“Όχι, όχι δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό!”, μονολόγησε η Λίζα, βάζοντας τα χέρια πάνω στο κεφάλι της. Έβαλε με τρεμάμενα δάχτυλα ένα τσιγάρο στο στόμα της, το άναψε και φύσηξε τον καπνό ψηλά. Έκλεισε τα μάτια κι αναστέναξε. Όταν τα ξανάνοιξε, η κάφτρα έκαιγε ήδη τα ακροδάχτυλά της. Έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι με άτσαλες κινήσεις και πήρε το κινητό στα χέρια της. “Πρέπει να μιλήσουμε. Σε μία ώρα στο γνωστό σημείο”, πληκτρολόγησε και πάτησε ‘Αποστολή’.
– Μα ποιος μπορεί να είναι;
– Πού θες να ξέρω;
– Ποιος ξέρει για μας, Λίζα;
– Κανείς! Μ’ έχεις για ηλίθια; ξεφύσηξε δυνατά
– Και τι θα κάνουμε;
– Θα του δώσω όσα ζητάει, τι άλλο μπορώ να κάνω;
– Και ποιος σου λέει ότι θα σταματήσει και δεν θα συνεχίσει να μας εκβιάζει;
– Γιάννη, δεν είμαι αφελής! Φυσικά και θα συνεχίσει, αλλά πρέπει να κερδίσουμε χρόνο. Τα χρήματα τα θέλει αύριο, μέχρι τότε δεν προλαβαίνω να κάνω κάτι άλλο!
– Μήπως να πάμε στην αστυνομία;
– Και να πούμε τι; Ότι ένας άγνωστος με απειλεί ότι θα αποκαλύψει στον άντρα μου ότι τον απατάω κι ότι του κλέβω λεφτά; Ακούς τι λες; Θα του αφήσω αυτά που ζήτησε και θα δούμε τι θα κάνουμε. Στο μεταξύ έχε τα μάτια σου ανοιχτά! τον φίλησε στο λαιμό και βγήκε απ’ το μικρό διαμέρισμα
Σήκωσε το γιακά απ’ το μακρύ μαύρο παλτό της και με σκυφτά βήματα προχώρησε προς το αυτοκίνητό της. Το κρύο της περόνιαζε τα κόκαλα. Μπαίνοντας στη θέση του οδηγού, κλείδωσε τις πόρτες κι έβαλε μπροστά. Έπρεπε να προλάβει ανοιχτές τις τράπεζες, να κάνει την ανάληψη και την επομένη, να αφήσει τα χρήματα εκεί που της είπε ο εκβιαστής. Το μισούσε που υπέκυπτε, αλλά δεν υπήρχε τίποτε άλλο που θα μπορούσε να κάνει αυτή τη στιγμή. Θα έβαζε να ανακαλύψουν το πρόσωπο αυτού του ανθρώπου και σίγουρα θα τον έκανε να το μετανιώσει, αλλά μέχρι τότε θα έπρεπε να παίξει το παιχνίδι του, μιας κι είχε πολλά να χάσει αν έκανε πράξη τις απειλές του.
Για τη σχέση της με το Γιάννη δεν γνώριζε κανείς, ήταν απόλυτα σίγουρη γι’ αυτό. Ήταν το δεξί χέρι του άντρα της στην εταιρία, ακόμη κι αν τους είχε δει κάποιος μαζί έξω δεν θα ήταν παράξενο, πολλές φορές ο Πέτρος, ο άντρας της, τον έστελνε να τη συνοδέψει στην τράπεζα όταν ήταν να κάνει μεγάλες αναλήψεις για την εταιρία. Το μικρό διαμέρισμα στην άκρη της πόλης το είχαν νοικιάσει σε άλλο όνομα, δεν υπήρχαν λογαριασμοί ή φάκελοι στο όνομά του. Κι εκείνη ήταν πάντα πολύ προσεχτική κάθε φορά που τον επισκεπτόταν εκεί. Δεν μπορεί… ποιος να τους είχε καταλάβει; Κι επιπλέον, ακόμη κι αν κάποιος είχε ψυλλιαστεί την εξωσυζυγική της σχέση, πώς ήταν δυνατόν να γνωρίζει για την κομπίνα που είχαν στήσει στον Πέτρο;
Και πήγαιναν όλα τόσο καλά ως τώρα… Ο Πέτρος, εργολάβος δημοσίων έργων, με μεγάλο όνομα κι ακόμη μεγαλύτερες διασυνδέσεις. Κατάφερνε κι έπαιρνε με πλάγιους κυρίως τρόπους, δημόσια έργα σε ασύλληπτα ποσά. Το σκοτεινό φορολογικό παρελθόν του, δεν του επέτρεπε να έχει εταιρία στο όνομά του, έτσι η εταιρία λειτουργούσε στο όνομα της συζύγου του, της “τίμιας” και “στοργικής” Λίζας, η οποία θεωρητικά ήταν μια απλή νοικοκυρά. Ο Γιάννης, έμπειρος οικονομολόγος κι άνθρωπος απολύτου εμπιστοσύνης του Πέτρου, κατάφερνε ως το “δεξί του χέρι” να τραβάει υπέρογκα ποσά χωρίς να γίνεται αντιληπτός από κανέναν. Στόχος του παράνομου ζευγαριού, της Λίζας και του Γιάννη, ήταν να βάζουν στη δική τους τσέπη τα χρήματα απ’ τη σκοτεινή δουλειά του Πέτρου, χωρίς εκείνος να παίρνει χαμπάρι και να τα επενδύουν στο εξωτερικό. Είχαν ήδη καταφέρει να κάνουν μια αρκετά σεβαστή, κρυφή απ’ όλους, περιουσία, η απληστία τους όμως δεν τους άφηνε να σταματήσουν. Το πιο απλό θα ήταν να κλείσουν την εταιρία, κάτι πολύ εύκολο, μιας κι ήταν στο όνομα της Λίζας και να φύγουν, αφήνοντας τον Πέτρο στον άσσο. Ανέβαλλαν όμως συνεχώς την αποχώρησή τους, που επί της ουσίας ήταν το σχέδιό τους. Το χρήμα είναι γλυκό κι ήθελαν κι άλλο… κι άλλο… μέχρι που εμφανίστηκε αυτός ο εκβιαστής, απειλώντας τους να τα τινάξει όλα στον αέρα!
Έβαλε επαγγελματίες ν’ ασχοληθούν με το θέμα, αλλά σε κάθε περίπτωση, τα χρήματα θα έπρεπε να τα αφήσει στο σημείο που της είχε υποδείξει. Μέχρι να βρουν ποιος ήταν και να τον περιποιηθούν αναλόγως, χόρευαν στο ρυθμό του κι αυτό την εξόργιζε! Έπρεπε όμως να κρατήσει την ψυχραιμία της. Μέτρησε προσεχτικά είκοσι χιλιάδες ευρώ και τα έβαλε σε μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών, την οποία άφησε σ’ ένα χωράφι στη μέση του πουθενά, λίγο έξω απ’ την πόλη. Δεν θα είχε νόημα να καθίσει κάπου και να τον περιμένει να φανεί, το κάθαρμα είχε επιλέξει μια περιοχή χωρίς δέντρα ή κρυφά σημεία, υπήρχε ορατότητα από παντού. Άφησε τη σακούλα κι έφυγε γκαζώνοντας.
************
– Άρα όλα καλά;
– Όλα καλά; Ακόμη τρέμω! Βραδιάτικα στη μέση του πουθενά, μόνη μου, με τόσα χρήματα!
– Αφού στο είπα, με χρειαζόταν ο Πέτρος, δεν μπορούσα να έρθω μαζί σου! δικαιολογήθηκε χαμηλόφωνα
– Στο τέλος της εβδομάδας περιμένω αναφορά απ’ τον ντέντεκτιβ. Ελπίζω να έχει κάτι να μου πει.
– Να μ’ ενημερώσεις…
– Γιάννη, μ’ εκνευρίζει απίστευτα που μιλάς σαν θεατής κι όχι σαν κομμάτι αυτής της ιστορίας!
– Τι μπορώ να κάνω, Λίζα;
– Σ’ αφήνω. Πάω να κάνω ένα μπάνιο και να ξαπλώσω, σε λίγο επιστρέφει ο Πέτρος και δεν έχω καμία όρεξη για κουβέντες, θα κάνω ότι κοιμάμαι…
– Καληνύχτα κορίτσι μου…
Η Λίζα έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να του απαντήσει. Μια ζωή άτολμος και φυγόπονος… την είχε κουράσει! Ήθελε πάντα όλα τα οφέλη, με το ελάχιστο δυνατό ρίσκο. Εκείνη να σχεδιάζει, να οργανώνει, εκείνη να παίζει το κεφάλι της κορώνα γράμματα κι ο κύριος Γιάννης μόνο να… μια σκέψη πέρασε αστραπιαία απ’ το μυαλό της. Μήπως… όχι όχι αδύνατον! Μπορεί να ήταν άπληστος αλλά την αγαπούσε και… Μα ποιος άλλος θα μπορούσε να γνωρίζει; Ο τύπος στο τηλέφωνο μιλούσε με λεπτομέρειες κι όχι με γενικότητες… άρχισε να νιώθει την αναπνοή της να κόβεται.
************
– Με κουβάλησες ως εδώ για να μου πεις αυτές τις αρλούμπες; ο τόνος της φωνής του ήταν ασυνήθιστα έντονος
– Μόνο εσύ κι εγώ ξέρουμε, άρα…;
– Άρα, γιατί να μην είναι δικό σου κόλπο;
– Γιατί δεν είναι, Γιάννη! Γιατί σε κάθε περίπτωση τα χρήματα είναι δικά μου, λες να κλέβω τον εαυτό μου;
– Παίζω τη δουλειά μου, το όνομά μου, αν μαθευτούν όλα αυτά, κινδυνεύω με φυλάκιση… Τα χρήματα αυτά δεν είναι δικά σου, είναι δικά μας! τόνισε την τελευταία λέξη
– Εγώ το μόνο που σου λέω, είναι πως αν είσαι εσύ μπλεγμένος σ’ αυτή την ιστορία, θα δεις μια Λίζα που δεν φανταζόσουν!
– Αυτή η υπόθεση σ’ έχει τρελάνει, αυτό ξέρω εγώ! Αν είναι δυνατόν να υποπτεύεσαι εμένα! Πάω να φύγω γιατί θα τσακωθούμε άσχημα και με περιμένει κι ο Πέτρος! ο Γιάννης βρόντηξε την πόρτα βγαίνοντας
************
“Δυστυχώς τίποτα ακόμη, κυρία Βενέτη. Απ’ την στιγμή που δεν τηλεφωνεί, δεν μπορούμε να εντοπίσουμε το τηλέφωνό του με το σύστημα που βάλαμε στο κινητό σας κι όσο κι αν ψάχνουμε στο κοντινό περιβάλλον, δεν έχουμε δει καμία περίεργη κίνηση. Δεν σταματάμε όμως τις έρευνες, να ξέρετε ότι…”. Η Λίζα έκλεισε το τηλέφωνο, δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτα άλλο. Ήταν ακόμη στο σημείο μηδέν…
************
Δυο βδομάδες μετά, το τηλέφωνό της ξαναχτύπησε. Ο ίδιος άνθρωπος, τα ίδια λόγια, οι ίδιες απειλές, μόνο που το ποσό αυτή τη φορά ήταν πενήντα χιλιάδες ευρώ. Το σύστημα στο κινητό της δεν κατάφερε να εντοπίσει την κλήση και η Λίζα βρέθηκε πάλι μπροστά στον ίδιο μονόδρομο – ή θα έδινε ένα κομμάτι απ’ τα χρήματα που έκλεβε απ’ τον άντρα της ή θα τα έχανε όλα. Με βαριά καρδιά επέλεξε το πρώτο, με μια ελπίδα μέσα της πως αυτή τη φορά ίσως εκείνος έκανε το λάθος.
Δεν το έκανε. Το σημείο που επέλεξε ήταν απόμερο και το ίδιο αχανές με το προηγούμενο. Κι αυτή τη φορά, το ποσό την έτσουξε ακόμη περισσότερο.
“Αν δεν τον βρεις μέχρι το τέλος του μήνα θα απευθυνθώ αλλού!”, είπε σε έντονο τόνο στον ντέντεκτιβ που είχε προσλάβει, αν και βαθιά μέσα της ήξερε πως κι εκείνος έκανε ό,τι μπορούσε. Στο μεταξύ, η σχέση της με τον Γιάννη, βρισκόταν σε κρίση. Εκείνη δεν είχε ακόμη αποβάλλει τη σκέψη πως ίσως ήταν εκείνος που κρυβόταν πίσω απ’ όλα αυτά κι εκείνος είχε παγώσει απέναντί της, που τολμούσε να τον κατηγορήσει έτσι. Απ’ την άλλη πλευρά, ο Πέτρος, που δεν είχε αντιληφθεί τίποτα απ’ όσα συνέβαιναν, συνέχιζε να δουλεύει κανονικά και με νόμιμους, αλλά και πλάγιους τρόπους, κατάφερνε να αναλαμβάνει τεράστια δημόσια έργα, τα οποία απέφεραν πολύ μεγάλα ποσά στην εταιρία τους, στην οικογένειά τους. Νόμιζε…
*************
Εκατό χιλιάδες ευρώ ήταν η απαίτηση του εκβιαστή την τρίτη φορά που τηλεφώνησε στη Λίζα κι η απάντησή της εξέπληξε ακόμη και την ίδια. “Ξέχνα το! Όσα έφαγες, έφαγες! Εγώ η ίδια θα τα πω όλα στον άντρα μου, τώρα κιόλας! Άντε μου στο διάολο λοιπόν!”, είπε δυνατά και του έκλεισε το τηλέφωνο. Και μετά σιωπή. Γύρω της και μέσα της. Γιατί όντως το να μιλήσει στον Πέτρο ήταν μονόδρομος, αλλά πώς; Να του πει τι; Σε κερατώνω και σε κατακλέβω τρία χρόνια τώρα κι εσύ κοιμάσαι όρθιος; Να ζητήσει συγχώρεση; Τι να κάνει; Ίσως απλά μπλόφαρε, ίσως δεν έκανε ποτέ πράξη τις απειλές του και δεν έλεγε τίποτα στον Πέτρο, εξάλλου πώς θα μπορούσε να το αποδείξει; μια σκέψη φτερούγισε μέσα της.
Ήχος από μηνύματα στο κινητό της. Το πήρε στα χέρια. Φωτογραφίες της να φιλιέται με το Γιάννη στο μικρό, κρυφό διαμέρισμά τους. Φωτογραφίες με τους δυο τους στο αυτοκίνητο. Φωτογραφίες από πακέτα τιμολογίων. Φωτογραφίες… Αποδείξεις…
Ένιωσε να χάνει με μιας όλο το αίμα απ’ το σώμα της. Εγκλωβισμένη απ’ τις δικές της επιλογές, καλούνταν τώρα να πληρώσει τις συνέπειες. Το θέμα ήταν σε ποιον και πόσο ακριβά κι η ζυγαριά έγερνε ξεκάθαρα στη μεριά του Πέτρου κι όχι του άγνωστου εκβιαστή. Στην τελική κι ο Πέτρος είχε λερωμένη τη φωλιά του.
Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της και βγήκε απ’ το σπίτι. Θα πήγαινε να τον βρει. Τώρα…
*************
Ο Πέτρος, καθισμένος στην καρέκλα του γραφείου του, κοιτούσε ανέκφραστος τη Λίζα, που στεκόταν όρθια μπροστά του και μόλις του είχε εκμυστηρευτεί όσα συνέβαιναν πίσω απ’ την πλάτη του τα τελευταία τρία χρόνια.
– Ό,τι κι αν πεις έχεις δίκιο… Δεν ξέρω πώς μπόρεσα και το έκανα αυτό σε σένα. Ο Γιάννης… δεν ξέρω πώς με έπεισε… ψιθύρισε με κατεβασμένο το κεφάλι
– Λίζα, ξέρεις ότι η εταιρία είναι στα όρια χρεωκοπίας; την ρώτησε με σταθερή φωνή
Η Λίζα σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.
– Τι λες; Έχεις πάρει τόσα έργα… το ταμείο…
– Το ταμείο που βλέπει ο Γιάννης;
Η Λίζα τον κοίταξε τρομαγμένη. Το ύφος του ήταν ειρωνικό.
– Ήξερα, Λίζα. Απ’ την πρώτη στιγμή ήξερα. Απ’ το πρώτο πρώτο σας ραντεβού, τρία χρόνια πριν. Ήξερα και για τις συναντήσεις σας σ’ εκείνο το μικρό διαμέρισμα και για τα χρήματα που έκαναν φτερά απ’ το πουθενά. Για το ότι τόσο καιρό μ’ αφήνατε να δουλεύω σκληρά, ενώ ταυτόχρονα σκάβατε το λάκκο μου. Το πιο απλό θα ήταν να φύγω και να σας αφήσω μετέωρους. Ποιος άλλος θα μπορούσε να κάνει τη δουλειά μου; Κανείς δεν έχει το όνομα και τις γνωριμίες μου. Κι αυτό το ξέρατε κι εσείς, γι’ αυτό μ’ αφήνατε εδώ. Σε αντίθετη περίπτωση θα είχα γίνει από καιρό παρελθόν. Με χρειαζόσασταν όμως. Το κακό για σας ήταν πως αυτό το ήξερα, όπως ήξερα και για το σχέδιό σας. Όσο λοιπόν ήσασταν απασχολημένοι να με κλέβετε, είχα όλο το χρόνο να σκάψω αθόρυβα το δικό σας λάκκο. Η εταιρία σου χρωστάει παντού αγαπημένη μου γυναίκα! Προφανώς ο εραστής σου δεν γνώριζε γι’ αυτό, γιατί φρόντιζα προσωπικά την εικόνα που θα έβλεπε στα χαρτιά της εταιρίας. Δεν είμαι σίγουρος πως τα λεφτά που ως τώρα έχετε κλέψει από μένα, αρκούν για να σώσετε το τομάρι σας απ’ αυτούς στους οποίους χρωστάτε. Όχι ότι με αφορά κιόλας δηλαδή… Και φυσικά έχω φροντίσει από καιρό να προστατευτώ νομικά απ’ την οικονομική σου κατρακύλα, με τρόπους που δεν μπορείς ούτε να φανταστείς, αλλά ούτε και να αντιμετωπίσεις.
Ο Πέτρος κοίταξε τη Λίζα, που στεκόταν ακόμη όρθια μπροστά του κι είχε ασπρίσει. Χαμογέλασε ικανοποιημένος, την περίμενε πολύ καιρό αυτή τη στιγμή.
– Κι όταν πια με είχα καλύψει με κάθε πιθανό τρόπο κι αφού είχα φροντίσει να έχω στην τσέπη μου ένα τεράστιο ποσό, που είναι ικανό να με βοηθήσει για το επόμενο επαγγελματικό μου βήμα, είπα να σας παίξω λίγο. Εμφανίστηκα ως “άγνωστος εκβιαστής” και πήρα για πλάκα κάποια ψίχουλα απ’ την τσέπη σας, τα οποία όμως ήταν ικανά να κλονίσουν τη μεταξύ σας σχέση. Ελπίζω να γνωρίζεις πως ο εραστής σου αυτή τη στιγμή, παλεύει να πάρει όσα χρήματα μπορεί απ’ τις… κοινές σας επενδύσεις και να εξαφανιστεί, ε;
Η Λίζα έπεσε με φόρα στην καρέκλα πίσω της. Όχι, δεν μπορεί να συνέβαινε αυτό! Της ήταν αδύνατον να το πιστέψει.
– Δεν με πόνεσαν τα χρήματα, Λίζα. Πάντα ήξερα πόσο φιλοχρήματη είσαι. Με πόνεσε όμως που με πρόδωσες. Νόμιζα πως μ’ αγαπούσες, έπαιξες καλά το ρόλο σου, στο δίνω. Στο θέμα καρδιάς, παραδέχομαι πως κέρδισες. Με πλήγωσες, Λίζα, κι αυτό αγάπη μου, θα το πληρώσεις. Ακριβά.
Ο Πέτρος σηκώθηκε όρθιος και της άφησε ένα φάκελο στα χέρια.
– Αυτή είναι η εικόνα της εταιρίας σου. Θα σε βοηθήσει κι ο Γιάννης να υπολογίσετε σε πόσο καιρό θα μπείτε φυλακή κι οι δυο. Εσύ για χρέη κι εκείνος για πλαστογραφία. Καλή τύχη. της έδωσε ένα φιλί στο στόμα και βγήκε με αργά βήματα απ’ το γραφείο
Το παιχνίδι είχε μόλις τελειώσει, αλλά η τιμωρία μόλις άρχιζε.
Κική Γιοβανοπούλου
