Σαν σε ταινία…

Αισθάνθηκα πως ήταν το καταφύγιό μου. Ένα χαμόγελο που με έκανε να πιστέψω ξανά στον άνθρωπο. Μια αγκαλιά που ζέσταινε την καρδιά μου κι ένα άγγιγμα που προκαλούσε ρίγος στο κορμί μου. Ένα βλέμμα βαθύ σαν θάλασσα∙ γι’ αυτό, από τότε που με άφησε, μαζεύω στο σπίτι κοχύλια νεκρά και τα βάζω στ’ αυτί μου, για να ακούω τον παφλασμό των κυμάτων και να τον θυμάμαι.

Μα τι περίμενες, μικρή; Ένας περαστικός ήταν, που ήθελε να σου πει την ιστορία του σ’ ένα παγκάκι, εκεί που έκατσες να ξαποστάσεις και ν’ ανάψεις τσιγάρο, μετά από μια δύσκολη χρονιά. Έφυγες από το πάρτι για να μείνεις μόνη, γιατί ανάμεσα σε κόσμο ένιωθες ακόμα μεγαλύτερη μοναξιά. Κι εκείνος ήρθε δίπλα σου∙ είπε πως ήθελε να διηγηθεί όσα τον πλήγωσαν, σε έναν άγνωστο απόψε. Εσύ έμεινες, τον άκουσες προσεκτικά, μα το μετρό θα έκλεινε και δεν είχε τελειώσει. Την επόμενη μέρα ξαναβρεθήκατε στο ίδιο σημείο. Αυτή τη φορά συστήθηκε. Σου είπε τα πάντα. Και κάτι στο χαμόγελό του, κάτι στην αγκαλιά που σε έσφιξε στο τέλος, κάτι στο βλέμμα του σε έκανε να λησμονήσεις όσους σου είχαν τσακίσει την καρδιά. Για πρώτη φορά δεν ήθελες να μείνεις μόνη. Είχες ανάγκη πλέον από παρέα, την δική του παρέα. Άρχισες να του μιλάς για σένα. Ταιριάξατε απίστευτα. Συμφωνούσατε σχεδόν σε όλα. Το βλέμμα του είχε μια γλυκύτητα κάθε φορά που σε κοιτούσε. Ξαναβρεθήκατε μερικές φορές στο ίδιο παγκάκι∙ μιλήσατε πιο βαθιά για τις ζωές σας, που με έναν παράξενο τρόπο έμοιαζαν να τέμνονται. Κι έτσι άρχισες να τον ερωτεύεσαι, πολύ τόσο πολύ που δε φανταζόσουν πια τη ζωή χωρίς τις συναντήσεις σας.

Δεν είχατε ανταλλάξει τηλέφωνα. Ήταν δεδομένο ότι κάθε μέρα, την ίδια ώρα, θα βρίσκεστε εκεί. Μα μια μέρα πήγες και δεν ήταν. Περίμενες με τις ώρες. Τίποτα. Αν είχε δουλειά, θα το είχε πει, σκέφτηκες. Άρχισες να ανησυχείς. Τον έψαξες με βάση το όνομά του, βρήκες τον αριθμό του. Όταν του τηλεφώνησες, σου απάντησε με αυστηρή φωνή∙ σχεδόν σε αποπήρε. Για λίγο πάγωσες, μα τελικά του είπες ότι τον περίμενες στο παγκάκι στις οκτώ. Κι εκείνος, ψυχρά, σου είπε πως ήθελε απλώς να μοιραστεί την ιστορία του με μια άγνωστη και μετά να χαθεί∙ σαν σε ταινία. Σε ευχαρίστησε, είπε ότι η συζήτησή σας τον βοήθησε, μα ως εκεί.

Για λίγο πληγώθηκες. Αναρωτήθηκες αν ξέρεις τελικά να κρίνεις τους ανθρώπους. Αν ερωτεύτηκες κάποιον φρενοβλαβή ή απλώς σκληρό. Μα τον είχες βάλει στην καρδιά σου. Και δύσκολα θα έβγαινε από εκεί, το ήξερες καλά. Γιατί για σένα σημαίνει πολλά να σου εμπιστεύεται κάποιος την ιστορία του∙ εσύ, που συνήθως μένεις κλειστή και δεν ανοίγεσαι εύκολα.

Μακάρι να τον είχες στη ζωή σου, σκέφτεσαι, παίρνοντας μια τζούρα απ’ το τσιγάρο. Έξω φυσάει. Θέλεις μια αγκαλιά, σαν τη δική του για να ζεσταθείς. Η ώρα πέρασε∙ το μετρό κλείνει και πρέπει να γυρίσεις σπίτι. Νιώθεις μόνη, όχι γιατί δεν έχεις παρέα, αλλά γιατί δεν έχεις τη δική του. Κι έτσι προτιμάς να γράφεις ποιήματα, μήπως μέσα από τα γραπτά σου τον ξαναφέρεις για λίγο στη ζωή σου.

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading