Ζωή από οθόνη

Πριν καιρό, ο Τηλέμαχος παρατηρούσε την μαμά του που έβαζε κρέμες στο πρόσωπο, έβαζε στα μάτια της ένα μολύβι που τα έκανε να δείχνουν ακόμα πιο φωτεινά και όμορφα, στα χείλη ένα κατακόκκινο κραγιόν, με ένα πινέλο, έριχνε μια σκόνη στα μάγουλά της, που έπαιρναν χρώμα, έκανε με το πιστολάκι τα μαλλιά της και καμάρωνε το είδωλό της στον καθρέφτη. Όταν οι δύο άντρες της ζωής της, σύζυγος και γιός της έλεγαν πόσο όμορφη ήταν, χαμογελούσε και ακουμπώντας την παλάμη στο στόμα, τους έστελνε από ένα φιλί στον αέρα. Ο μπαμπάς του πάντα άνοιγε το χέρι του κι έκανε μια κίνηση ότι το έπιανε στον αέρα και το έκλεινε στην χούφτα του.

Η μαμά του, φωτογράφιζε τον εαυτό της χαμογελαστό με το κινητό της και το ανέβαζε κάπου που την έβλεπαν οι φίλοι. Ο μπαμπάς πάντα θύμωνε με αυτή την κίνηση και το ύφος του άλλαζε. Ο μικρός άκουγε τον ένα απογοητευμένο να λέει για φανταστικούς φίλους και κυνήγι των likes και την άλλη να καμαρώνει για την αποδοχή των όσων ανέβαζε από τους ακόλουθούς της. Δεν καταλάβαινε τι ήταν αυτό που τους έκανε να διαφωνούν και δεν ήξερε ποιος έχει δίκαιο και ποιος όχι. Εκείνος περίμενε μόνο να βγουν την βόλτα που του έταξαν.

Πήγαιναν σε γηπεδάκια και παίζανε μπάλα, τρέχανε, πέφτανε κάτω, λέρωναν τα ρούχα τους με τα χώματα ή τα πρασίνιζαν από το γρασίδι και γυρνούσαν προς την μαμά, με λυπημένο ύφος, σα κουταβιού που μόλις είχε κάνει ζημιά, να δουν την αντίδρασή της. Πόσο γελούσαν όλοι μαζί!

Μετά, θυμάται μόνο καυγάδες.

Ο μπαμπάς κατηγορούσε την μαμά ότι το μόνο που την ένοιαζε ήταν να γίνεται αρεστή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να ξεπουλάει τις στιγμές τους στο ίνσταγκραμ, να νιώθει σημαντική ανάλογα τον αριθμό των likes και των σχολίων των φίλων της και έχανε την ουσία. Επέμενε ότι αυτός ο κάλπικος κόσμος που αφιέρωνε τόσο χρόνο, μεράκι, καλή διάθεση κι ένα μεγάλο κομμάτι της ψυχής της, της δημιουργούσε την συνεχόμενη και αυξανόμενη ανάγκη για προβολή του εαυτού της, του παιδιού της, της καθημερινότητας, του γάμου της, με αποτέλεσμα να ζει μέσα από την οθόνη ενός κινητού, από απόσταση κι όχι στην πραγματικότητα το μεγάλωμα του γιού τους αλλά και της ζωής τους. Μέλημά της ήταν να βγαίνουν ευτυχισμένοι στις οθόνες του κόσμου που τους επέτρεπε να κρυφοκοιτάζουν τη ζωή τους, να την σχολιάζουν, να την αποδέχονται, να την ζηλεύουν, να την κατακρίνουν. Και ανάλογα, κυμαινόταν η δική της διάθεση και αποδοχή του εαυτού της. Αν οι αλληλοεπιδράσεις του κοινού της ήταν πολλές και την καλοτύχιζαν για το πόσο όμορφη είναι, για το πόσο τυχερή που έχει έναν γοητευτικό και προστατευτικό άντρα κι ένα υπέροχο αγοράκι, χαμογελούσε, είχε όρεξη για βόλτες, φερόταν γλυκά και τρυφερά και στους δύο. Σε αντίθεση με όταν δεν είχε μεγάλη ανταπόκριση η στιγμή που είχε μοιραστεί με τους ακόλουθούς της, οπότε μεταλλασσόταν σε μια ξένη. Έριχνε το φταίξιμο στον άντρα της, ότι δεν ήταν αληθινός, τρυφερός, δεν έδινε στον κόσμο την εικόνα του τέλειου συζύγου. Πολλές ήταν οι φορές που έφταιγε κατά την γνώμη της και ο μικρός, που δεν ήταν αρκετά χαριτωμένος, που δεν καθόταν να τον τραβήξει πολλά βιντεάκια μέχρι να πετύχει το καλύτερο, που τον ένοιαζε μόνο πώς θα παίξει, που ήταν ίδιος ο μπαμπάς του.

Η μαμά κατηγορούσε τον μπαμπά ότι δεν την καταλάβαινε, ότι δεν την άκουγε ποτέ, ότι φερόταν εγωιστικά, ότι δεν ήταν παρόν όταν τον χρειαζόταν, ότι δεν είχε κανέναν να την βοηθήσει, ότι την προσπερνούσε χωρίς να νοιάζεται για τις ανάγκες της, ενώ εκείνη πάντα τον στηρίζει, όπως όταν μετακόμισαν σε τούτη την πόλη και στερήθηκε φίλους και οικογένεια κι ένιωθε μια απέραντη μοναξιά, μια παγερή ψυχική ερημιά. Του εξηγούσε ότι δεν ήταν εθισμένη όπως της καταλογούσε, ούτε είχε χάσει τον έλεγχο όπως επέμενε εκείνος. Δικαιολογούσε την έντονη συμμετοχή της στα σόσιαλ, από την ανάγκη της να νιώθει σημαντική για κάποιους, να νιώθει ότι την προσέχουν, την θαυμάζουν, αφού ο ίδιος της ο άντρας δεν της το πρόσφερε, αφού αγνοούσε εκείνη και τα θέλω της.

Στο σπίτι η κατάσταση γινόταν όλο και πιο ασφυκτική. Οι γονείς του, που κάποτε δεν είχαν σχεδόν τίποτα να τους απομακρύνει, έφτασαν στο σημείο να μη τους ενώνει τίποτα, ούτε καν ο ίδιος. Κάθε μέρα χάνονταν όλο και πιο βαθιά στις σκέψεις τους, στα προβλήματά τους, χωρίς κανένα σημείο επαφής.

Στο νηπιαγωγείο άρχισε να απομονώνεται. Από ένα παιδάκι ήσυχο, χαρούμενο, ευγενικό και φιλικό προς όλους, μεταλλάχτηκε σε απόμακρο, με φοβισμένο βλέμμα αρχικά κι έπειτα σε ζωηρό, ανεξέλεγκτο, με βίαιη συμπεριφορά, προκαλώντας καθημερινά κλάμα και αναστάτωση στους συμμαθητές του και ανάγωγο τρόπο προς τις νηπιαγωγούς.

Η κυρία Θεανώ του είχε μεγάλη αδυναμία και κατάλαβε ότι η αλλαγή του, έκρυβε κάτι βαθύ και επίπονο. Ένα πρωί που η μητέρα του τον πήγε στο νηπιαγωγείο, την πλησίασε με αγάπη, τονίζοντας τις μεταβολές του μικρού, χωρίς να αναφέρει τα προβλήματα που προκαλούνταν γύρω του από αυτές. Εστίασε στις αλλαγές που εντόπισε στην ψυχοσύνθεση του παιδιού, με καθαρό ενδιαφέρον. Γι’ αυτό που ακολούθησε δεν ήταν σίγουρα προετοιμασμένη. Μια μαμά έξαλλη, να φωνάζει πως δεν έχει κανένα δικαίωμα να ανακατεύεται στα οικογενειακά τους, πως πληρώνεται για να προσέχει παιδιά, να τα μαθαίνει τραγουδάκια, πως είναι η δουλειά της τα ζωηρά παιδιά να μπορεί να τα κουμαντάρει κι όχι να κατηγορεί και να κρίνει τους γονείς και πως αν δεν μπορεί να ανταπεξέλθει των ευθυνών της, να παραιτηθεί και να έρθει κάποια νεότερη της, που μπορεί. Ξεκάθαρα δεν είχε κατανοήσει τίποτα από όσα της είχε πει η κυρία Θεανώ. Απλά άνοιξε το στόμα, χωρίς να φιλτράρει τα λόγια της, πέταξε αυθάδεια, αγένεια, αδικία, κακία, σαν βελάκια, στον απέναντι της στόχο. Αντίθετα, η νηπιαγωγός, τα κατάλαβε όλα. Μόλις είχε βρει την άκρη από το κουβάρι για τον μικρό μαθητή της και θεώρησε περιττό να έρθει σε αντιπαράθεση μαζί της. Δεν θα έβγαινε άκρη. Είχε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, να καταπίνει παρόμοιες συμπεριφορές γονιών. Είχε καταντήσει μάστιγα, τα σημεία των καιρών. Γονείς με χιλιάδες προβλήματα, υγείας, ψυχολογικά, οικονομικά, επαγγελματικά, συνεννόησης, έλλειψης χρόνου για τους εαυτούς τους, για τα παιδιά τους, έλλειψης συντροφικότητας και αγάπης, στα πρόσωπα των εκπαιδευτικών έβλεπαν τον σάκο του μποξ όπου άδειαζαν επάνω του μέρος των προβλημάτων τους.

Η Θεανώ, είχε κατανόηση. Ήταν η τελευταία της διδακτική χρονιά πριν την συνταξιοδότηση. Ήταν μάρτυρας της αλλαγής στη κοινωνία, στην οικογένεια, στα σχολεία, στους ανθρώπους.

Την επόμενη μέρα, την ώρα της χαλάρωσης των μικρών στα στρωματάκια τους, ζήτησε από τον Τηλέμαχο να μιλήσουν.
-Αγόρι μου, θέλεις να μου πεις τι νιώθεις; τον ρώτησε με το ενδιαφέρον της να ακτινοβολεί στα μάτια της και στον τρόπο που τον χάιδευε.
Πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που κάποιος νοιάστηκε για το πώς ένιωθε! Σα μια ζεστή κουβέρτα ξαφνικά να τον τύλιξε, τα ματάκια του την κοίταξαν με ευγνωμοσύνη, μα δεν κράτησε πολύ.
-Όχι!, της είπε και το αγρίμι που είχε εγκατασταθεί μέσα του, ξεπήδησε.
-Γλυκέ μου, ξέρω πως είσαι ένα υπέροχο παιδί, με καλούς τρόπους και ευγένεια. Δεν με ξεγελάς όσο κι αν προσπαθείς. Να ξέρεις ότι είμαι εδώ, όποτε αισθανθείς την ανάγκη να μιλήσεις σε κάποιον.
Έμεινε ασάλευτος, ανέκφραστος, να την κοιτάζει.

Από την επόμενη μέρα, έδειξε σημάδια επαναφοράς στον παλιό, καλό εαυτό του. Την κοιτούσε στα μάτια κι όταν έπαιρνε το βλέμμα επιβεβαίωσης από κείνη, ένα αμυδρό χαμόγελο εμφανιζόταν στα χείλη του, που είχαν ξεχάσει αυτήν την σύσπαση.

Λίγο καιρό μετά κι ενώ πάλευε ανάμεσα σε δύο κόσμους, εκείνον που στο σπίτι του γινόταν θεατής φασαριών, φωνών, απειλών, μοναξιάς και θλίψης και σε κείνον που η κυρία του, του έδινε σημασία, τον αγκάλιαζε, του φερόταν με αγάπη, αποφάσισε να της μιλήσει.
-Κυρία, η μαμά μου δεν είναι καλά και νομίζω πως φταίω εγώ. Όλη μέρα κλαίει, ο μπαμπάς λέει ότι βουλιάζει στον καναπέ και δείχνει την δυστυχία της στους φίλους της κι εκείνη του λέει συνέχεια, ευτυχώς που έχει τους φίλους της που την καταλαβαίνουν. Εμένα δε μου δίνει σημασία. Δεν με ρωτάει όπως παλιά, πώς πήγε η μέρα μου, αν πεινάω, αν κρυώνω, αν ίδρωσα, δεν με αγκαλιάζει, δεν με φιλάει, νομίζω…
Ο μικρός κόμπιασε, ένας κόμπος στον λαιμό τον εμπόδιζε.
-Τι καλέ μου; Τι νομίζεις;
-Νομίζω δεν με βλέπει καν. Ήμουν κακό παιδί. Την άκουσα να λέει στους φίλους της στο κινητό, πως είμαι ανυπόφορος και πως ήταν λάθος να με κρατήσει.

Τα δάκρυά του κυλούσαν ασταμάτητα και το κορμάκι του έτρεμε. Η Θεανώ άνοιξε την αγκαλιά της και τον άφησε να κουρνιάσει πολλή ώρα, χωρίς να του μιλάει. Είναι και κάποιες στιγμές που μια αγκαλιά ομολογεί, όσα τα λόγια δεν μπορούν. Χαιδεύοντάς του τα μαλλιά, έσπασε την σιωπή και του ψιθύρισε πως κανένα παιδί στον κόσμο δεν είναι λάθος, πως κανένα παιδί δε φταίει για τα προβλήματα των γονιών του. Ο Τηλέμαχος, σαν τις μπαταρίες που έχουν επαναφορτιστεί, απομάκρυνε τον θετικό του πόλο, το σώμα του, από τον θετικό πόλο του καλωδίου, την ζεστή αγκαλιά της κυρίας του, την κοίταξε στα μάτια και την ευχαρίστησε.

Λίγες μέρες μετά, ο μικρός της ανακοίνωσε τα ευχάριστα νέα. Της χάρισε μια ζωγραφιά με τους δυο τους, χέρι χέρι και με την βοήθεια του μπαμπά του είχε γράψει «κυρία σας ευχαριστώ για όλα. Δεν θα σας ξεχάσω ποτέ». Την αγκάλιασε σφιχτά και της είπε το τελευταίο αντίο.

Οι γονείς του αποφάσισαν να επιστρέψουν στον τόπο τους, κοντά στους παππούδες και τις γιαγιάδες κι ας ήταν κατώτερη η δουλειά του μπαμπά του. Σημασία είχε το χαμόγελο της μαμάς του και τα δάκρυα χαράς μετά από τόσο καιρό που η θλίψη είχε ποτίσει την ψυχή της. Σημασία είχε να γίνουν ξανά οικογένεια και να αντιμετωπίζουν τα πάντα μαζί. Σημασία είχε ο γιος τους να μη νιώθει ότι είναι ένα λάθος και να νιώσει ξανά μέλος μιας ευτυχισμένης οικογένειας. Σημασία είχε να αφήσουν τους εγωισμούς και να παλέψουν να μείνουν ενωμένοι.

Πέρασαν δυο χρόνια από τότε και ο απολογισμός ήταν θετικός, παρόλο που η ζωή δεν είναι ποτέ εύκολη. Οι αλλαγές της, με δραματική ταχύτητα. Τίποτα δεδομένο. Αμέτρητες οι καταιγίδες, οι φουρτούνες, οι θύελλες. Εκεί χρειάζεται το «εγώ» να μετατραπεί σε «εμείς» και οι γονείς του αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένοι να το πετύχουν. Δεν θα άφηναν τις αντανακλάσεις των αλλαγών αυτών να τους τυφλώνουν, να τους απομακρύνουν. Το χρωστούσαν σε έναν φύλακα άγγελο που βρέθηκε στο διάβα τους κι ευτυχώς δεν τον προσπέρασαν. Είχε την μορφή μιας νηπιαγωγού που δυο χρόνια πριν ζήτησε από τον μπαμπά του Τηλέμαχου να την ακούσει.

Καμιά φορά, σε έναν κόσμο που απομονώνεται, όλοι χρειαζόμαστε έναν εξωτερικό παράγοντα, να μας ταρακουνήσει, να μας επαναφέρει, να μας δείξει το δρόμο που χάσαμε, που παρεκκλίναμε. Αρκεί να τον ακούσουμε, αρκεί, να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να συνειδητοποιήσουμε τα λάθη μας. Αρκεί να δούμε πέρα από μας, πέρα από τις αλλαγές της ζωής, αρκεί να θέλουμε το «εμείς» πιότερο από το «εγώ».

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading