Μετά τα μεσάνυχτα

Κοντεύει μεσάνυχτα. Πριν ξυπνήσουν τα φαντάσματα, προσμένω να σε δω. Ξέρω ότι δεν θα έρθεις, μα, η συνήθεια είναι ισχυρότερη από τη λογική. Είναι σαν αρχαίο ξόρκι, ποτισμένο με σκόνη, μεδούλι κι έρεβος.

Ποτέ μου δεν ένιωσα τόση μοναξιά όσο όταν ήμουν μαζί σου. Η αδιαφορία σου, η απέχθεια και ο ασταμάτητος πόλεμος εναντίον μου ήταν τόσο ορατά… δεν ήθελες ποτέ να είσαι μαζί μου και το έδειχνες χωρίς αναστολές. Σε κάθε ευκαιρία. Με κάθε τρόπο. Ένα βλέμμα που σκοτώνει, λέξεις σαν χαρακιές και μια αποστροφή που μου έκοβε την ανάσα. Όμως, το χειρότερο ήταν η σιωπή σου. Κάθε που μαζευόσουν στη γωνιά μας σαν πληγωμένο ζώο και χανόσουν στο κενό. Ήθελες τόσο να φύγεις από κοντά μου, να τρέξεις μανιακά για εκεί όπου ονειρευόσουν πάντα · η φύση, όμως, η μοίρα κι ο Θεός μας έπλασε για να είμαστε ένα. Μέχρι να πεθάνουμε. Αιώνια μαζί. Κι αυτό σε τρέλαινε. Ήταν τόσο βαθιά κι αχαλίνωτη η απελπισία σου, τόσο απροσπέλαστο το αδιέξοδό σου, που κάθε φορά βασανιζόμουν μαζί σου.

Αχ! Και να με άφηνες να σε αγαπήσω όπως ποθείς και σου αξίζει. Πόσο ευτυχισμένοι θα ήμασταν εάν έπαυες να με απορρίπτεις. Δεν θα αρρώσταινες συνεχώς αν δεν φώλιαζες σε αφιλόξενες, δηλητηριώδεις αγκαλιές. Το τραγικό είναι ότι σε κάθε ξένο φιλί ψάχνεις εμένα. Γιατί κατά βάθος χωρίς εμένα δεν μπορείς, κι ας με απαρνιέσαι. Γι’ αυτό στο τέλος επιστρέφεις · με βαθιές, ανοιχτές πληγές και τσακισμένα φτερά. Κι εγώ κάνω αυτό που ξέρω καλύτερα, αυτό για το οποίο γεννήθηκα: ζω. Κι εσύ; Πάντα φεύγεις μόλις αναρρώσεις. Κι ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Μα, για πόσο; Καρδιά μου βασανισμένη, δεν βαρέθηκες να με πολεμάς; Δεν κουράστηκες ασταμάτητα να μας πονάς; Είναι δηλητήρια οι παραισθήσεις που κυνηγάς, η αλήθεια κρύβεται μόνο σε εμάς. Μόνο όταν αυτό αποδεχτείς θα αρχίσεις πάλι πραγματικά να ζεις. Αρκεί να μπορείς. Μόνο όταν θελήσεις να μπορείς.

Τα τσιγάρα μου τελείωσαν κι εσύ ήρθες. Απρόοπτα και μυστικά. Σε κατάλαβα πριν σε δω. Γιατί αμέσως η θλίψη σου με βάρυνε. Ξανά, απόψε, σε γέλασαν τα φαντάσματα. Σηκώθηκα απότομα. Σκέφτηκα πως ένα μπάνιο θα μας ηρεμήσει. Ή τουλάχιστον θα ξεπλύνει τη βρωμιά που μας φέρνεις κάθε φορά. Έλυσα τα μαλλιά μου και γδύθηκα. Δεν είχα δύναμη ούτε να σταθώ. Τόση επίδραση έχει η μαυρίλα σου πάνω μου. Ένα σκοτάδι προορισμένο για μένα από μένα. Στράφηκα προς το καθρέφτη. Τότε σε είδα. Με κοιτούσες ξανά με εκείνη την απελπισία που μου χώλαινε το μυαλό. Γυμνοί, σαν την αλήθεια μας, λόγια και συναισθήματα ανταλλάξαμε μόνο με τα μάτια. Εκείνα τα απόκοσμα μάτια που κάποτε ήταν δικά μου. Όταν η πραγματικότητα δεν φάνταζε τόσο εφιαλτική στη καρδιά μου. Τότε που ο κόσμος ήταν ένα ζωντανό όνειρο. Πλησίασα διστακτικά, ο φόβος με είχε κάνει τόσο διστακτική! Εσύ, αμέσως, έκανες να φύγεις. Κινήσεις σπασμωδικές και αφύσικες για τη σωματική δομή. Όσο κι αν προσπαθείς, όμως, δεν μπορείς να φύγεις. Γι’ αυτό είσαι ακόμη εδώ.

Έσκυψα κοντά σου. Σε περιεργάστηκα. Στη θωριά που τόσο πολύ μου μοιάζει είδα μόνο ένα ξένο πρόσωπο. Ένα ατέλειωτο κενό. Ο άψυχος καθρέφτης είχε περισσότερη ψυχή από εσένα. Με αγαπούσε περισσότερο από όσο εσύ και σίγουρα λιγότερο με μισούσε. Συνοφρυώθηκα. Έσφιξα τις γροθιές μου. Έτριξα τα δόντια. Η αναπνοή μου ανεβοκατέβαινε όλο και γρηγορότερα στο στήθος μου. Φούντωσα από το μίσος μου για σένα. Μια αντιπάθεια που ξεκινά μονάχα από σένα. Με όση δύναμη μου είχε απομείνει, έριξα μια γροθιά στο καθρέφτη. Κατευθείαν στα μάτια σου. Απευθείας στο σιχαμερό σου βλέμμα. Μετά άλλη μία. Κι άλλη. Μια ακόμη.

Σταμάτησα μόνο όταν τα θραύσματα έγιναν ένα με το αίμα μου. Η ανάσα μου κόπηκε, πόνος διαπέρασε όλο το κορμί. Διπλώθηκα στα παγωμένα πλακάκια. Το νερό έτρεχε σαν ψίθυρος που ξόρκιζε τα φαντάσματα. Μα δεν κατάφερε να τα διώξει όλα. Κοίταξα τα πληγωμένα μου χέρια. Έβαλα τα κλάματα.

Κρύφτηκα στην αγκαλιά που ποτέ δεν μου δίνεις. Εσύ έφυγες πάλι. Ξανά μας εγκατέλειψες. Κι εγώ πνίγηκα στη μοναξιά μου.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα.

Μάργκω

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading