Η Ρόουζ κατέβηκε από την άμαξα και στάθηκε μπροστά στον απέραντο κήπο. Οι υπηρέτες έπαιρναν τις βαλίτσες της και πήγαιναν προς το σπίτι, ενώ εκείνη ξεμούδιαζε από το πολυήμερο ταξίδι. Έστρωσε το μακρύ φόρεμά της και κατευθύνθηκε προς τα μέσα. Ανέβηκε στον πάνω όροφο και άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα.
«Έφτασες, καλή μου;» ακούστηκε η βαριά φωνή της Καρολίνας κάτω από τα σκεπάσματα.
«Ναι, θεία», πλησίασε προς το μέρος της και έκατσε δίπλα της στο κρεβάτι.
«Πώς ήταν το ταξίδι σου;»
«Καλό ήταν», έβγαλε ένα μαντήλι από την τσάντα και σκούπισε την μύτη της. «Εσύ πώς είσαι;»
«Εγώ είμαι έτοιμη, αγαπητή μου, για το πιο μεγάλο ταξίδι. Σε ευχαριστώ που έκανες τόσο κόπο και ήρθες να με δεις. Μα, πόσο θα ήθελα πριν κλείσω τα μάτια να ξαναδώ για μια τελευταία φορά και τον Όλιβερ, τον αγαπημένο μου ανιψιό…».
Η Ρόουζ στο άκουσμα του ονόματος του άντρα της έπιασε την καρδιά της. Ήταν τρία χρόνια που έφυγε για τον πόλεμο και δεν γύρισε ποτέ. Τα ίχνη του χάθηκαν και κανένα νέο δεν έφτασε ποτέ. Έπειτα χάθηκε κάθε ελπίδα και θεωρήθηκε νεκρός. Η ζωή συνεχίστηκε… Η γυναίκα του όμως δεν σταμάτησε να προσεύχεται για αυτόν. Δεν σταμάτησε να ελπίζει. Δεν παντρεύτηκε ξανά όπως επέμενε η οικογένειά της. Ήταν τυχερή που δεν είχαν παιδιά. Έτσι της έλεγαν. Οι πιέσεις της οικογένειάς της, την έκαναν να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγει από το χωριό. Ζούσε πια μακριά από εκείνους. Συχνά επισκεπτόταν τους συγγενείς του άντρα της. Εκείνοι μόνο μπορούσαν να την καταλάβουν. Αυτοί ήξεραν πόσο υπέροχος άντρας ήταν ο Όλιβερ. Ήξεραν πόσο γενναίος και καλόκαρδος ήταν και πόσο πολύ την αγαπούσε και την φρόντιζε. Πώς να το ξεχάσει αυτό;
Εκείνο το βράδυ, πήγε για ύπνο με αυτές τις σκέψεις και γονάτισε πάνω στο κρεβάτι να προσευχηθεί μέχρι που αποκοιμήθηκε κλαίγοντας.
«Κύριέ μου, εσύ που ξέρεις την καρδιά μου, ξέρεις ότι εκεί μέσα είναι ο άντρας μου. Πώς να προδώσω την αγάπη του και την αφοσίωσή του; Πώς να ζήσω σαν να μην υπήρξε ποτέ στην ζωή μου; Πώς να σβήσω την εικόνα του από το μυαλό μου και την αγάπη του από την καρδιά μου; Δώσε μου ένα σημάδι. Δείξε μου έναν δρόμο. Πες μου τι να κάνω, σε παρακαλώ. Αν ζει φέρε τον κοντά μου. Αν δεν ζει, έχε τον κοντά Σου».
Μέσα στη νύχτα ξύπνησε αναστατωμένη. Είχε δει ένα παράξενο όνειρο. Έκανε βόλτες σε ένα λιβάδι και καταμεσής είδε ένα καλύβι. Προχώρησε προς τα εκεί, ενώ πίσω της έπεφτε το ηλιοβασίλεμα. Όσο προχωρούσε τόσο νύχτωνε. Άρχισε να μην βλέπει καθαρά. Άκουσε κραυγές. Μπήκε αργά μέσα σπρώχνοντας μια πόρτα που έτριξε. Μια γυναίκα κείτονταν στο πάτωμα. Αδύναμη, βρώμικη, μέσα στις λάσπες, τέντωνε το χέρι της και καλούσε την Ρόουζ.
Την επόμενη ημέρα την αφιέρωσε ολόκληρη στην θεία Καρολίνα. Δεν έφυγε στιγμή από το πλευρό της. Την βοήθησε με τα γεύματά της και να κάνει μια σύντομη βόλτα στους κήπους. Ο καθαρός αέρας της εξοχής ανέμιζε τα μαλλιά τους και καθάριζε το μυαλό τους. Τα σκυλιά έτρεχαν γύρω τους στον κήπο ενώ εκείνες περπατούσαν. Η θεία της έλεγε ιστορίες από τότε που ο Όλιβερ ήταν μικρός. Κάποιες από αυτές δεν τις είχε ξανακούσει, μα σήμερα η θεία είχε οίστρο και όσο άκουγε η καρδιά της Ρόουζ πετάριζε με τα παιδικά καμώματα και τις σκανταλιές του άντρα της.
Το επόμενο βράδυ αποκοιμήθηκε ξανά μετά την προσευχή της και είδε το ίδιο όνειρο. Αυτή τη φορά ήταν μέσα στην καλύβα και καθόταν και αυτή στο πάτωμα κρατώντας στα χέρια της την γυναίκα που πέθαινε. Το απόλυτο σκοτάδι γύρω της. Δεν ένιωθε φόβο μόνο αγωνία που δεν μπορούσε να την σώσει. Ένιωθε ότι ο χρόνος τελείωνε. Ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα μόνο να μείνει μαζί της μέχρι να ξεψυχήσει στα χέρια της. Κάποια στιγμή η γυναίκα γύρισε το κεφάλι της και την κοίταξε στα μάτια. «Σε έψαχνα», της είπε πριν κλείσει ξανά τα μάτια της.
Το επόμενο πρωί, μόλις ξύπνησε η θεία Καρολίνα ζήτησε να την δει. Δεν αισθανόταν καλά και δεν ήθελε να βγει βόλτα εκείνη τη μέρα. Η υγεία της είχε τα πάνω και τα κάτω της και αυτό το ήξερε η Ρόουζ. Ήταν μέρες που σηκωνόταν με όρεξη και διάθεση και άλλες που δεν είχε καθόλου δύναμη. Μέχρι να έρθει η μέρα που δεν θα σηκωνόταν ξανά. Η Ρόουζ αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στην εξοχή μόνη της. Πήρε μαζί και ένα από τα σκυλιά μετά από απαίτηση της θείας. Το σπίτι ήταν στην μέση του πουθενά και οι εκτάσεις γύρω του ήταν άπλετες και φοβόταν μη χαθεί. Αλλά την καθησύχασε ότι απλά πήγαινε να περιπλανηθεί στα λιβάδια για να περάσει η μέρα της.
Μετά από μια ώρα αργό περπάτημα, σταμάτησε και έκατσε κάτω από την σκιά ενός δέντρου και ο σκύλος ξάπλωσε δίπλα της λαχανιασμένος. Φαινόταν ότι δεν ήταν συνηθισμένος σε τόσο μεγάλους περιπάτους και περισσότερο απολάμβανε να τριγυρνά στους κήπους του σπιτιού. Τον χάιδεψε στο κεφάλι και προσπαθούσε να καταλάβει αν θα άντεχε να συνεχίσει.
«Λίγο ακόμα, ναι;» του έκανε νόημα να σηκωθεί ξανά.
Μετά από άλλη μια ώρα που περπατούσαν δίπλα δίπλα, το σκυλί έφυγε μπροστά γαυγίζοντας και κατέβηκε έναν απότομο λόφο. Η Ρόουζ δεν μπορούσε να δει πού πήγε και σήκωσε την φούστα της για να τρέξει προς το μέρος του. Φώναζε το όνομα του αλλά μάταια, είχε απομακρυνθεί πολύ. Στάθηκε στην κορφή του λόφου ξέπνοη και κοίταξε κάτω. Ο σκύλος είχε κοκαλώσει με την ουρά τεντωμένη και το ένα πόδι σηκωμένο. Θυμήθηκε στα νιάτα του που έβγαινε για κυνήγι με τον συγχωρεμένο τον άντρα της θείας Καρολίνας και έτσι του έδειχνε πού υπήρχε θήραμα. Μπροστά του ήταν μια παλιά ετοιμόρροπη καλύβα. Η Ρόουζ σάστισε. Ήταν ολόιδια όπως στο όνειρό της. Στάθηκε λίγα λεπτά να σκεφτεί. Θεώρησε ότι πιο πιθανό ήταν να υπήρχε εκεί μέσα κάποιο νεκρό ζώο που τράβηξε με την μυρωδιά του τον σκύλο παρά μια τραυματισμένη γυναίκα.
Κατέβηκε με δυσκολία τον λόφο γεμίζοντας σκόνες το φόρεμά της, που το τραβούσαν οι θάμνοι και τα ξερόκλαδα. Το μανίκι της σκίστηκε κάτω από το χέρι και τράβηξε απότομα το ύφασμα που κρεμόταν και το πέταξε κάτω.
«Εντάξει», είπε στον σκύλο και τον αποδέσμευσε.
Έσπρωξε την πόρτα που έτριξε. Κοντοστάθηκε. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή.
«Είναι κανείς εδώ;» η φωνή της αντήχησε. Μια πνιγμένη κραυγή ακούστηκε στο βάθος.
Μια γυναίκα τυλιγμένη σαν κουβάρι έτρεμε και άπλωνε το χέρι της. Κάτι μουρμούρισε αλλά η Ρόουζ δεν κατάλαβε. Χωρίς να το σκεφτεί έτρεξε προς το μέρος της. Έπεσε δίπλα της, σήκωσε απαλά το κεφάλι της και το ακούμπησε στην ποδιά της. Δεν κατάλαβε πόση ώρα πέρασε, μα το ηλιοβασίλεμα μπήκε και έβαψε το καλύβι με τα χρώματά του. Ο σκύλος είχε κάτσει μπροστά στις δύο γυναίκες και κοιτούσε την είσοδο. Η Ρόουζ είχε καταλάβει ότι δεν είχε χρόνο. Δεν μπορούσε να κάνει εγκαίρως την διαδρομή και να γυρίσει με βοήθεια. Το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να μείνει μαζί της για να μην πεθάνει μόνη μέσα στο σκοτάδι. Όπως είχε δει και στο όνειρό της.
Οι πρώτες αχτίνες του ήλιου την τύφλωσαν. Άνοιξε τα μάτια της με δυσκολία. Κοίταξε γύρω της. Ο σκύλος έλειπε. Ένιωθε ακόμα ζεστή την γυναίκα στα χέρια της. Της φάνηκε ότι ανέπνεε. Ακούμπησε απαλά την παλάμη της πάνω στο στήθος της. Ήταν ακόμα ζωντανή. Την ξύπνησε ήρεμα. Η γυναίκα βόγκηξε από τον πόνο και λιποθύμησε.
«Λίγο ακόμη», την καθησύχασε η Ρόουζ. «Θα τα καταφέρεις», είπε πριν λιποθυμήσει και αυτή.
Ξύπνησε στο δωμάτιό της, στο σπίτι της θείας Καρολίνας. Ένιωθε όλο της το σώμα βαρύ σαν πέτρα. Το κεφάλι της στριφογύριζε από τον πόνο. Ανακάθισε με δυσκολία και ξαφνιασμένη είδε απέναντί της την γυναίκα από την καλύβα. Εκείνη σηκώθηκε αμέσως όρθια και βγήκε από το δωμάτιο. Όταν γύρισε, έτρεχαν μπροστά της δύο υπηρέτριες. Πήγαν κοντά στην Ρόουζ και της έδωσαν να πιει λίγο νερό. Την ρώτησαν πώς αισθανόταν και αν επιθυμούσε να φάει. Η Ρόουζ αρνήθηκε ευγενικά και ζήτησε από την γυναίκα να πάει να κάτσει δίπλα της.
«Τι συνέβη;» την ρώτησε χαμηλόφωνα.
«Κοιμόσασταν πολύ καιρό», της αποκάλυψε η γυναίκα. «Κολλήσατε την αρρώστιά μου. Είχα πολύ βαρύ πυρετό».
«Η θεία μου;»
«Είναι ζωντανή ακόμα, μην ανησυχείτε».
«Πώς μας βρήκαν;»
«Τους έφερε ο σκύλος στο καλύβι. Πρέπει να έφυγε μέσα στην νύχτα και γύρισε το πρωί μαζί με τους υπηρέτες. Ανησύχησαν που λείπατε όλο το βράδυ και σας έψαχναν. Ο σκύλος τους οδήγησε σε εμάς».
«Τι είχες;»
«Αρρώστησα από την διαδρομή. Έκανα μεγάλο δρόμο για να σας βρω».
«Με συγχωρείτε που διακόπτω, κυρία Ρόουζ. Ο γιατρός θα φτάσει σήμερα όσο τον δυνατόν πιο γρήγορα για να σας δει ξανά».
Η Ρόουζ την ευχαρίστησε και μόλις έκλεισε την πόρτα έβαλε τα κλάματα.
«Γιατί κλαίτε; Πονάτε;» ρώτησε ταραγμένη η γυναίκα.
«Όχι, όχι». Δεν της αποκάλυψε ότι το ήξερε ότι την έψαχνε. Ότι το είχε δει στο όνειρό της. Έκλαιγε γιατί κατάλαβε ότι ήταν το σημάδι που ζητούσε στις προσευχές. Και δεν ήταν έτοιμη να ακούσει ότι ο άντρας της ήταν νεκρός. Δεν θα το άντεχε. «Πες μου γιατί με έψαχνες», αναστέναξε.
«Πριν τρία χρόνια έφτασε ο πόλεμος και στα μέρη μου. Έβαλαν φωτιά και έκαψαν όλο το χωριό μου. Έτρεχα πανικόβλητη να ξεφύγω από τις άγριες φλόγες και τον μανιασμένο εχθρό. Γύρω μου η απόλυτη καταστροφή. Κρύφτηκα. Όλοι γύρω μου ήταν νεκροί. Μόνο εγώ έζησα και αυτό επειδή όταν ο εχθρός σήκωσε το ξίφος του να με σφάξει μπήκε ο άντρας σας μπροστά μου».
Η Ρόουζ ένιωσε σαν το ξίφος να ξέσκισε και τα δικά της σωθικά. Μάζεψε τα πόδια της κοντά στο στήθος και έσκυψε το κεφάλι. Δεν άντεχε να ακούσει άλλο. Ο άντρας της ήταν ένας ήρωας. Και εκείνη η γυναίκα κόντεψε να πεθάνει ξανά για να πάει να την βρει. Πέθανε αυτός για να ζήσει εκείνη. Η απόλυτη θυσία. Μα εκείνος ήταν πια νεκρός και η δική του γυναίκα ζούσε σαν πεθαμένη χωρίς αυτόν.
«Ήταν γρήγορο;» ρώτησε για να πάρει τουλάχιστον την παρηγοριά ότι δεν υπέφερε ώρα από τα τραύματά του.
«Όταν έπεσε ο άντρας σας δίπλα μου, όρμησε μια ολόκληρη ομάδα αντρών και κατατρόπωσε τον εχθρό. Σήκωσαν το σώμα του και το ακούμπησαν πάνω σε μια σανίδα. Μου είπαν ότι θα τον πήγαιναν στο στρατιωτικό νοσοκομείο».
«Ήταν ακόμα ζωντανός…» έκλαιγε με λυγμούς πια η Ρόουζ.
«Ναι. Λίγο καιρό μετά, πήγα και εγώ στο νοσοκομείο. Ήθελα να τον ευχαριστήσω που μου έσωσε την ζωή. Προσπάθησα να τον βρω μέσα στους θαλάμους, να αναγνωρίσω ποιος ήταν. Δεν ήξερα ούτε το όνομά του. Είδα νεκρούς και ζωντανούς. Είδα πολύ πόνο. Όταν τον αντίκρυσα όμως τον θυμήθηκα αμέσως. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Κοιμόταν. Ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Οι γιατροί δεν είχαν καμία ελπίδα ότι θα τα καταφέρει. Μόνο ο Κύριος μπορούσε πια να τον σώσει. Πήγαινα κάθε μέρα. Κάποιες φορές άνοιγε τα μάτια. Άλλες προσπαθούσε να μιλήσει. Μα δεν τα κατάφερνε. Πέρασε ένας χρόνος μέχρι που…»
«Έζησε έναν χρόνο;»
«Κυρία Ρόουζ. Δεν καταλάβατε. Ζει ακόμα!»
«Ζει ο άντρας μου;»
«Ναι! Πέρασε ένας χρόνος μέχρι που ανέκτησε τις δυνάμεις του. Ήμουν εκεί όταν συνήλθε. Δεν θυμόταν τίποτα. Μόνο το όνομά σας έλεγε ξανά και ξανά. Οι γιατροί μας ενημέρωσαν ότι οι στρατιώτες χάθηκαν όλοι μέσα σε αυτόν τον χρόνο. Ζήτησε αμέσως να σας γράψουν να σας πουν ότι ζει. Αλλά κανείς δεν ήξερε να σας βρει. Του υποσχέθηκα ότι θα το κάνω εγώ. Έφυγα από το νοσοκομείο με αυτόν τον σκοπό. Να σας ψάξω. Ρωτούσα όποιον έβρισκα, διέσχισα βουνά και ποτάμια, διάβηκα χίλιους δρόμους μέχρι που έφτασα στο χωριό σας. Μου είπαν ότι είχατε φύγει. Συνέχισα μέχρι που έφτασα τόσο κοντά. Με είχε χτυπήσει αρρώστια από καιρό, πίστευα ότι δεν θα τα καταφέρω. Είχα αφήσει ένα σημείωμα στην τσέπη μου σε περίπτωση που με έβρισκε κάποιος νεκρή», έβγαλε από το φόρεμά της ένα τσαλακωμένο χαρτάκι και της το έδωσε.
«Ο άντρας σας ζει», έγραφε.
«Όλιβερ είναι το όνομά του», γέλασε ενώ τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα από τα μάτια της.
«Είχα έστω την ελπίδα ότι θα έλεγαν από στόμα σε στόμα ότι βρέθηκε μια γυναίκα με ένα μήνυμα και ίσως έφτανε και στα αυτιά σας».
«Δεν το πιστεύω!»
«Κυρία, έφτασε ο γιατρός», ανακοίνωσε η υπηρέτρια. «Και ένα γράμμα που ήρθε λίγες μέρες πριν για εσάς από την οικογένειά σας».
«Ξέρω τι λέει! Είναι ζωντανός!» αναφώνησε και πετάχτηκε από το κρεβάτι. «Διώξτε τον γιατρό. Ετοιμάστε τα πράγματά μου! Πάω να φέρω τον άντρα μου πίσω!» χοροπηδούσε και αγκάλιαζε την γυναίκα. «Πώς σε λένε; Δεν μου είπες», την έσφιγγε στην αγκαλιά της.
«Σάρα».
«Σάρα, καλή μου γυναίκα. Θα σε έχω στις προσευχές μου για το υπόλοιπο της ζωής μου. Στο υπόσχομαι! Σε ευχαριστώ!», της φίλησε τα χέρια.
Λίγους μήνες μετά η Ρόουζ επέστρεψε ξανά στο σπίτι της θείας Καρολίνας. Κατέβηκε από την άμαξα και στάθηκε μπροστά στον απέραντο κήπο. Οι υπηρέτες έπαιρναν τις βαλίτσες της και πήγαιναν προς το σπίτι ενώ εκείνη ξεμούδιαζε από το πολυήμερο ταξίδι. Έστρωσε το μακρύ φόρεμά της και κατευθύνθηκε προς τα μέσα. Ανέβηκε στον πάνω όροφο και άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα.
«Έφτασες, καλή μου;» ακούστηκε η βαριά φωνή της Καρολίνας κάτω από τα σκεπάσματα.
«Ναι, θεία μου», πλησίασε προς το μέρος της και έκατσε δίπλα της στο κρεβάτι.
«Πώς ήταν το ταξίδι σου;»
«Υπέροχο ήταν», έβγαλε ένα μαντήλι από την τσάντα και σκούπισε την μύτη της συγκινημένη. «Εσύ πώς είσαι;»
«Εγώ είμαι έτοιμη από καιρό να φύγω, αγαπητή μου. Μόνο να περάσει αυτήν την πόρτα ο αγαπημένος μου ανιψιός και να τον δω μια τελευταία φορά».
«Κοίτα δίπλα σου».
Η θεία Καρολίνα γύρισε το βλέμμα της και έβαλε τα κλάματα.
«Όλιβερ!»
«Θεία μου», έσκυψε και την αγκάλιασε.
«Γειά σας, είμαι η Σάρα», χαιρέτισε η γυναίκα που έμενε και δούλευε στο σπίτι πια. «Σας χρωστάω την ζωή μου», υποκλίθηκε από σεβασμό.
«Καλώς ήρθες σπίτι σου, παιδί μου», μουρμούρισε η θεία. «Τώρα μπορώ να φύγω πια», έκλεισε τα μάτια.
Η θεία Καρολίνα έφυγε την επόμενη μέρα. Όπως το είχε πει. Ο Όλιβερ και η Ρόουζ έζησαν μια όμορφη ζωή μαζί για πάντα και έκαναν πολλά παιδιά που γέμισαν το σπίτι.
CC
