«Ένα παιδί; Τι παιδί; Δικό μας;» έμεινε ο Παύλος με την κουβέρτα στο χέρι, ενώ ετοιμαζόταν να την σκεπάσει. Μεθυσμένη είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ και εκείνος από πάνω της προσπαθούσε να καταλάβει αν αυτό που άκουσε ήταν λόγια του ποτού ή το μεγαλύτερο μυστικό της ζωής της.
Δύο βδομάδες πριν, μπήκε στο εστιατόριο για να συναντήσει έναν πελάτη του και να κλείσει μια σημαντική συμφωνία για την εταιρεία που δούλευε. Στάθηκε στην είσοδο για να αφήσει την ομπρέλα του. Εκεί την είδε να μπαίνει. Η Δήμητρα, ο νεανικός του έρωτας. Έβγαλε το καφέ παλτό της που είχε βραχεί από την δυνατή βροχή. Τίναξε τα ίσια ξανθά της μαλλιά που έφταναν ως τους ώμους και κινούνταν μαζί με τις κινήσεις του προσώπου της. Στα πενήντα της, ήταν ίδια ακόμη. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Σαν ήταν και ο χρόνος ερωτευμένος μαζί της, αλλά αυτός την πρόσεχε καλύτερα.
Λίγα βήματα τους χώριζαν και τριάντα χρόνια που είχαν να ειδωθούν. Δύο φίλες της μπήκαν ταυτόχρονα και την αγκάλιασαν ενθουσιασμένες. Ο πελάτης του έφτασε και αυτός. Έπρεπε τώρα να πάνε στο τραπέζι τους. Μα ο Παύλος είχε κολλήσει τα μάτια του πάνω της και ένιωθε ξανά όπως όταν την πρωτοείδε στα 23 του. Να έχει ανατριχιάσει όλο του το σώμα. Ένα τρέμουλο στα χέρια και τα πόδια που δεν μπορούσε να ελέγξει. Να μην μπορεί να μιλήσει και να σκεφτεί. Έσφιξε όπως όπως το χέρι του πελάτη και προχώρησαν προς το τραπέζι του. Λίγα βήματα έκανε και γύρισε και την κοίταξε ξανά. Δεν τον είχε προσέξει ακόμα. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Έπρεπε γρήγορα να μαζέψει τον εαυτό του και να καταφέρει να εντυπωσιάσει τον πελάτη, ενώ το μόνο που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν ένα της βλέμμα.
Από το τραπέζι που έκατσαν, μπορούσε ακόμη να την βλέπει. Στο δικό της τραπέζι κάθονταν ήδη άλλες τρεις γυναίκες που φαινόταν ότι κάτι γιόρταζαν. Δεν θυμόταν καμία από αυτές, μάλλον ήταν νέες της φίλες. Έλειπε πολλά χρόνια ούτως ή άλλως από την πόλη. Θα είχε φτιάξει μια καινούρια ζωή. Θα είχε κάνει εκείνο το μεταπτυχιακό, θα είχε διαπρέψει στην δουλειά της, θα είχε παντρευτεί κάποιον πλούσιο και θα είχε κάνει και παιδάκια. Εκείνος δεν ήταν αντάξιός της, το είχε δηλώσει ξεκάθαρα η οικογένειά της. Ή αυτός ή εκείνοι. Που μαζί με εκείνους πήγαινε και η τεράστιά τους περιουσία. Την έβαλαν να διαλέξει. Μα δεν την κατηγόρησε ποτέ. Το ήξερε ότι της άξιζε το καλύτερο και ότι εκείνος δεν μπορούσε να το προσφέρει.
Άργησε να βρει τον δρόμο του, να αποφασίσει τι θέλει από την ζωή του. Για πολλά χρόνια ζούσε σαν να ήταν ακόμα νέος, χωρίς έγνοιες, δεν έπαιρνε σοβαρά την ζωή του. Τελείωσε τελευταίος το πανεπιστήμιο όταν οι υπόλοιποι είχαν ήδη καταξιωθεί στις θέσεις τους. Άργησε να μπει στην εταιρεία και τον αντιμετώπιζαν σαν να ήταν ο τελευταίος όλων. Όμως έστω και αργά, σήκωσε τα μανίκια και πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Δούλεψε σκληρά μέχρι που τα κατάφερε. Αφοσιώθηκε στη δουλειά.
Όσες γυναίκες πέρασαν από την ζωή του, έφυγαν γρήγορα. Γιατί δεν ήταν σαν εκείνη. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Γιατί όταν της είπε ότι ήταν ο έρωτας της ζωής του το εννοούσε τελικά.
Και τώρα ήταν ξανά λίγα βήματα μακριά του. Έβλεπε πάλι τα αμυγδαλωτά της μάτια να γελάνε. Τα λακκάκια στα μάγουλά της όταν χαμογελούσε. Τα χέρια της να αγκαλιάζουν και τα χείλη της να φιλάνε. Θα μπορούσε να έμενε να την κοιτάει για πάντα, μα η καρδιά του δεν χόρταινε. Την ήθελε ακόμα.
Δύο ώρες μετά, σηκώθηκε και έσφιξε ξανά το χέρι του πελάτη του. Επιτυχία, τα είχε καταφέρει. Ήπιε μια γουλιά ακόμα από το κρασί του και προχώρησε προς την έξοδο. Αποχαιρέτησε τον άντρα και ετοιμάστηκε να βγει ξανά στην βροχή. Άνοιξε την ομπρέλα και πάτησε έξω. Λίγα βήματα έκανε και γύρισε και την κοίταξε ξανά. Ήταν εκεί. Τον κοιτούσε και ένιωθε ξανά όλο το καρδιοχτύπι του περασμένου της έρωτα. Κοιτούσε ακίνητη εκείνον τον άντρα που σημάδεψε τα νεανικά της χρόνια. Εκείνον που μαζί του ονειρεύτηκε μια ολόκληρη ζωή και δεν έζησε τελικά τίποτα από αυτά. Εκείνον που δεν πίστευε ότι θα δει ποτέ ξανά. Και τώρα ήταν μπροστά της και την κοιτούσε σαν να ήταν ξανά το κορίτσι του. Σαν να είχε γυρίσει πίσω ο χρόνος και ήταν ξανά 20 χρόνων και περίμενε να πάει να πέσει στην αγκαλιά του. Εκεί που όλα έμοιαζαν σωστά αλλά της είπαν ότι ήταν μεγάλο λάθος.
«Δήμητρα…», μουρμούρισε, αλλά εκείνη τον άκουσε να την λέει πάλι «αγάπη μου».
Έκανε μερικά βήματα μπροστά, ούτε εκείνη ήξερε πώς κατάφερε τα πόδια της να κινηθούν. Στάθηκε μπροστά του και του χαμογέλασε.
«Παύλο!», του είπε, αλλά εκείνος την άκουσε να τον λέει πάλι «γλυκέ μου».
Για μερικά δευτερόλεπτα τα μάτια τους κοιτάζονταν και οι καρδιές τους μιλούσαν.
«Μεγαλώσαμε, μα είσαι κούκλα!», της είπε μην ξέροντας αν της άρεσε το κομπλιμέντο ή την έφερε σε δύσκολη θέση σε περίπτωση που ήταν παντρεμένη, αν ήταν ανοησία ή η σωστή πρώτη κουβέντα μετά από τριάντα χρόνια.
Εκείνη γέλασε και τα μάτια της βούρκωσαν. Έβαλε μια τούφα πίσω από το αυτί της και όταν κατέβασε το χέρι της του χάιδεψε το μπράτσο. Εκεί κάτω από την δυνατή βροχή, στριμωγμένοι κάτω από τις ομπρέλες τους, έδωσαν ραντεβού σε ένα καφέ στην ίδια γειτονιά που σύχναζαν όταν ήταν νέοι.
Στα ίδια στέκια πήγαν ξανά και έπιασαν την ζωή τους από εκεί που την είχαν αφήσει. Εκείνη όντως είχε παντρευτεί έναν πολύ πλούσιο άντρα που της είχαν υποδείξει οι γονείς της, έναν άνθρωπο του κύκλου τους. Μαζί του έζησε δυστυχισμένη 25 χρόνια, μέχρι που δεν άντεξε πια και μόλις έφυγαν από την ζωή οι γονείς της, έφυγε και αυτή. Παιδιά δεν είχαν κάνει. Εκείνος δεν ήθελε ή δεν μπορούσε, δεν του το διευκρίνισε. Έβαλε τα πράγματά της και τα χαμένα της χρόνια μέσα στις βαλίτσες της και έκλεισε για πάντα πίσω της την πόρτα.
Αυτές οι συναντήσεις τους έφεραν ξανά κοντά και οι συζητήσεις έγιναν πια εξομολογήσεις του έρωτα που ζούσε ακόμα μέσα στην καρδιά τους. Τα χέρια τους άγγιζαν το ένα το άλλο και τα χείλη τους δεν έκρυβαν αυτό που λαχταρούσαν. Μα μέσα της κάτι έκαιγε που δεν ήταν μόνο έρωτας, αλλά και πόνος και την έτρωγε ολόκληρη πολλά χρόνια.
Ένα βράδυ, στάθηκε μπροστά από τον καθρέφτη και κοίταξε τον εαυτό της. Ήταν άραγε ακόμα τόσο όμορφη όσο της έλεγε ο Παύλος; Φορούσε ένα μαύρο φόρεμα ως το γόνατο και λευκά ψηλά πέδιλα. Κρατούσε ένα μικρό άσπρο τσαντάκι και ένα μαύρο σακάκι στο χέρι. Σε λίγο θα τον συναντούσε. Απόψε θα του το έλεγε. Απόψε θα έβγαζε αυτό το βάρος από μέσα της. Το είχε κάνει ο Θεός και είχε μια ευκαιρία να κάνει το σωστό. Και ό,τι ήταν να γίνει ας γίνει.
Κατά τη διάρκεια του δείπνου, έσπρωχνε πέρα δώθε το φαγητό της μέσα στο πιάτο. Ο Παύλος και απόψε ήταν πολύ ευδιάθετος και της έλεγε ιστορίες από την δουλειά του. Εκείνη άκουγε, ενώ έπινε το ένα ποτήρι κρασί μετά το άλλο. Απόψε είχε σκοπό να της ζητήσει να έρθει στο σπίτι του. Απόψε θα της το έλεγε.
Η Δήμητρα δεν πρόσεξε πότε άρχισε να ζαλίζεται και ο Παύλος σκέφτηκε ότι το είχε καταλάβει και είχε άγχος. Βλέποντάς την ότι πλέον δεν αισθανόταν καλά, ζήτησε τον λογαριασμό και την σήκωσε διακριτικά να βγουν από το εστιατόριο. Την κρατούσε σφιχτά από το μπράτσο, αλλά εκείνη παραπατούσε και έπεφτε στην αγκαλιά του. Το αυτοκίνητό του ήταν κοντά, αλλά δεν ήξερε πού ακριβώς ήταν τώρα το σπίτι της. Όλες τους οι συναντήσεις αυτές τις δύο εβδομάδες είχαν γίνει στο κέντρο. Θα την πήγαινε σπίτι του, δεν είχε άλλη επιλογή.
Την έβαλε στην θέση του συνοδηγού και έδεσε την ζώνη της. Ενώ ήταν σκυμμένος από πάνω της, εκείνη τον φίλησε. Και αυτός δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Η καρδιά του κόντευε να πεταχτεί έξω από το στήθος του. Έκλεισε την πόρτα και τα μάτια του για μια στιγμή έξω από την θέση του συνοδηγού. Ήξερε ότι δεν ήταν σωστό, μα αυτό το φιλί τον συντάραξε. Σαν να είχε γεννηθεί για το φιλί της.
Μάτι δεν έκλεισε εκείνο το βράδυ, μόνο έκατσε στην πολυθρόνα απέναντι και την κοιτούσε ενώ κοιμόταν στον καναπέ. Η κουβέντα που μουρμούρισε πριν αποκοιμηθεί στριφογύριζε στο κεφάλι του. Υποθέσεις έκανε ασταμάτητα το μυαλό του. Αν ήταν αλήθεια; Μα ήταν δυνατόν να του έκρυψε τέτοια αλήθεια; Ένα παιδί. Ένα δικό τους παιδί.
Η Δήμητρα είχε μείνει έγκυος. Δεν υπήρχε περίπτωση να την άφηναν οι δικοί της να το κρατήσει. Μα ούτε αυτή θα δεχόταν να σκοτώσει το παιδί τους. Συμβιβάστηκαν. Εκείνη του είπε ότι έπρεπε να φύγει στο εξωτερικό. Κάτι για τις σπουδές της, για ένα πτυχίο, για μια δουλειά. Ούτε που θυμόταν. Είχε σταματήσει ο χρόνος. Ήθελε να πάγωνε για πάντα η ώρα εκείνη του αποχωρισμού. Της είχε ζητήσει να πάει μαζί της. Του αρνήθηκε. Έβαλε τέλος. Είχαν δώσει τελεσίγραφο οι γονείς της. Αυτό το παιδί ήταν το τελευταίο πράγμα που θα τους ένωνε.
Όταν ξύπνησε, έπιασε το κεφάλι της που γύριζε ασταμάτητα. Ο Παύλος της είχε αφήσει δίπλα στο τραπέζι ένα ποτήρι χυμό και κρουασάν φρέσκα από τον φούρνο. Οι μυρωδιές της έσπασαν τη μύτη. Εκείνος εμφανίστηκε φρεσκομπανιαρισμένος σκουπίζοντας με μια πετσέτα τα μαλλιά του. Εκείνη έτρωγε καθισμένη στον καναπέ.
«Σε κατάλαβα ότι σηκώθηκες», της είπε χαμηλόφωνα.
«Σε ευχαριστώ, είναι όλα τέλεια», του είπε. Δεν θυμόταν τίποτα από την χθεσινή βραδιά. Είχε αποκαλύψει αυτό που την πονούσε περισσότερο από όλα, αυτό που ήθελε τόσα χρόνια να του πει και δεν το θυμόταν καν.
Ο Παύλος έκατσε κοντά της και αποκάλυψε όσα του είπε το προηγούμενο βράδυ και εκείνη ντράπηκε και ξέσπασε σε κλάματα. Αυτός της έπιασε το χέρι και της ζήτησε μόνο ένα πράγμα. Ήθελε να γνωρίσει τον γιο του. Ή έστω να ξέρει πώς μοιάζει. Εκείνη συμφώνησε. Παρόλο που δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να εμφανιστεί μετά από τόσα χρόνια και να αναστατώσει την ζωή του. Δεν ήξερε αν έπρεπε να του ζητήσει κάτι. Ήταν η μαμά του, μα ήξερε πως μια άλλη γυναίκα τον είχε μεγαλώσει και αυτό την έκανε περισσότερο μητέρα. Είχε όμως το δικαίωμα ο Παύλος να αποφασίσει, ήταν το παιδί του. Οπότε παρά τον φόβο της σεβάστηκε την επιθυμία του. Του είπε ότι θα πήγαινε μαζί του.
Το ταξίδι κράτησε τέσσερις ώρες με το αυτοκίνητο. Το ζευγάρι που υιοθέτησε το μωρό ήταν γνωστοί της οικογένειάς της. Οι γονείς της γυναίκας ήταν πελάτες του πατέρα της. Ήταν καλοί άνθρωποι. Η διαδικασία έγινε γρήγορα και μυστικά. Μετά την ιδιωτική υιοθεσία, το ζευγάρι μετακόμισε μακριά για να ξεκινήσει την νέα ζωή με το μωρό.
«Εδώ είναι η καφετέρια;» ρώτησε ο Παύλος.
«Ναι», κοίταξε το ρολόι της. «Αργήσαμε. Πρέπει να είναι ήδη μέσα».
«Ακόμα δεν το πιστεύω ότι δέχτηκαν να μας συναντήσουν!» αναφώνησε εκείνος και της άνοιξε την πόρτα.
Η Δήμητρα τους είδε σε ένα μικρό τραπέζι στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Αναγνώρισε το ζευγάρι αμέσως. Η γυναίκα ήταν στην ίδια περίπου ηλικία με εκείνη. Ο Παύλος ακολουθούσε τα βήματά της. Έδωσε πρώτη το χέρι της και μετά εκείνος. Έκατσαν και παρήγγειλαν καφέ και τσάι. Ο άντρας φορούσε ακόμα το μπουφάν του και η γυναίκα το παλτό της. Διαισθάνθηκαν ότι η συνάντηση θα ήταν σύντομη.
«Δυστυχώς, όταν ο Φώτης έκλεισε τα 19, σκοτώθηκε σε τροχαίο με την μηχανή του. Λυπάμαι που ήρθατε ως εδώ, μα ένιωσα ότι ήταν κάτι που έπρεπε να σας το πω από κοντά», είπε ο άντρας και ξεδίπλωσε ένα απόκομμα εφημερίδας από την τσέπη του.
«Νέος, 19 ετών, ένα ακόμα θύμα της ασφάλτου», έγραφε ο τίτλος.
Η Δήμητρα έχασε την φωνή της. Κοίταξε την γυναίκα που είχε κατεβασμένα τα μάτια. Κοίταξε τον Παύλο που διάβαζε αμίλητος το άρθρο. Δεν ήξερε αν είχε μετανιώσει που πήγαν εκεί ή όχι. Αν ήταν καλύτερα να μην ήξεραν ποτέ τι απέγινε ο γιος τους. Όμως ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να ζήσει με αυτό το μυστικό και εκείνη τη στιγμή ήταν δίπλα της εκείνος που ήθελε να είναι. Και θα το περνούσαν μαζί.
«Αυτά είναι τα αγόρια μας», έβγαλε και μια φωτογραφία ο άντρας και την κράτησε μπροστά τους. «Ο Γιάννης και ο Φώτης μας», είπε δακρυσμένος.
Ο Παύλος την έπιασε και κοίταξε καλά τα δύο αγόρια. Ένα από τα δύο ήταν δικό του. Έτσι έμοιαζε ο γιος του. Τώρα ήξερε. Τουλάχιστον τον είχε δει. Δεν υπήρχε κάτι άλλο να πουν. Ευχαρίστησαν το ζευγάρι και έφυγαν.
«Σε ευχαριστώ», είπε η γυναίκα στον άντρα της. «Είναι πολύ πλούσια. Δεν θα άντεχα να χάσω και τον άλλο μας γιο», έπιασε το χέρι του και το φίλησε με ευγνωμοσύνη.
Βγαίνοντας έξω ο Παύλος και η Δήμητρα στάθηκαν για μια στιγμή ο ένας απέναντι από τον άλλον. Αυτός τύλιξε το πρόσωπο της μέσα στα χέρια του και την φίλησε.
«Σε αγαπώ, αγάπη μου».
«Και εγώ σε αγαπώ, γλυκέ μου».
Περπάτησαν με αργά βήματα κρατώντας σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου.
Ο άντρας που ήταν πίσω τους έμεινε να τους κοιτάζει. Τους αναγνώρισε. Ήξερε ότι ήταν αυτοί. Το ένιωθε. Σίγουρα ήταν αυτοί. Είχε πάρει κατά λάθος το πορτοφόλι του πατέρα του και γύριζε στην καφετέρια να το επιστρέψει.
«Είναι ακόμα μαζί», σκέφτηκε και χαμογέλασε.
Μπήκε στην καφετέρια και πήγε προς τους γονείς του.
«Φώτη μου; Τι κάνεις εδώ;» τρόμαξε η μαμά του όταν τον είδε.
«Σου πήρα το πορτοφόλι, μπαμπά», γέλασε. Τους φίλησε και τους δύο και έφυγε χωρίς να ρωτήσει τίποτα.
Ήξερε ότι ήταν υιοθετημένος. Μα είχε αποφασίσει να μην τους ψάξει ποτέ και να μείνει με την οικογένειά του. Όχι γιατί τους κρατούσε μίσος ή κακία. Μα γιατί ήταν ευτυχισμένος έτσι όπως ήταν, εκεί που ήταν. Δεν ήξερε γιατί έγινε η συνάντηση. Δεν ήξερε τι είπαν μεταξύ τους. Ούτε είχε σκοπό να ρωτήσει. Χάρηκε πολύ που τους γνώρισε. Του έφτανε που τους είδε να φεύγουν από εκεί κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου. Του έφτανε που ήταν ακόμα μαζί.
CC
