Το τίμημα

Η Αγγελική έγερνε πάνω στο παράθυρο του συνοδηγού και κοιτούσε αφηρημένη έξω, τη βαθιά δασωμένη χαράδρα που αγκάλιαζε ο φιδωτός δρόμος και τις γύρω βουνοπλαγιές. Ξαφνικά το κορμί της έγειρε απότομα προς τα δεξιά και το κεφάλι της ακούμπησε ανεπαίσθητα στο τζάμι.

«Μπορείς, σε παρακαλώ, να μην τρέχεις;» είπε φανερά εκνευρισμένη και το σαγόνι της σφίχτηκε, αλλά η επιθυμία της δεν εισακούστηκε. Έριξε μια λοξή ματιά κατά το μέρος του οδηγού, καθώς ξεφύσηξε ενοχλημένη κοφτά. Πόσο θα ήθελε να κοπανήσει το κεφάλι αυτού του αλαζονικού βοδιού πάνω στο ταμπλό του αυτοκινήτου!

Ασυναίσθητα έτριψε τη γροθιά της μέσα στην παλάμη της. Εφιάλτης. Αυτό ήταν, ένας εφιάλτης, σκέφτηκε. Σύντομα όμως θα έφταναν στην Καρδίτσα και θα επέστρεφε στη δουλειά της και τη ζωή της και δε θα χρειαζόταν να ξαναδεί ποτέ ξανά τη μούρη αυτού του αντιπαθέστατου. Τι θα έκανε όμως με τον πατέρα της; Έπρεπε να πάρει μία απόφαση, σκέφτηκε και το βλέμμα της έπεσε στη μαύρη σακούλα που εξείχε κάτω από το κάθισμά της. Θα μπορούσε, αν δεν έπιανε ο εκβιασμός, να χρησιμοποιήσει όντως το περιεχόμενο της μαύρης σακούλας και να κάνει κακό στον πατέρας της;

Μήπως θα ήταν καλύτερα απλά να μην ξαναπάει στο χωριό και να κόψει κάθε δεσμό μαζί με την οικογένεια της… Αυτό θα σήμαινε ότι δε θα ξαναέβλεπε και τη μάνα της. Ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά της. Το πρόσωπό της τραβήχτηκε σ’ ένα ειρωνικό χαμόγελο, στη σκέψη ότι προσπαθούσε να ξεγελάσει τον εαυτό της. Ήξερε καλά πως οι συχνές επισκέψεις της στο χωριό δεν ήταν για να δει τους γονείς της, αλλά τον Άγη. Όσο και να προσπάθησε όλα αυτά τα χρόνια, ποτέ δεν κατάφερε να τον βγάλει από το μυαλό της ή να μείνει μακριά του. Γιατί δεν μπορούσε να ξεκολλήσει; Ήταν εκείνα τα μελιά μάτια που έσταζαν γλύκα σαν την κοιτούσε; Το όμορφο, γωνιώδες μελαχρινό πρόσωπο με τα καλογραμμένα χείλη, που ήθελε τόσο να ξαναγευτεί; Ή μήπως το γεγονός ότι τη χώρισε ξαφνικά, χωρίς λόγο, παρόλο που δε φαινόταν να υπήρχε άλλη γυναίκα στη ζωή του;

Το κεφάλι της χτύπησε λίγο πιο δυνατά στο τζάμι του αυτοκινήτου.
«Σταμάτα να τρέχεις!» ξέσπασε «Είναι επικίνδυνο σε τέτοιο δρόμο!»

Ο Γιώργος της έριξε μια απαξιωτική ματιά και συνέχισε να κατεβαίνει με μεγάλη ταχύτητα τον γεμάτο στροφές δρόμο.
«Σταμάτα!» πρόσταξε έξαλλη τώρα η Αγγελική. «Θα οδηγήσω εγώ! Κακώς σε άφησα να οδηγήσεις το αμάξι μου!»
«Ηρέμησε, κοριτσάκι μου! Απόλαυσε τη διαδρομή!» της είπε με ειρωνικό τόνο ο Γιώργος.
«Καταρχάς, σου είπα εκατό χιλιάδες φορές ότι δεν είμαι κοριτσάκι και σίγουρα δεν είμαι το κοριτσάκι σου!» έκρωξε η Αγγελική τονίζοντας το σου. «Και δεν πρόκειται να γίνω!
«Θα πας κόντρα στον μπαμπάκα σου;» τη ρώτησε στάζοντας ειρωνεία εκείνος.
«Ω ναι! Οπότε, τα κουβαδάκια σου και σ’ άλλη παραλία!» ούρλιαξε φανερά εκνευρισμένη σηκώνοντας και σφίγγοντας ασυναίσθητα τη μαύρη σακούλα στο στήθος.

Ο Γιώργος την κοίταξε μ’ ένα σαρκαστικό χαμόγελο ως τα αυτιά, όταν ξαφνικά γούρλωσε τα μάτια. Ένα κατσίκι του έκλεινε τον δρόμο. Έστριψε το τιμόνι απότομα και το κεφάλι της Αγγελικής χτύπησε πάνω στο τζάμι με δύναμη κάνοντας τη να βογγήξει. Έπειτα το έστριψε από την άλλη πλευρά προσπαθώντας να διατηρήσει τον έλεγχο του οχήματος, με αποτέλεσμα το πλαστικό νεσεσέρ της, το οποίο είχε αφήσει πάνω στη βαλίτσα της, στο κάθισμα πίσω από τον οδηγό, να εκτοξευθεί και να τη χτυπήσει με δύναμη στο πλάι του κεφαλιού.

Ο Άγης πάτησε εκνευρισμένος τη γόπα του στο ξέχειλο τασάκι. Τι κάνεις εδώ; ρώτησε για χιλιοστή φορά τον εαυτό του εκείνη την ημέρα. Ποιο το νόημα; Τι θα καταλάβεις;

Δεν μπορούσε να δώσει καμία απάντηση, απλά καθόταν μέσα στο αμάξι του, παρκαρισμένος σ’ ένα χωματόδρομο που διασταυρωνόταν με τον κεντρικό δρόμο και περίμενε. Περίμενε, όπως έκανε τα τελευταία δύο χρόνια, το αμάξι της Αγγελικής να περάσει από μπροστά του, να τη δει έστω και για μια στιγμή, λίγο ακόμη…

Η σκέψη του πήρε επώδυνα μονοπάτια. Όταν την είδε πριν λίγες μέρες να καταφθάνει στην πλατεία φορώντας ένα κίτρινο φόρεμα, ένιωσε τόσο ευτυχία! Όμως δεν άργησε να καταλάβει ότι κάτι είχε αλλάξει πάνω της. Δεν ήταν η χαμογελαστή, εγκάρδια Αγγελική που ήξερε. Απέφυγε να τον κοιτάξει και έμοιαζε αμήχανη και μαγκωμένη καθώς τους χαιρετούσε. Του πήρε λίγη ώρα ώσπου να συνειδητοποιήσει ότι δεν ήταν μόνη, αλλά τη συνόδευε ένας ψηλός γεροδεμένος άντρας με όμορφα χαρακτηριστικά. Ο γαμπρός, όπως τον φώναζαν πια όλοι στο χωριό. Ο γαμπρός, για τον οποίο ήταν τόσο περήφανος ο πατέρας της και κέρασε όλο το καφενείο καθώς κόμπαζε για την καταγωγή, τα λεφτά, τη δουλειά του…

Αναστέναξε λυπημένος. Την έχασε. Τα κατάφερε επιτέλους ο πατέρας της και έκοψε και το τελευταίο νήμα που τους ένωνε. Τα μάτια… Τα μάτια που καθρέφτιζαν της καρδιά τους τα αισθήματα. Η Αγγελική δεν τον κοιτούσε πια…

Η ανάσα του κόπηκε μόλις είδε στην απέναντι πλαγιά το μικρό αμάξι της σε έντονο μπλε χρώμα να ξεπροβάλει πίσω από μια στροφή. Το ακολούθησε με το βλέμμα του σαν μαγνητισμένος. Πολύ τρέχει, σκέφτηκε ανήσυχος. Τι έπαθε; Αυτή είναι πάντα προσεκτική οδηγός, αναρωτήθηκε.

Ήξερε τα πάντα για την Αγγελική, τι της άρεσε, τι δεν της άρεσε, πώς αντιδρούσε σε κάθε κατάσταση. Να όμως που τον εξέπληξε φέτος κουβαλώντας τον “γαμπρό”. Κι όμως, δε θα έπρεπε να τον εκπλήξει. Πόσα χρόνια θα τον περίμενε; Χτύπησε με μανία το τιμόνι και το ταμπλό του αυτοκινήτου. Πόσα; Ακόμη και αν κατάφερνε να ξεχρεώσει ποτέ το χρέος του πατέρα του, δεν θα κατάφερνε ποτέ να πείσει τον πατέρα της να τον δεχτεί για γαμπρό του, το γιό ενός φυλακόβιου, όπως τον έλεγε, για τη μονάκριβη πολυαγαπημένη του μοναχοκόρη…

Τον φυλακόβιο! Έτσι του ερχόταν να ουρλιάξει ώσπου να ματώσουν τα πνευμόνια του. Από πού να το πιάσει και πού να το αφήσει; Ότι την τελευταία φορά που έπιασαν τον πατέρα του, ήταν σίγουρος ότι του την είχε στήσει ο πατέρας της Αγγελικής; Αποδείξεις δε βρήκε ποτέ, αλλά τα μισόλογα και οι απειλές που άφηνε να αιωρούνται, αυτό υποδήλωναν.

Αλλά και ο δικός του πατέρας, δεν ήταν άγιος. Είχε ήδη καταδικαστεί για χρέη, έπειτα ήρθε ο τζόγος, τα μπλεξίματα με τους τοκογλύφους, οι ξυλοδαρμοί… Γιατί θα έπρεπε αυτός να πληρώσει τις βλακείες του πατέρα του για την υπόλοιπη ζωή του; Γιατί δεν μπορούσε να ζήσει μια φυσιολογική ζωή; Γιατί δεν του το επέτρεπαν; Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ονειρεύεται. Και κανείς δεν μπορούσε να τον σταματήσει από το να ονειρεύεται, ούτε οι πατεράδες τους… Να ονειρεύεται ότι θα κατάφερνε να ζήσουν μαζί, θα αράδιαζαν και κάνα δυο κουτσούβελα, θα… Μα πού είναι το αμάξι της; Γιατί καθυστερεί; Θα έπρεπε ήδη να έχουν φτάσει. Να σταμάτησαν πουθενά; Μα δεν έχει κάτι εκεί… Ήθελε μόνο να τη δει… Μα πού είναι; Ανυπόμονος έβαλε μπρος το αμάξι και χώθηκε στον κεντρικό δρόμο.

«Η Κική; Πού είναι η Κική;» ούρλιαξε τρομοκρατημένος ο Άγης φρενάροντας απότομα δίπλα στο όχημα, το οποίο, για καλή τους τύχη, είχε συγκρατηθεί από ένα μεγάλο πουρνάρι στο χείλος του γκρεμού.
Ο “γαμπρός”, που είχε καθίσει από την πλευρά της πλαγιάς σ’ ένα βράχο και προσπαθούσε να τηλεφωνήσει, αλλά δεν είχε σήμα, τον κοίταξε με απορία και ανασήκωσε τους ώμους του. Ο χρόνος έμοιασε να σταματά, σαν όλα να έγιναν μέσα σ’ ένα όνειρο. Ο πόνος, σαν την είδε αιμόφυρτη στο κάθισμα του συνοδηγού. Η προσπάθειά του να τη φτάσει. Ο σφυγμός της. Η ανακούφιση. Το θολό βλέμμα της. Η προσπάθεια να την απεγκλωβίσει, να σταματήσει το αίμα…

Ο θόρυβος της πόρτας που έκλεισε στο αγροτικό, έκανε τα γρανάζια του χρόνου να κινηθούν ξανά… Ο Άγης πάτησε το γκάζι και ξεκίνησε για το πλησιέστερο κέντρο υγείας, ενώ ο “γαμπρός” τον κοιτούσε άναυδος καθισμένος ακόμη στον βράχο.

«Κρυώνεις; Πώς είσαι;» τη ρώτησε για χιλιοστή φορά ρίχνοντάς της λοξές ματιές ο Άγης και η Αγγελική του απάντησε για χιλιοστή φορά “καλά”, και ας μην ήταν καλά. Ζαλιζόταν και την είχε πιάσει ένα ελαφρύ τρέμουλο, που φαινόταν να επιδεινώνεται όσο περνούσε η ώρα.

«Από το σοκ και το αίμα που έχασε», τους είπε ο γιατρός στο κέντρο υγείας καθώς έραβε το τραύμα. Κι εκείνη συμφώνησε, γιατί τι να πει; Ότι έτρεμε σε κάθε του άγγιγμα, σε κάθε εκδήλωση τρυφερότητας και ενδιαφέροντος του Άγη; Ή ότι σοκαρίστηκε όταν τον είδε να κλαίει καθώς προσπαθούσε να την τραβήξει από το αμάξι;

Ο Άγης έβαλε το χέρι του να σηκώσει πιο ψηλά τη ζακέτα του, με την οποία την είχε σκεπάσει και της χαμογέλασε απολογητικά.
«Σε λίγο φτάνουμε», τη διαβεβαίωσε
«Είμαι καλά, ας μην πάμε…»
«Δεν υπάρχει περίπτωση!» την έκοψε, «Τα είπαμε! Πρέπει να κάνεις εξετάσεις και να μείνεις μια μέρα στο νοσοκομείο, για να είμαστε σίγουροι…»
«Μα…» προσπάθησε να προβάλει αντιρρήσεις η Αγγελική
«Δεν έχει μα! Θα είμαι εκεί! Θα είμαι δίπλα σου! Το ξέρω ότι φοβάσαι για την μαγνητική και δεν μπορείς τους μικρούς χώρους, αλλά δε θα σε αφήσω! Θα είμαι εκεί!», τη διαβεβαίωσε, στηλώνοντας το βλέμμα του στον δρόμο κι έσφιξε τα χέρια του στο τιμόνι τόσο που άσπρισαν οι κόμποι.
«Το υπόσχεσαι;»
Εκείνος χαμογέλασε αχνά τραβώντας το στόμα του προς τη μία πλευρά και της έριξε ένα λοξό βλέμμα με τα υγρά μαύρα μάτια του, που σκιάζονταν από τις μεταξωτές πυκνές βλεφαρίδες του, γέρνοντας ανεπαίσθητα συγκαταβατικά το κεφάλι του.

«Θα είσαι εκεί… για πάντα;» τον ρώτησε η Αγγελική ζυγίζοντάς τον με το βλέμμα της και ανασηκώθηκε, κάνοντας τη ζακέτα να κυλήσει. Εκείνος ταράχτηκε, η ανάσα του κόπηκε και το κορμί του σφίχτηκε. Πάρκαρε το αμάξι και απέμεινε εκεί, να κοιτά την είσοδο του νοσοκομείου δαγκώνοντας με μανία τα χείλη του.
«Γιατί; Γιατί δεν μπορείς; Σε ρώτησα και τότε που μου ζήτησες να χωρίσουμε… Δικαιούμαι μία απάντηση! Γαμώto!», αναφώνησε εκνευρισμένη και η γροθιά της προσγειώθηκε στον ώμο του. «Μια αληθινή ειλικρινή απάντηση! Όχι τις ψευτιές που μου αράδιασες τότε! Γιατί άλλα λένε τα μάτια σου και οι πράξεις σου και άλλα τα λόγια σου; Γιατί;» τον ρώτησε επιτακτικά και ξαφνικά άρχισε να τον γρονθοκοπεί.

«Θες να μάθεις το γιατί;» τη ρώτησε, καρφώνοντάς τη με το βλέμμα του, κι εκείνη του έγνεψε καταφατικά.
«Γιατί ο πατέρας σου δε μου έδωσε άλλη επιλογή! Θυμάσαι τη χρονιά που μας είδε να φιλιόμαστε κι έκανε όλη εκείνη τη φασαρία;», η Αγγελική του έγνεψε θετικά. «Αν θυμάσαι… θα θυμάσαι ότι και δύο μέρες μετά συνέλαβαν τον πατέρα μου για κάτι δενδρύλλια στο χωράφι μας…» της είπε σκληρά. «Ο πατέρας σου τα φύτεψε, για να μου αποδείξει ότι αν δεν κάνω αυτό που θέλει και με το παρελθόν του πατέρα μου, θα τον έχωνε μέσα για τα καλά. Έπειτα τον έμπλεξε με τοκογλύφους! Κι όχι μόνο… Πολλά… Δεν μπορώ…» είπε περνώντας τις παλάμες του μέσα από τα σγουρά μαλλιά του.

«Είσαι σίγουρος; Αυτό που λες είναι… είναι…»
«Είμαι!» έγρουξε εκνευρισμένος και την κοίταξε στα μάτια. Η Αγγελική συνοφρυώθηκε. Η ανάσα της κόντυνε… Το είχε υποπτευθεί και αυτή, γι’ αυτό είχε ρωτήσει άπειρες φορές τον πατέρα της και κάθε φορά της το είχε αρνηθεί κατηγορηματικά. Για χρόνια έβλεπε τον τρόμο και τον φόβο στα μάτια των συγχωριανών τους, κάθε φορά που αντίκριζαν τον πατέρα της. Άκουγε τα μισόλογα, τις σπόντες, τον απόηχο των κουτσομπολιών, μα όλα αυτά περνούσαν μέσα από ένα φίλτρο. Την αγάπη της για τον πατέρα της. Για έναν πατέρα που μαζί της ήταν υπερπροστατευτικός μεν, αλλά τρυφερός… και όχι εκδικητικός, καιροσκόπος ή σκληρός και ικανός να κάνει τα πάντα για το κέρδος, όπως τον έβλεπαν οι άλλοι. Μα αυτό το φίλτρο είχε διαρραγεί αυτές τις μέρες, χάρη στον “γαμπρό”. Όταν κατάφερε να ξεσκεπάσει όλη αυτή τη δολοπλοκία σε βάρος της και αρνήθηκε να τον παντρευτεί, τότε είδε το άλλο του πρόσωπο. Εκείνο που έβλεπαν και οι υπόλοιποι. Ξεκίνησε τις απειλές και τους εκβιασμούς, και όταν αυτό δεν φάνηκε να την πτοεί, τη χτύπησε, για πρώτη φορά στη ζωή της… Ναι, τώρα μπορούσε να πιστέψει ότι ο Άγης της έλεγε την αλήθεια…

«Γι’ αυτό παράτησες τη σχολή; Γι’ αυτό επέστρεψες στο χωριό;»
«Παρόλες τις προσπάθειες του πατέρα σου, το πτυχίο το πήρα και φέτος θα ανοίξω γεωπονικό γραφείο στο χωριό. Και ελπίζω ότι σύντομα θα καταφέρω να ξεχρεώσω και το υπόλοιπο χρέος του πατέρα μου…»
«Μάλιστα… Αυτό σημαίνει… ότι εγώ… εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω μέρος της ζωής σου… Εξαιτίας του πατέρα μου… Θα κινδυνεύατε…», τραύλισε η Αγγελική σκύβοντας το κεφάλι και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της.
«Εσύ παντρεύεσαι!» της είπε ξερά ο Άγης.

Η Αγγελική ξεφύσηξε εκνευρισμένη και άνοιξε την πόρτα να βγει «Κανένας εκβιασμός, ούτε καν το ξύλο που μου έδωσε, θα με κάνουν ν’ αλλάξω γνώμη και να παντρευτώ αυτό το σίχαμα! Ακόμη και αν πρέπει να χρησιμοποιήσω τα ίδια του τα όπλα! Κι αν πρέπει να θυσιάσω κάτι, να είσαι σίγουρος ότι αυτό δε θα είναι το “εμείς”!» αναφώνησε κραδαίνοντας τη μαύρη σακούλα που τόση ώρα δεν έλεγε να αφήσει από τα χέρια της.

Ο Άγης την κοίταξε έκπληκτος. Η Αγγελική βγήκε από το αγροτικό κι έκανε να σταθεί όρθια, όταν ένιωσε να την κόβει κρύος ιδρώτας και τα πάντα να στριφογυρίζουν και να θολώνουν. Ο Άγης δεν το σκέφτηκε, μόνο βγήκε τρέχοντας και την αγκάλιασε προτού σωριαστεί.

«Πάρε τα βρωμόχερ’ σ’ απ’ την τσούπ’ μ’!» καμπάνισε μια εξοργισμένη φωνή. Ο Άγης και η Αγγελική κοίταξαν έκπληκτοι κατά την πόρτα του δωματίου, όπου στεκόταν ο πατέρας της και η μητέρα της.
«Άγη μου, μπορείς να βγεις λίγο έξω, σε παρακαλώ;» είπε μαλακά η Αγγελική και τον φίλησε επιδεικτικά στο στόμα. Ξαφνικά ο πατέρας της όρμησε προς το μέρος του και προσπάθησε να τον χτυπήσει, μα ο Άγης τον απέφυγε.
«Μπαμπά!» αναφώνησε φανερά εκνευρισμένη η Αγγελική. «Κάτσε κάτω τώρα! Έχουμε να μιλήσουμε! Σαν πατέρας και κόρη…» είπε ξερά η Αγγελική και απευθυνόμενη στη μάνα της και τον Άγη, πρόσθεσε με ύφος που δε δεχόταν αντιρρήσεις «Εσείς οι δύο… Έξω! Τώρα!». Οι τρεις τους κοιτάχτηκαν έκπληκτοι, δεν την είχαν ξανακούσει να μιλά έτσι.

*****

«Παππού, να ξέρεις! Άμα δεν με πας στο γαϊδουράκι σήμερα, εγώ δεν σε ξαναφιλάω!» άκουσαν τη μικρή να τον απειλεί ναζιάρικα, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος της και η Αγγελική και ο Άγης κοιτάχτηκαν αλαφιασμένοι. Ο πατέρας της Αγγελικής άρχισε να γελά δυνατά και έσφιξε τη μικρή πάνω του.

«Ακόμα απορώ τι στο καλό είπες στον πατέρα σου εκείνη την ημέρα κι έγινε άλλος άνθρωπος…» μουρμούρησε ο Άγης κοιτώντας τους.
«Μην μπερδεύεσαι, καλέ μου… Δεν έγινε άλλος άνθρωπος. Μην κοιτάς για εμάς, εμείς είμαστε οικογένεια… »
«Και πάλι, πώς τον έπεισες;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο Άγης, μα βλέποντας το θλιμμένο βλέμμα της, πρόσθεσε πιάνοντας το χέρι της, το οποίο έσφιξε μέσα στη δουλεμένη παλάμη του «Ό,τι κι αν έκανες, σημασία έχει το αποτέλεσμα…».
«Ναι, αυτό πιστεύει και ο πατέρας μου… Και η αλήθεια είναι πως κάποιες φορές, μόνο το αποτέλεσμα μετρά. Όμως μέσα μου, ξέρω… Και δεν είμαι καθόλου περήφανη που αναγκάστηκα, να χρησιμοποιήσω… τις μεθόδους του…» μουρμούρησε η Αγγελική αποφεύγοντας το βλέμμα του.

Ο Άγης της χαμογέλασε «Σημασία έχει ότι κατάφερες, αυτό που εγώ δεν μπορούσα. Πραγματοποίησες όλα τα όνειρά μου…»
«Τα όνειρά μας…» τόνισε η Αγγελική το ‘μας’. «Και κάθε “όνειρο” έχει ένα τίμημα. Το θέμα είναι πόσα είσαι πρόθυμος να θυσιάσεις. Ευτυχώς, αυτήν τη φορά το τίμημα ήταν μικρό… Για τον πατέρα μου πάλι… Δε θα το έλεγα…» είπε κι ένα σαρδόνιο χαμόγελο εμφανίστηκε για μερικά δευτερόλεπτα προτού χαθεί.

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading