Ο μπαμπάς του Ρίκι άνοιξε την πόρτα και υποδέχτηκε τον αστυνόμο Γκαρσία, δείχνοντας με το χέρι του πού να καθίσει στο σαλόνι. Αμίλητος ακολούθησε τον αστυνόμο και έκατσε απέναντί του, προσπαθώντας να βρει λέξεις να μιλήσει. Έμπλεκε τα δάχτυλα μεταξύ τους ενώ κοίταζε το πάτωμα. Ο Γκαρσία του έδωσε χρόνο. Με το βλέμμα του επιθεώρησε το σπίτι. Ένα παλιό αλλά νοικοκυρεμένο σπιτάκι με δύο δωμάτια που φαίνονταν οι κλειστές πόρτες στο βάθος. Η κουζίνα δίπλα τους μύριζε καθαριότητα, αλλά οι κούτες πίτσας μέσα στην ξεχειλισμένη τσάντα μαρτυρούσαν ότι δεν μαγείρευε τις τελευταίες μέρες. Στο τραπεζάκι μπροστά του υπήρχαν κάδρα με φωτογραφίες της οικογένειας και άδεια κουτάκια μπύρας. Ο άντρας έβγαλε από την τσέπη το κινητό του και έδειξε στον αστυνόμο ένα βίντεο που του έστειλαν με τον γιο του.
«Τρεις μέρες. Τρεις μέρες που δεν ξέρω πού είναι η οικογένειά μου. Είπαν να μην πάω στην αστυνομία. Δεν έχουν ζητήσει χρήματα ακόμα. Δεν είναι παράξενο, αστυνόμε;» έτρεμε η φωνή του.
Ο Γκαρσία πήρε κοντά του το κινητό και είδε στην οθόνη το μικρό αγόρι να κάθεται πάνω σε ένα κρεβάτι και να παίζει με ένα μεγάλο ξύλινο τρενάκι. Φορούσε πιτζάμες και τα ξανθά μαλλιά του έμοιαζαν καθαρά. Φαινόταν ήσυχο μα πού και πού σήκωνε το κεφάλι προς το παράθυρο. Σαν κάτι να του τραβούσε την προσοχή. Αυτό έκανε εντύπωση στον Γκαρσία. Ζήτησε από τον Πάτρικ να του στείλει το βίντεο στο κινητό του.
«Προώθησέ το στην ομάδα», είπε στον συνάδελφό του μόλις βγήκαν από το σπίτι και φόρεσε τα μαύρα γυαλιά του.
«Σου φαίνεται και εσένα παράξενο που δεν έχουν ζητήσει χρήματα ακόμα;»
«Ναι», απάντησε μονολεκτικά ο Γκαρσία.
«Έχει περιουσία ο Πάτρικ;»
«Ναι, επιχειρήσεις και επενδύσεις. Μεγάλη περιουσία, μεγάλο κίνητρο».
«Το μόνο που έχουμε τώρα δηλαδή είναι το βίντεο;»
«Είναι αρκετό», απάντησε.
Ο συνάδελφός του θαύμασε το γεγονός ότι ο Γκαρσία μπορεί να μην ήξερε να στείλει ένα βίντεο από ένα κινητό στο άλλο, αλλά ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να λύσει μια υπόθεση διπλής εξαφάνισης μόνο με αυτό.
Το ίδιο απόγευμα συναντήθηκαν με την ομάδα τους στο γραφείο. Ο Γκαρσία συνήθιζε να γράφει τα στοιχεία που τον ενδιέφεραν με έναν μαρκαδόρο πάνω σε έναν πίνακα που τοποθετούσε στο κέντρο του χώρου. Κάποιοι ξεφύλλιζαν τους φακέλους της υπόθεσης και άλλοι δούλευαν στους υπολογιστές τους. Έβαλαν σε μια σειρά όσα ήξεραν και ανέλαβαν ανά δύο άτομα τα στοιχεία που θα ακολουθούσαν.
Τέταρτη ημέρα εξαφάνισης. Ο Γκαρσία και ο συνάδελφός του πήγαν στο σχολείο που δούλευε η Άννα. Μίλησαν με τους δασκάλους και την διευθύντρια. Κάποια μεγαλύτερα παιδιά τους προσέγγισαν για να ρωτήσουν για την κυρία τους. Μπορούσαν να καταλάβουν πόσο ανησυχούσαν, από τον τρόπο που περίμεναν ανυπόμονα μια απάντηση. Μια απάντηση που δεν μπορούσαν όμως οι αστυνόμοι να δώσουν. Έπρεπε να καθησυχάσουν τα παιδιά ώστε να μην χάσουν την ελπίδα τους. Τους είχε ζητηθεί εξ αρχής να ερευνήσουν με διακριτικότητα και αυτό επρόκειτο να κάνουν. Δεν έπρεπε να σπείρουν τον πανικό με την παρουσία τους εκεί. Κατέγραψαν όσα είχαν όλοι να τους πουν και προχώρησαν προς το γραφείο της. Εκεί έψαξαν τα συρτάρια και τις σημειώσεις της. Μάζεψαν τα κομμάτια του παζλ της ζωής της. Φαινόταν αφοσιωμένη στα παιδιά και έκανε την δουλειά της με αγάπη. Ενώ ξεφύλλιζε το ημερολόγιο με τα ραντεβού της, το δάχτυλο του αστυνόμου σταμάτησε πάνω σε ένα όνομα. Το είχε γράψει πιο βιαστικά από τα υπόλοιπα. Δεν ανέφερε ποιος ήταν όπως οι υπόλοιποι.
«Τάνια, ανθοπωλείο. Πίτερ, φωτοτυπίες. Όμως δες εδώ. Έρικ σκέτο. Μόνο τοποθεσία. Και προχειρογραμμένο».
«Πιστεύεις ότι μπορεί να τον απατούσε; Να σηκώθηκε και να έφυγε με το παιδί και η απαγωγή να είναι κόλπο;».
«Θα το μάθουμε. Πάμε».
Η ομάδα του έλεγξε το σχολείο του μικρού και τον χώρο εργασίας του Πάτρικ. Πήρε καταθέσεις από φίλους, συγγενείς και γειτόνους. Έδωσαν βάση στους άντρες συναδέλφους και υπαλλήλους του. Είπαν στον Γκαρσία ότι θεώρησαν ύποπτο το παρελθόν του αδερφού του Πάτρικ. Είχε αρκετά περιστατικά βίας στο παρελθόν του. Θα τον είχαν από κοντά.
«Πώς το είναι το όνομα του; Ντίλαν. Μάλιστα. Και τίποτα από τα αποτυπώματα; Όχι; Μάλιστα. Ευχαριστώ», έκλεισε το τηλέφωνο πριν φτάσει στο κατώφλι του σπιτιού του Έρικ.
Ο μεσήλικας άντρας που άνοιξε την πόρτα του ήταν τρομερά γνώριμος.
«Συγγνώμη για την ενόχληση», καθάρισε την φωνή του πριν δείξει το σήμα του. Ο συνάδελφός του έκανε το ίδιο. «Είστε αδερφός της Άννας;» ρώτησε και ο συνάδελφός του γύρισε και τον κοίταξε απότομα.
«Ναι. Ετεροθαλής», απάντησε ο άντρας και έκανε στην άκρη για να περάσουν.
«Πώς;» του έκανε νόημα με το χέρι ο συνάδελφός του.
«Το κάδρο με την φωτογραφία της στο τραπεζάκι του σαλονιού. Ίδια μάτια», ψιθύρισε ο Γκαρσία και χαμογέλασε κάτω από το παχύ του μουστάκι όταν ο συνάδελφός του έκανε και αυτός την σύνδεση.
Ο Έρικ πήγαινε πάνω κάτω ταραγμένος. Εξήγησε ότι είχε τέσσερις μέρες να μάθει νέα της Άννας. Με τον σύζυγό της δεν μιλούσαν. Δεν είχαν τις καλύτερες σχέσεις. Ήξερε μέσα του ότι κάτι είχε συμβεί, αλλά δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που του έλεγαν οι αστυνόμοι.
«Πόσα ζήτησαν;» ρώτησε τους αστυνομικούς πριν φύγουν. Είπε ότι ήθελε να βοηθήσει και εκείνος.
«Τον πιστεύεις;» ρώτησε ο συνάδελφός του όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο.
«Εσύ;» τον ξάφνιασε ξανά ο Γκαρσία.
«Ίσως».
«Πάρε τηλέφωνο να δεις αν έχουν κάποιο νέο από το βίντεο. Αν κατάφεραν να εντοπίσουν ποιος το έστειλε. Ύστερα θα ελέγξουμε το άλλοθι του Έρικ. Πρέπει να μάθουμε γιατί τον συνάντησε ταραγμένη στο σπίτι του. Εκείνος δεν θα μας πει».
«Την καλύπτει ή την προστατεύει;».
«Ή φοβάται», είπε ο Γκαρσία.
Πέμπτη ημέρα εξαφάνισης. Η ομάδα έφερε και ανέκρινε δύο συναδέλφους και πέντε υπαλλήλους της εταιρείας. Έπειτα έφεραν και τον Ντίλαν. Ο Γκαρσία παρακολουθούσε από έξω. Κρατούσε ένα μικρό τετράδιο και σημείωνε.
«Πού να ξέρω εγώ;» χτυπιόταν στο τραπέζι. «Ήμουν στην δουλειά εκείνη τη μέρα. ΔΕΝ ΞΈΡΩ ΤΙΠΟΤΑ!».
«Το ελέγξαμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί κάποιος να σε κάλυψε. Πώς ήταν η σχέση σου με την γυναίκα του αδερφού σου;».
«Καλή. Είναι καλή γυναίκα. Μιλούσαμε. Ερχόταν και με έβρισκε σε διάφορες στιγμές της ζωής της. Πήγα και εγώ σπίτι της πριν λίγες μέρες. Ήταν η τελευταία φορά που την είδα».
«Και με τον αδερφό σου;».
«Έτσι και έτσι».
«Τι είπατε εκείνη τη μέρα με την Άννα;»
Ο αστυνόμος Γκαρσία φύλαξε το στυλό στην τσέπη και έβαλε από πίσω το σημειωματάριο. Από όσα άκουσε έγραψε μια λέξη και την υπογράμμισε. Ζήλια.
«Θέλω να δω ξανά το βίντεο», είπε στους συναδέλφους του. Πήγαν στο γραφείο και άφησε το σακάκι του σε μια καρέκλα. «Ο Ρίκι ακούει κάτι», σταμάτησε στο σημείο που σήκωνε το κεφάλι του ο μικρός. «Ο ήχος ξεκινά και σταματά. Επαναλαμβάνεται».
«Δεν μπορεί να απομονωθεί ο ήχος. Μπορεί να είναι οτιδήποτε. Μια καμπάνα εκκλησίας, το σφύριγμα ενός πλοίου, ένα μεγάφωνο που βγάζει ανακοίνωση», είπε μια συνάδελφος και σταύρωσε τα χέρια της.
«Όχι. Είναι κάτι που όσες φορές και να το ακούσει του τραβάει την προσοχή. Τον ενδιαφέρει. Δώσε μου ξανά τον φάκελο με τους συγγενείς. Θέλω να ελέγξω ξανά τα ακίνητά τους. Κάποιο μέρος απομακρυσμένο, κρυμμένο από τα βλέμματα».
Έκτη ημέρα εξαφάνισης. Η ομάδα κρούσης έκανε έφοδο σε ένα εξοχικό σπίτι πάνω σε έναν λόφο έξω από την πόλη. Ένας μικρόσωμος σκύλος ήταν ελεύθερος πίσω από την περίφραξη και στεκόταν κάτω από το παράθυρο στο δωμάτιο του Ρίκι. Άρχισε να γαυγίζει και να τρέχει προς το μέρος των αστυνομικών γρυλίζοντας μα σταμάτησε μόλις τους μύρισε.
«Εσύ του έκανες παρέα», έβγαλε τα γυαλιά του ο Γκαρσία.
«Συνέλαβαν τον ιδιοκτήτη στο κέντρο», τον ενημέρωσε ένας συνάδελφός του.
«Μην ειδοποιήσεις ακόμα ότι βρήκαμε το παιδί».
Μια γυναίκα αστυνομικός βγήκε από το σπίτι κρατώντας την βαλίτσα με τα πράγματα του Ρίκι στο χέρι και πάνω της το παιδί που έκλαιγε κρυμμένο στην αγκαλιά της. Το έβαλε μέσα σε ένα από τα αυτοκίνητα και έκατσε μαζί του. Η ψυχολόγος πήγε και αυτή για να του μιλήσει και της είπε όλη την αλήθεια. Η ομάδα τελείωσε τον έλεγχο στο σπίτι και βγήκε ξανά στον κήπο. Πήραν και τον σκύλο μαζί και τον έβαλαν στην θέση του συνοδηγού.
«Καλή δουλειά», τον χάιδεψε ο Γκαρσία στο κεφάλι. «Πού είναι όμως η Άννα;».
Το σκυλάκι σηκώθηκε στα πίσω πόδια και πήδηξε έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Έτρεξε ως την άλλη πλευρά του κήπου με τους αστυνομικούς να τρέχουν και αυτοί από πίσω του. Σταμάτησε πίσω από έναν θάμνο σε ένα κομμάτι φρεσκοσκαμμένο χώμα και άρχιζε να σκάβει με μανία.
«Εδώ!» φώναξε ένας αστυνομικός.
Η άτυχη Άννα ήταν εκεί. Το αυτοκίνητο με το παιδί της έφυγε για να μην δει την διαδικασία. Αλλά ο Ρίκι ήξερε. Ήταν μπροστά όταν πέθανε η μαμά του. Κατάλαβε ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Μπήκε στο ίδιο αμάξι μαζί της. Εκείνος στο πίσω κάθισμα και το άψυχο σώμα της στο πορτ παγκάζ. Νόμιζε με το παιδικό του μυαλό ότι πήγαιναν στο νοσοκομείο. Όταν έφτασαν κατάλαβε πού ήταν. Το ήξερε εκείνο το σπίτι. Πήγαιναν κάποια καλοκαίρια με την οικογένειά του για να βλέπουν τον ξάδερφο του μπαμπά. Περισσότερο του άρεσε γιατί έβλεπε τον Ρίκι. Είχε δώσει το όνομά του στο σκυλάκι και όσο έμενε ήταν συνέχεια μαζί. Στην αρχή σκέφτηκε ότι πήγε εκεί για να του κάνει παρέα που ήταν μόνος στο σπίτι. Μα μετά κατάλαβε ότι κάτι ήταν διαφορετικό. Ο σκύλος δεν ήθελε να παίζει τώρα μαζί του. Στεκόταν μόνο κάτω από το παράθυρο και τον πρόσεχε. Ευτυχώς ο μικρός είχε κοιμηθεί όταν η μαμά του μπήκε κάτω από το χώμα. Μα ο σκύλος είχε μείνει ξάγρυπνος και τα είδε όλα. Και τώρα τα είπε στους αστυνομικούς. Και έμενε ένα ακόμα άτομο να συλλάβουν. Ο κύριος δράστης της υπόθεσης.
«Ακίνητος!», φώναξε ο Γκαρσία. Τον είδε πάνω από μια ανοιχτή βαλίτσα στο υπνοδωμάτιο να μαζεύει ρούχα. Είχε καταλάβει ότι το σχέδιό του έφτανε προς το τέλος. Σήκωσε αργά τα χέρια του και κάλυψε το πρόσωπό του. Ο αστυνόμος του ζήτησε να τα βάλει πίσω από την πλάτη.
«Ήταν ατύχημα», ομολόγησε σκύβοντας το κεφάλι.
Ίσως ο Γκαρσία τον πίστεψε μα δεν είχε σημασία πια.
*Ο δολοφόνος της Άννας είναι στις τέσσερις πρώτες λέξεις της ιστορίας. Τον βρήκες;
CC
