμως, δεν παρατηρούσε τίποτα.
Ζούσε μαζί του το τώρα, χαρούμενη, ήρεμη, χωρίς αμφιβολίες.
Για λίγο… αυτό του αρκούσε.
Μα η φωνή της κλεψύδρας, δεν σίγησε ποτέ!
– Κάθε λεπτό που κέρδισες είναι δανεικό. Και το χρέος πλησιάζει.
Ένα απόγευμα στο βασίλεμα του ήλιου, οι δυο τους περπατούσαν αγκαλιά δίπλα στη θάλασσα.
Το κύμα χτυπούσε απαλά στα βράχια, σαν να ψιθύριζε μυστικά στην ακτή.
Ο αέρας μύριζε αλάτι και φύκια, κουβαλώντας μαζί του μια υπόσχεση ελευθερίας.
Η Ελένη τον κοίταξε…
– Ξέρεις… καμιά φορά νιώθω ότι όλα αυτά είναι σαν όνειρο. Σαν να μας δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία. Κι αν είναι έτσι, δεν θέλω να ξυπνήσω ποτέ.
Ο Αλέξανδρος στάθηκε.
Η φωνή του χρόνου ψιθύριζε μέσα του. “Μια φορά κι ένα λεπτό. Διάλεξε…”.
Κοίταξε την Ελένη βαθιά στα μάτια και την φίλησε.
Εκείνη τη στιγμή, κεχριμπαρένια άμμος πλημμύρισε τον αέρα κι εκείνο το φιλί έγινε αιώνιο…
Όταν άνοιξε τα μάτια του, βρισκόταν ξανά στο δωμάτιό του.
Η κλεψύδρα σπασμένη στο πάτωμα.
Έτρεξε με λαχτάρα στο τηλέφωνο, να καλέσει την Ελένη. Μα το όνομά της δεν υπήρχε πουθενά. Οι φωτογραφίες τους είχαν χαθεί.
Προσπάθησε απελπισμένα να θυμηθεί το πρόσωπό της, αλλά το μυαλό του ήταν άδειο.
Μόνο μια γεύση έμεινε στα χείλη του, αλμυρή σαν εκείνο το θαλασσινό φιλί.
Το τηλέφωνο βάρυνε στο χέρι του, παγωμένο σαν ξένο αντικείμενο.
Ο ήχος της γραμμής, εκείνο το ξερό βουητό, του τρυπούσε την καρδιά.
Έκλεισε βιαστικά, σχεδόν φοβισμένος.
Γύρισε στο σαλόνι. Οι δείκτες του ρολογιού του τοίχου, γυρνούσαν ακανόνιστα, λες κι έχαναν τον ρυθμό τους.
Προχωρούσαν και μετά ξαναγύριζαν πίσω, σαν να ήθελαν να ξεγράψουν τα λεπτά που μόλις πέρασαν.
Έσκυψε πάνω από τα θραύσματα της κλεψύδρας. Η άμμος είχε χυθεί στο πάτωμα κι έμοιαζε να κινείται αργά, σαν να ανέπνεε. Κάθε κόκκος έμοιαζε να αντανακλά στιγμές…
Ένα χέρι γυναικείο που χαϊδεύει το μάγουλό του, μια βόλτα πλάι στη θάλασσα, μια σκιά που χάνεται πίσω από μια κλειστή πόρτα.
Μα όσο προσπαθούσε να σταθεί σε μια εικόνα, εκείνη διαλυόταν μέσα στο φως.
Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Ήξερε πια πως δεν είχε απλώς ξεχάσει.
Κάποιος, ή κάτι, είχε αφαιρέσει την Ελένη από τον χρόνο του.
Όχι μόνον από τις φωτογραφίες αλλά κι από την ίδια του τη μνήμη.
Κι όμως, εκείνο το αλμυρό φιλί στα χείλη της Ελένης, ακόμα αντιστεκόταν. Ήταν το τελευταίο απομεινάρι της ύπαρξής της.
Έκλεισε τα μάτια και ψιθύρισε το όνομά της, χωρίς να ξέρει αν το προφέρει σωστά.
Η άμμος στο πάτωμα αναδεύτηκε.
Η στιγμή που τα άλλαξε όλα τον γέμισε και τον άδειασε μαζί.
Ο χρόνος είχε κρατήσει τον λόγο του. Είχε πάρει ό,τι του αναλογούσε και είχε αφήσει πίσω του το σιωπηλό του αποτύπωμα.
Τίποτα δεν δίνεται χωρίς τίμημα κι όμως… μερικές φορές το τίμημα δεν είναι απώλεια, αλλά ανάμνηση που ξεθωριάζει.
Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε, γιατί βαθιά μέσα του ήξερε πως, έστω κι αν δεν θυμόταν καθαρά, εκείνη η στιγμή είχε όντως υπάρξει.
Κι ίσως αυτό να ήταν αρκετό.
Δεν είχε σημασία αν οι λεπτομέρειες είχαν ξεθωριάσει όπως τα χρώματα ενός παλιού πίνακα.
Αυτό που έμεινε ήταν η βεβαιότητα της ζεστασιάς, η γαλήνη της παρουσίας, η αίσθηση πως κάτι αληθινό είχε αγγίξει την ψυχή του.
Σαν το άρωμα ενός λουλουδιού που γεννιέται για μια στιγμή κι ύστερα χάνεται.
Βγήκε στο δρόμο, έσφιξε τα χέρια γύρω από το τζάκετ του, κοίταξε τον ουρανό που είχε πάρει να ροδίζει και ένιωσε ένα απαλό κύμα ευγνωμοσύνης να τον πλημμυρίζει.
Ο χρόνος μπορεί να παίρνει, αλλά ποτέ δεν σβήνει ολοκληρωτικά.
Κάτι πάντα μένει…
Ένα βλέμμα, ένα φιλί, μια αίσθηση, ένας ψίθυρος που συνεχίζει ν’ ανασαίνει μέσα μας.
Ο Αλέξανδρος άφησε την καρδιά του να γείρει απαλά στο αύριο, σαν παιδί που αποκοιμιέται στην αγκαλιά της μάνας.
Και χαμογέλασε… ναι, χαμογέλασε γιατί ήξερε, πως έστω κι αν δεν θυμόταν, εκείνη η στιγμή είχε υπάρξει…
Λίλη Λέζου
