Θα μιλήσω για εσάς. Για όλες εσάς που δεν είστε πια εδώ. Για όσες το όνομά τους γράφτηκε μόνο στις ειδήσεις, σε μια γραμμή, σε ένα δελτίο που πέρασε γρήγορα και μετά η ζωή συνέχισε σαν να μην έλειπε κανείς. Θα μιλήσω για εκείνες που δεν πρόλαβαν να γεράσουν, για εκείνες που κοιμήθηκαν δίπλα στα παιδιά τους και ξύπνησαν για πάντα στο σκοτάδι. Για την Καρολάιν που δολοφονήθηκε ενώ ο κόσμος κοιμόταν, για την Ειρήνη που την θεώρησαν κομμάτι κρέας, για την 23χρονη Ουκρανή που πέθανε με το βλέμμα της απορίας στα μάτια της — «Τι έκανα; Γιατί με σκοτώνεις;» — μια φράση που θα με στοιχειώνει πάντα.
Κάθε όνομα και μια ιστορία. Κάθε ιστορία και μια απώλεια που δεν γιατρεύεται. Πόσες γυναίκες έχουν χαθεί απλώς επειδή ήταν γυναίκες; Πόσες ζωές κόπηκαν γιατί κάποιος θεώρησε πως είχε το δικαίωμα να τιμωρήσει, να αφαιρέσει, να καταστρέψει; Οι στατιστικές λένε πολλά, αλλά τα νούμερα δεν φτάνουν να περιγράψουν τον πόνο — τις μελανιές στο σώμα και στην ψυχή, το σπάσιμο των ονείρων, την απώλεια των παιδιών που έμειναν χωρίς μητέρες.
Κι ύστερα είναι εκείνες που δεν τις είδαμε ποτέ στις ειδήσεις: οι γυναίκες που υπομένουν έναν κακοποιητικό γάμο. Που δέχονται ξύλο, βρισιές, ταπείνωση, γιατί «τα παιδιά πρέπει να έχουν πατέρα», γιατί «αν φύγεις, θα σε σκοτώσω», γιατί «θα σου πάρω τα παιδιά», γιατί η απειλή και ο φόβος γίνονται χειροπιαστοί εχθροί που σε καθηλώνουν. Ζουν με την ελπίδα πως κάτι θα αλλάξει, με την πίστη ότι ίσως αύριο θα είναι καλύτερα — και μέρα με τη μέρα η ψυχή τους μαραίνεται.
Κάποιες όμως λένε «φτάνει». Κάποιες συγκεντρώνουν όση θρασύτητα έχει μείνει μέσα τους και φεύγουν κρυφά, σε ξενώνες, με την καρδιά να χτυπάει σαν μολύβι στο στήθος. Κάποιες κρύβονται με τα παιδιά τους, περιμένοντας να περάσει ο κίνδυνος. Το θάρρος τους είναι αθόρυβο αλλά τεράστιο — δεν είναι η κραυγή των νικητών, είναι η επιβίωση μέσα σε έναν κόσμο που συχνά δεν πιστεύει, δεν υποστηρίζει, δεν προστατεύει.
Και τι να πω για εσάς που «σας πήραν με το ζόρι»; Που σας εξαπάτησαν με υποσχέσεις για μια ζωή γεμάτη αγάπη και ασφάλεια, και τελικά σας έφεραν στο σκοτάδι της πορνeίας, της εξευτελιστικής εκμετάλλευσης; Σας πήραν τα όνειρα, σας χάραξαν την ψυχή με τα χέρια τους. Και υπάρχουν χώρες όπου οι γυναίκες λιθοβολούνται, καίγονται, εξευτελίζονται δημόσια γιατί τόλμησαν να ζητήσουν τα δικαιώματά τους. Γιατί επαναστάτησαν. Γιατί αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τα δεσμά μιας πατριαρχίας που φυλάει καλά τις παλιές της μικρές ιστορίες — την Εύα που «έφταιξε», την ιδέα πως η γυναίκα πάντα φταίει και ο άντρας δικαιούται να έχει άφεση.
Τι φοβερό και παράλογο δώρο στο σκοτάδι είναι ο ανδρισμός όταν παρερμηνεύεται: να πιστεύεις ότι το να κατέχεις, να πληγώνεις, να εξουσιάζεις είναι απόδειξη δύναμης. Πόσο βάναυσος μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος όταν ο εγωισμός του δεν ικανοποιείται; Τι πόνο μπορεί να μοιράσει, μόνο και μόνο επειδή θεωρεί τη γυναίκα κτήμα του, αντικείμενο που μπορεί να διαχειριστεί, να σπάσει, να πετάξει.
Όμως δεν είναι όλες πεινασμένες για εκδίκηση. Πολλές από εσάς απλώς ήθελα να αγαπηθούν. Να αγαπηθούν όπως αγαπούν οι άνθρωποι — με σεβασμό, με φροντίδα, με αλήθεια. Αρρώστησαν, όχι μόνο γιατί τους χτυπούσαν, αλλά γιατί τους στέρησαν την αξιοπρέπεια που κάθε άνθρωπος δικαιούται. Και όταν η κοινωνία σιωπά ή ψιθυρίζει δικαιολογίες, όταν οι νόμοι είναι ανεπαρκείς ή η εφαρμογή τους αδύναμη, τότε η βία πολλαπλασιάζεται.
Η λύση δεν είναι απλώς προσωπική. Η λύση απαιτεί νομοθεσία, παγκόσμια αλλαγή. Απαιτεί πολιτικές που δεν θα προσπερνούν τα εγκλήματα με δικαιολογίες, που δεν θα αφήνουν το θύμα στη μοίρα του. Χρειάζονται νόμοι αυστηροί και εφαρμοσμένοι: προστασία για τα θύματα, γρήγορες δικαστικές διαδικασίες, ποινές που θα λειτουργούν πραγματικά αποτρεπτικά, δομές στήριξης, ξενώνες επαρκείς και χρηματοδοτημένοι, ψυχολογική και νομική βοήθεια χωρίς γραφειοκρατία. Η κοινωνία πρέπει να εκπαιδευτεί ξανά — στα σχολεία, στα μέσα, στις οικογένειες — για να απορρίψει τις παλιές ιστορίες που προστατεύουν τους θύτες.
Αλλά οι νόμοι από μόνοι τους δεν φτάνουν. Χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας. Χρειάζεται να πιστέψουμε ότι οι γυναίκες δεν είναι υποδεέστερες, ότι τα σώματά τους δεν είναι πεδίο «διεκδίκησης», ότι τα ναι και τα όχι τους έχουν την ίδια βαρύτητα όπως του καθενός. Ναι, χρειάζεται και ανδρική αλλαγή: αγωγή συναισθηματική, ανατροφή χωρίς βία, μοντέλα αρρενωπότητας που δεν σχετίζονται με εξουσία και καταπίεση. Χρειάζεται να μάθουμε τα παιδιά μας να αναγνωρίζουν την ισότητα ως δεδομένο.
Και για όσες βγήκαν στο φως με το «φτάνει» — σήκω λοιπόν με θάρρος. Μη ντρέπεσαι που έφυγες. Μη φοβάσαι να ζητήσεις βοήθεια. Είσαι η ιστορία, είσαι η ανθρωπότητα, είσαι η ζωή. Η ελπίδα δεν είναι ρομαντική λέξη — είναι όπλο επιβίωσης. Η συλλογική φωνή μπορεί να αλλάξει νόμους, να ανοίξει ξενώνες, να εκπαιδεύσει, να στηρίξει. Η αλληλεγγύη σώζει ζωές.
Δεν τελειώνουν όλα με την οργή. Η οργή πρέπει να γίνει δημιουργία: υποστήριξη, δίκτυα, νομοθεσία, εκπαίδευση, μνήμη. Να θυμόμαστε τα ονόματα, να μιλάμε για τις ιστορίες, να βλέπουμε τα σημάδια και να μην γυρίζουμε το βλέμμα. Κάθε φορά που μια γυναίκα φεύγει από έναν βίαιο κύκλο, κάθε φορά που μια μαμά στέλνει το παιδί της στο σχολείο και ξέρει πως υπάρχει κάποιος που θα τη βοηθήσει αν χρειαστεί, κάθε φορά που ένας νέος άντρας μαθαίνει ότι η αξιοπρέπεια δεν αγοράζεται με εξουσία — τότε κάτι αλλάζει.
Τέλος, αυτό που θέλω να πω είναι απλό και δυνατό: δεν είμαστε όλες εδώ. Μερικές σκοτώθηκαν, με τρόπους που δεν χωρά η λογική. Αλλά είμαστε πολλές — οι αδελφές τους, οι φίλες, οι γειτόνισσες, οι θείες, οι κόρες — και δεν πρόκειται να σταματήσουμε να μιλάμε. Θα φωνάξουμε για όσες δεν μπορούν πια, θα απαιτήσουμε δικαιοσύνη για όσες σφαγιάστηκαν, θα στηρίξουμε όσες προσπαθούν να ζήσουν ξανά. Σήκω λοιπόν, με θάρρος, και δείξε τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος: να ζεις, να αγαπάς, να σέβεσαι. Εμείς είμαστε η ιστορία. Εμείς είμαστε η ανθρωπότητα. Εμείς είμαστε η ζωή.
Βασιλική Γκόγκα
