Η Μαρία σηκώθηκε πάλι πολύ νωρίς. Ο ύπνος δεν την έπαιρνε με τίποτα· μετά βίας είχε κλείσει μάτι τρεις ώρες. Ο αχαΐρευτος ο άντρας της γύρναγε πάλι κάπου όλη νύχτα. Τι θα έκανε πια με δαύτον; Είχε μπουχτίσει· ρεζίλι είχανε γίνει στη γειτονιά. Τώρα τελευταία είχε πιάσει τα καζίνο και τα φρουτάκια. Δεν του έφταναν τα μπουpδeλα· ήθελε κι άλλο πάτο να βρει. Νευριασμένη, έσυρε τις παντόφλες της στο πάτωμα και κοίταξε το ρολόι. 5:30 το πρωί. Παρέα με τις κότες ξύπναγε.
Πήγε στην κουζίνα, έφτιαξε τον καφέ της, κι όπως κατευθύνθηκε στο σαλόνι να τον πιει με την ησυχία της, πάγωσε. Ο Μενέλαος, ο άντρας της, ήταν απλωμένος μπρούμυτα στο πάτωμα.
Τον σκούντηξε με το πόδι. Δεν κουνιόταν καθόλου. Σαν παγωμένος έμοιαζε. Έχει γούστο να ψόφησε ο μaλakas… τώρα αυτό μας έλειπε, σκέφτηκε.
Προσπάθησε να τον γυρίσει ανάσκελα και έπαθε σοκ. Τα χείλη του είχαν μελανιάσει, το δέρμα του έμοιαζε γκριζωπό, κι ένας μεγάλος μώλωπας στον λαιμό φώναζε κάτι που εκείνη δεν ήθελε να παραδεχτεί.
Την ίδια στιγμή, το κινητό του άρχισε να χτυπάει ασταμάτητα. Εκείνη η εφαρμογή — πώς τη λένε, που όλο κάνει τιν-τιν — είχε γεμίσει το δωμάτιο με νευρικούς ήχους.
Η Μαρία στεκόταν από πάνω του αποσβολωμένη. Δεν ήξερε τι να κάνει. Κι όμως, η πρώτη σκέψη που της πέρασε από το μυαλό δεν ήταν πανικός. Ήταν ανακούφιση. Δεν θα έτρωγε πια ξύλο. Δεν θα χρειαζόταν να βάφεται υπερβολικά για να καλύπτει τα μελανιασμένα μάτια της.
Ένα μισό χαμόγελο φάνηκε στις άκρες των χειλιών της.
Γλίτωσα…
Θανάσιμη Γυναίκα 1
(Λίλιαν – άγνωστο όνομα)
Η Λίλιαν — έτσι ας την πούμε — καθόταν στο μπαρ, εξαντλημένη από τη βάρδια. Σήμερα είχε βγει καλό μεροκάματο: τρία χιλιάρικα. Δεν ήταν λίγο.
Η Λίλιαν δεν χαραμιζόταν σε lap dances και φτηνές χορογραφίες. Ήταν high class στριπτιτζού, για prive party και παντρεμένους με λεφτά.
Κάποια μέρα θα κάνω καριέρα και θα αφήσω όλες αυτές τις μαλakies πίσω μου, σκεφτόταν, ρουφώντας αργά το ποτό της.
Η πόρτα άνοιξε απότομα. Το αφεντικό — ο Κυρ Μιχάλης — μπήκε μέσα φουριόζος, κατακόκκινος από τα νεύρα. Βρωμούσε φτηνό ουίσκι και ακόμα πιο φτηνή κολόνια. Μάλλον με τη Δήμητρα ήταν πάλι.
Βρόντηξε το χέρι του στην μπάρα.
— Πού ήσουν μια ώρα; Γιατί έλειπες; Γιατί δεν ήσουν στο καμαρίνι σου; Λέγε, μωρή!
Ο μπάρμαν τον κοίταξε περίεργα κι έκανε πως μαζεύει ποτήρια για να εξαφανιστεί. Οι άλλες χορεύτριες είχαν χαθεί σε δευτερόλεπτα, σαν κατσαρίδες στο φως. Η γεμάτη σκηνή από κόσμο, ιδρώτα και μωβ κουρτίνες, ήταν τώρα άδεια.
Η Λίλιαν τον κοίταξε με ήρεμο, σχεδόν δολοφονικό βλέμμα.
— Άκου να δεις, μαλaka. Εμένα δεν θα μου φωνάζεις. Γιατί ξέρεις πολύ καλά πως ένα τηλεφώνημα φτάνει. Ένα στη ΓΑΔΑ, κι εσύ και όλα τα βαποράκια σου θα πάτε μέσα για την τρίτο-δεύτερη κόκα που σπρώχνεις στους πελάτες.
Ο Κυρ Μιχάλης μαζεύτηκε αμέσως.
— Καλά, ρε Λίλιαν… μη βαράς. Απλά έχασες καλό πελάτη σήμερα, είπε χαμηλώνοντας το βλέμμα.
Δεν τον έπαιρνε να τα βάλει μαζί της. Ήξερε καλά το τέλος.
Άναψε τσιγάρο για να σώσει ό,τι του είχε μείνει από αξιοπρέπεια. Κι εκεί, το μάτι του έπεσε στο μπράτσο της. Μια μεγάλη μελανιά ξεχώριζε κάτω απ’ το φως του μπαρ.
— Τι έπαθες, μωρή; Σε βάρεσε κανένας πελάτης; Να φωνάξω τον Μάικ να του σπάσει τα πλευρά του πούsth;
Η Λίλιαν τράβηξε μια ρουφηξιά αργά, σαν να είχε όλο τον χρόνο του κόσμου.
— Όχι, βρε μαλaka… έπεσα από τη σκάλα. Βιαζόμουν, είχα μια δουλειά.
Γύρισε το βλέμμα της αλλού, παριστάνοντας την ήρεμη, και φύσηξε τον καπνό με χαμόγελο που δεν έφτανε ποτέ στα μάτια της..
Βασιλική Γκόγκα
Συνεχίζεται…
