Ο δυνατός κρότος από την σύγκρουση των δύο οχημάτων τρόμαξε την Ραφαηλία, η οποία ήταν απορροφημένη στην οθόνη του υπολογιστή της, αφού προετοίμαζε την παρουσίαση του αυριανού μηνιαίου meeting. Τα ατυχήματα, δυστυχώς, ήταν συχνά στη διασταύρωση κάτω από το σπίτι της. Έτσι, πήρε μια βαθιά ανάσα για να ξαναβρεί τη συγκέντρωσή της και συνέχισε την δουλειά της.
Ωστόσο, μετά από δύο μόλις λεπτά, άκουσε μια αντρική φωνή να ρωτάει δυνατά “Αγόρι μου, με ακούς;” και μετά να συνεχίζει “Όχι, δεν ανταποκρίνεται… Μια στιγμή, κάνει σπασμούς! Με ακούτε; Ελάτε γρήγορα!”. Το αίμα της πάγωσε. Πετάχτηκε όρθια και βγήκε στο μπαλκόνι. Στο θέαμα της κόπηκε η ανάσα. Ακριβώς μπροστά από την πολυκατοικία ήταν σταματημένο ένα αυτοκίνητο, με διαλυμένα φώτα και προφυλακτήρα, χτυπημένο όλο στην αριστερή του πλευρά. Από πίσω διέκρινε ένα χέρι να συσπάται και ακριβώς από πίσω, μια μηχανή με πλαστικά γύρω γύρω από τη σύγκρουση. Κάλυψε με τη παλάμη το στόμα της και δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ποτάμι. Κόσμος μαζεύτηκε στο λεπτό που απλά κοιτούσαν. Εκεί η Ραφαηλία κατάλαβε ότι σπαταλούσε πολύτιμο χρόνο! Όρμησε μέσα στο διαμέρισμα, άρπαξε ένα μεγάλο πλαστικό μπουκάλι νερό, μια παλιά κουβέρτα, μια ομπρέλα, ένα μπουκάλι οινόπνευμα, γάζες και μπεταντίν (οτιδήποτε θεωρούσε πως θα μπορούσε να βοηθήσει με τις λίγες γνώσεις που είχε αποκτήσει από ένα δίωρο σεμινάριο πρώτων βοηθειών που είχε παρακολουθήσει), φόρεσε το πρώτο ζευγάρι αθλητικά που βρήκε μπροστά της και έτρεξε κάτω. Παραμέρισε τους παρευρισκόμενους και έφτασε μπροστά στον τραυματία. Ήταν αδύνατον να σταματήσει τα δάκρυα που έτρεχαν καυτά στα μάγουλά της.
Ένας άγγελος διαλυμένος!
Ένας ξανθός άντρας, δύο μέτρα, που το σώμα του έκανε σπασμούς, τα πράσινα μάτια του γύριζαν κάθε τόσο πίσω, έβγαζε ακατανόητες κραυγές και το δεξί του πόδι είχε παραμορφωθεί, αφού είχε διπλώσει στα δύο. Είχε σπάσει το καλάμι στη μέση και προεξείχε, με το υπόλοιπο να έχει γυρίσει ανάποδα. Αίματα…
Ο άντρας που ήταν εξ αρχής δίπλα του και είχε καλέσει τις πρώτες βοήθειες τη ρώτησε – για δεύτερη φορά, κατά την πρώτη είχε χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον – “Τον ξέρεις;”.
Η Ραφαηλία σκούπισε με το ένα χέρι τα δάκρυά της και απάντησε: “Όχι, αλλά σας παρακαλώ, αφήστε με να τον βοηθήσω μέχρι να έρθει το ΕΚΑΒ”.
Ο άντρας της έκανε νεύμα με το χέρι να έρθει κοντά του.
“Πάρτε την ομπρέλα και ανοίξτε την πάνω από το κεφάλι του να μην τον χτυπάει ο ήλιος”
Μια γυναίκα από το πλήθος αμέσως πήρε την ομπρέλα και την άνοιξε πάνω από το κεφάλι του.
“Τώρα, τώρα που κάνει σπασμούς, περάστε την κουβέρτα (την οποία είχε διπλώσει στα δύο) σαν μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι του για να μην βρίσκει κάθε τόσο στο οδόστρωμα και εντείνεται το χτύπημα”.
Ο άντρας έπραξε όπως του είπε.
“Το πόδι δεν μπορώ να το αγγίξω… Δεν ξέρω…”.
Έκατσε πάνω στα γόνατα της δίπλα του. Έριχνε παγωμένο νερό στη παλάμη της και την περνούσε από το πρόσωπό του. Μετά από αρκετές επαναλήψεις, είχε βλεμματική επαφή! Την κοίταζε μέσα στα μάτια!
Άνοιξε το στόμα του και έβγαλε κραυγή, σαν άγριο ζώο που πονάει. Συγκράτησε με πολύ κόπο τα δάκρυά της και του έπιασε το αριστερό χέρι. Την κράτησε τόσο σφιχτά που ένιωθε να της σπάει τις αρθρώσεις. Λογικό, βέβαια, τέτοια στιγμή να μην αντιλαμβάνεται τίποτα από όσα έκανε. Ο εγκέφαλος πάλευε να δώσει εντολή στα όργανα και τους μύες, αλλά μετά την τόσο βίαιη πτώση χωρίς κράνος ίσως τα πράγματα να ήταν χειρότερα…
“Γλυκέ μου, πώς σε λένε;”
Η Ραφαηλία συνήθιζε να μιλάει όμορφα.
Ξανά κραυγές. Αλλά αυτή τη φορά δεν πήρε τα μάτια του από τα δικά της. Προσπάθησε να βρει τη δύναμη, στηριζόμενος στο χέρι της, να σηκωθεί.
“Μη, σε παρακαλώ!”, του είπε με τρεμάμενη φωνή και ακουμπώντας το χέρι της στο στήθος του που παλλόταν σαν τρελό, του έδωσε να καταλάβει ότι πρέπει να ξαπλώσει πάλι. Του ακούμπησε το μπουκάλι με το νερό στα χείλη κι εκείνος προσπάθησε να πιει. Δεν του επέτρεψε πάνω από λίγες σταγόνες, γιατί μπορεί να πνιγόταν. Άρχισε να κοίτα γύρω του και οι κραυγές να εντείνονται. Μέχρι που ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι και τα μάτια του έπεσαν στο πόδι του. Οι κραυγές αντικαταστάθηκαν από ουρλιαχτά. Τρομακτικά ουρλιαχτά που και μέσα στο μεσημέρι σου έσκιζαν την ψυχή.
“Σε παρακαλώ, ηρέμησε. Προσπάθησε να ηρεμήσεις για να γίνεις καλά. Όλα θα πάνε καλά!”, του είπε χαμογελώντας, ενώ τα δάκρυα πέφτανε χοντρά πάνω στην άσφαλτο.
Εκείνη την στιγμή ακούστηκε η σειρήνα και μια μεγάλη μηχανή εμφανίστηκε. Ο νοσηλευτής κατέβηκε και έβγαλε το κράνος του με γρήγορες μεν, ήρεμες δε κινήσεις και αφού πήρε όλα όσα χρειαζόταν από τα δύο μεγάλα κουτιά δεξιά και αριστερά της μηχανής, ζήτησε, σε αρκετά αυστηρό τόνο, από τους παρευρισκόμενους να απομακρυνθούν, ιδανικά να φύγουν. Κάποιοι παρεξηγήθηκαν και έφυγαν μουρμουρίζοντας μισόλογα και άλλοι παραμέρισαν απλά. Μόνο στην Ραφαηλία και την γυναίκα που του κρατούσε την ομπρέλα επέτρεψε να μείνουν. Τις ρώτησε τι συνέβη και η γυναίκα τα εξιστόρησε όλα, με κάθε λεπτομέρεια. Εκεί η Ραφαηλία επιβεβαίωσε την αρχική της σκέψη, πως ο μηχανόβιος είχε περάσει το ‘STOP’ και με μεγάλη ταχύτητα μάλιστα.
“Ωραία”, απάντησε κοφτά ο νοσηλευτής. Έκανε γρήγορα μια ένεση στο δεξί πόδι του τραυματία, του πέρασε ορό, τον οποίο κρατούσε με το ελεύθερο χέρι της, ψηλά, η Ραφαηλία, του έριξε ένα σπρέι στη μύτη και τέλος με μια μόνο κίνηση επανέφερε το πόδι μπροστά και το έδεσε με τόσο υλικό που φαινόταν τριπλάσιο από το κανονικό. Χάρη στην ένεση, ο άντρας δεν πονούσε και μόλις ολοκλήρωσε την περιποίηση εκεί, τον σήκωσε καθιστό.
Ο άντρας δεν είχε αφήσει στιγμή το χέρι της Ραφαηλίας κι ακόμα και τώρα το κρατούσε σφιχτά. Ο νοσηλευτής του έριξε δυνατό φως με έναν μικρό φακό στα μάτια και μόνο αφού βεβαιώθηκε για τη σωστή διαστολή και συστολή της κόρης τον έκλεισε.
“Πώς σε λένε;”.
Ο άντρας για πρώτη φορά κατάφερε να αρθρώσει “Άιο”.
“Μάριο;”, ρώτησε ο νοσηλευτής.
Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
“Έχεις κινητό και ταυτότητα πάνω σου; Πρέπει να επικοινωνήσουμε με τους δικούς σου”.
Ο Μάριος του έδειξε με τα μάτια την αριστερή του τσέπη. Εκεί βρισκόταν το κινητό και στο πίσω μέρος του, μέσα στη διάφανη θήκη, ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ, η ταυτότητα και το δίπλωμά του. Ο νοσηλευτής τον βοήθησε να ξεκλειδώσει το κινητό με τον δείκτη του, μιας και απαιτούνταν δακτυλικό αποτύπωμα και αμέσως πήγε στις επαφές. Εντόπισε το όνομα “μαμά” και κάλεσε. Την ενημέρωσε με κόφτες και άμεσες κουβέντες και ολοκληρώνοντας την κλήση ακούστηκε και η σειρήνα του ασθενοφόρου.
“Μικρέ, σου εύχομαι περαστικά”, του είπε με ένα κενό βλέμμα ο νοσηλευτής, τον οποίον αντικατέστησαν οι τραυματιοφορείς. Ζήτησαν από τη Ραφαηλία να συνεχίσει να κρατά τον ορό μέχρι να τον δέσουν στο φορείο, να τον σηκώσουν και να τον τοποθετήσουν μέσα στο όχημα.
“Θα έρθετε μαζί;”
Η Ραφαηλία με θολά από δάκρυα μάτια έγνευσε αρνητικά και τους απάντησε με τρεμάμενη φωνή:
“Εγώ εδώ μένω. Από ανθρώπινο ενδιαφέρον κατέβηκα και βοήθησα όπως μπορούσα. Έχει ενημερωθεί η οικογένειά του. Σας παρακαλώ, βοηθήστε τον…”
Ο ένας από τους δύο άντρες την ενημέρωσε ότι έπρεπε να κρατήσουν την κουβέρτα στο κεφάλι του, γιατί αυτή το κρατούσε ακριβώς στο ύψος που έπρεπε, την χτύπησε ελαφρά στον ώμο και κλείνοντας τις πόρτες, έφυγαν.
***
Οι μέρες πέρασαν και έγιναν μήνες. Κι όμως η Ραφαηλία δεν μπορούσε να ξεχάσει με τίποτα, ούτε όσα αντίκρισε, ούτε εκείνον τον άντρα. Κάθε βράδυ προσευχόταν να είναι καλά. Να μπορεί να περπατήσει και να μιλήσει. Να ξαναπάρει τη ζωή στα χέρια του.
***
Είχε ολοκληρωθεί περίπου ένας χρόνος από το συμβάν και κάπως είχε αρχίσει να σβήνει από τη μνήμη της. Η ρουτίνα της καθημερινότητας και οι υποχρεώσεις είχαν κυριεύσει το μυαλό της, παραμερίζοντάς το. Μια καινούργια βδομάδα είχε μόλις ξεκινήσει και η Ραφαηλία έτοιμη για το γραφείο, στερέωσε τα γυαλιά ηλίου στη μύτη της, πέρασε την μεγάλη μαύρη τσάντα στον ώμο της και κλείδωσε την πόρτα.
Κατέβηκε τις σκάλες και άνοιξε με φόρα την βαριά εξώπορτα της πολυκατοικίας. Με αργές κινήσεις άφησε την πόρτα να κλείσει πίσω της και σήκωσε τα γυαλιά στο κεφάλι της για να δει καλύτερα.
“Εσύ;”, είπε και ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων την κατέκλυσε, που γελούσε και έκλαιγε ταυτόχρονα.
“Ναι, εγώ. Κι αυτό είναι δικό σου”.
Η φωνή του άντρα που στεκόταν μπροστά της, ήταν βαριά και καθαρή.
“Μιλάς; Θεέ μου, μιλάς! Και στέκεσαι και όρθιος!”, φώναξε η Ραφαηλία και ασυναίσθητα τον αγκάλιασε σφιχτά. Όταν κατάλαβε τι είχε κάνει, τα μάγουλά της κοκκίνισαν και έκανε ένα βήμα πίσω. “Συγνώμη”, ψέλλισε και πήρε την κουβέρτα από τα χέρια του Μάριου που στεκόταν απέναντί της.
“Ήθελα πολύ να σε αγκαλιάσω, αλλά δεν ήξερα αν ήταν πρέπον… Με έσωσες και ήθελα να σε ευχαριστήσω. Ρώτησα, περιγράφοντάς σε, που μένεις…”
Η Ραφαηλία τον κοίταζε σαν μικρό παιδί που αντικρίζει το παιχνίδι των ονείρων του.
“Ξέρεις κάτι; Δουλεύω σήμερα, αλλά δεν θα πάω! Θέλεις να πάμε για έναν καφέ εδώ κοντά να μιλήσουμε;”.
Τα μάτια του Μάριου φώτισαν.
“Ναι”, απάντησε και με μεγάλη δυσκολία έκανε το πρώτο βήμα. “Έπρεπε να είχα φέρει τις πατερίτσες”, βιάστηκε να εξηγήσει.
“Μην ταλαιπωρείσαι, σε παρακαλώ. Θα πάμε πάνω. Η καφετέρια είναι μακριά”.
Ο Μάριος αρνήθηκε, μα η επιμονή της Ραφαηλίας ήταν τόση που ήταν αδύνατον να μην περάσει το δικό της!
Δήλωσε ασθένεια στο γραφείο, παρήγγειλαν πρωινό και καφέ και έκατσαν στον μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Η αμηχανία ήταν εμφανής, ωστόσο ο Μάριος πήρε τον λόγο για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα.
“Ξέρεις, οι νοσοκόμες ήθελαν να πετάξουν την κουβέρτα, γιατί ήταν μέσα στο αίμα και τον ιδρώτα. Ευτυχώς, μπόρεσα να την κρατήσω με όση δύναμη μου είχε απομείνει και νομίζοντας ότι είναι δική μου, την άφησαν. Την έχω πλύνει τώρα…”
“Μου φάνηκε αστείο το πώς διασώθηκε η κουβέρτα μου…”, είπε γελώντας. Ο Μάριος δεν ξεκόλλαγε τα μάτια του από τα δικά της.
“Τι;”, ρώτησε αμήχανα.
“Σε είδα να κλαίς και ήσουν τόσο όμορφη… Τώρα που χαμογελάς…”.
Η Ραφαηλια κοίταξε απότομα αλλού και σιωπή επικράτησε στον χώρο.
“Γιατί;”, ρώτησε ο Μάριος.
“Γιατί τι;”
“Γιατί;”, συνέχισε με τη βαριά του φωνή.
Η Ραφαηλία σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε.
“Θα το έκανα για τον οποιονδήποτε… Μα όταν σε αντίκρισα, ένιωσα πως ο Θεός πέταξε έναν άγγελο στη γη και διαλύθηκε σε κομμάτια…”.
Ο Μάριος γέλασε δυνατά κι εκείνη σχημάτισε μια λεπτή γραμμή στα χείλη, έσμιξε τα φρύδια και τον κοίταξε θυμωμένα. Εκείνος, βάζοντας όλη τη δύναμη στα χέρια του και το αριστερό του πόδι, βρέθηκε με μια κίνηση δίπλα της.
“Καλά θα ήταν να είχα έστω μια υποψία αγγέλου πάνω μου. Σε αντίθεση με εσένα, έχω κάνει πολλά πράγματα που δικαιώνουν τον Θεό που με έσπρωξε”.
“Νομίζω πως τώρα προσπαθείς να το σώσεις, αλλά δεν θα τα καταφέρεις!”, είπε με πυγμή η Ραφαηλία και στο επόμενο δευτερόλεπτο, το αριστερό χέρι του Μάριου είχε αρπάξει το σβέρκο της και τα χείλη του ρουφούσαν αχόρταγα τα δικά της. Σταμάτησε ό,τι έκανε απότομα και την κοίταξε περνώντας την γλώσσα από τα χείλη του.
“Έχεις τη γεύση του παραδείσου”.
Η Ραφαηλία ένιωθε το κορμί της να καίγεται και έναν ανεξέλεγκτο πόθο για τον άντρα που είχε απέναντί της. Από έναν βαριά τραυματία, που κινδύνευε να χάσει την επαφή με το περιβάλλον, ο Μάριος στεκόταν μπροστά της ευθυτενής και έτοιμος να διεκδικήσει τα πάντα.
“Είναι λάθος… Είμαστε και οι δύο φορτισμένοι συναισθηματικά τώρα και κάνουμε…”
“Βλακείες;”
Η Ραφαηλία δεν τόλμησε να τον κοιτάξει. Της έπιασε το πηγούνι με τον δείκτη και το σήκωσε.
“Μόλις μπόρεσα με τη βοήθεια των λογοθεραπευτών να ξαναβρώ πλήρως τον λόγο μου, τους μίλησα για σένα. Ούτε για το λάθος μου να περάσω το ‘STOP’, ούτε για τον άλλον με το αυτοκίνητο που έτρεχε, ούτε καν για την οικογένειά μου. Γιατί μπορεί να ήταν όλοι εκεί, αλλά τα δικά σου υγρά μάτια ήταν χαραγμένα στο μυαλό μου, ένιωθα το άγγιγμά σου στο χέρι μου κάθε στιγμή και τη φωνή σου στα αυτιά μου. Για να σε ξαναδώ και να σου μιλήσω έγινα καλά. Εσύ είσαι ο άγγελος εδώ, όχι εγώ”.
Η Ραφαηλία δεν του απάντησε. Τον πλησίασε αργά και πέρασε την παλάμη της από το στήθος του, τον κορμό του και κατέληξε στο δεξί πόδι. Το χάιδεψε, μέχρι που εντόπισε το σημείο σύνδεσης του προσθετικού μέλους.
“Κόπηκαν τα πάντα…”, της είπε.
“Πονάς;”, τον ρώτησε σιγανά.
“Από το γόνατο και κάτω, ναι, όταν δεν παίρνω τα φάρμακα”.
Ακολούθησε με την παλάμη της την αντίθετη διαδρομή προς τον λαιμό, πέρασε τα δάχτυλά της από τα χείλη του και τον φίλησε.
“Έχεις τη γεύση της κόλασης…”, του είπε με πονηρό ύφος και έμεινε στην αγκαλιά του, να ακούει την καρδιά που παλλόταν σαν τρελή στο στήθος του, σκεπτόμενη πώς ένα τόσο τραγικό γεγονός μπόρεσε να φέρει τόσο κοντά δύο ανθρώπους…
Αγγελική Ανδριοπούλου
