Το μετόχι

Δύο μέρες στο μετόχι. Αυτό χρειαζόταν ο Θάνος και η Έλενα. Ένα Σαββατοκύριακο απομόνωσης ψηλά στο βουνό, στην απόλυτη ησυχία και γαλήνη. Μια σύντομη απόδραση μακριά από την φασαρία και την τρέλα της καθημερινότητάς τους. Λίγες στιγμές μοναξιάς να γιάνει τις πληγές της μετά τον χαμό του παππού της. Μόνο οι δύο τους. Ή έτσι νόμιζαν.

Το μετόχι του, το είχε κληρονομήσει από την γιαγιά του και ήταν δύο χρόνια τώρα κλειστό, μιας και κανείς από την οικογένειά του δεν πήγαινε να μείνει εκεί. Μια και τελευταία φορά είχε διανυκτερεύσει ο πατέρας του για να μαζέψει τις ελιές, αλλά είχε πια γεράσει και δεν μπορούσε να πηγαίνει άλλο. Ο Θάνος ήταν παιδί της πόλης και μόνο τώρα του φάνηκε καλή ιδέα να πάει στο μετόχι. Με αφορμή τον θάνατο του παππού της κοπέλας του, του φάνηκε ιδανικό να κρυφτούν λίγες μέρες από τον κόσμο και να ξεχάσει λίγο τον πόνο της. Θα έριχνε και μια ματιά στην περιουσία μιας και θα ήταν εκεί. Να ήξερε σε τι κατάσταση βρίσκεται για να αποφασίσει αν αξίζει να την πουλήσει.

Το αποφάσισαν, λοιπόν. Μάζεψαν ένα σακίδιο με δύο ρούχα, δεν χρειάζονταν περισσότερα, καλοκαίρι ήταν. Πιο πολλή σημασία έδωσαν σε πρακτικά θέματα. Μια φιάλη για να έχουν φως και να μαγειρεύουν. Ένα ψυγειάκι να συντηρήσουν τα τρόφιμά τους. Σεντόνια, φακούς, σχοινιά, μπαταρίες, λάμπες και εργαλεία για παν ενδεχόμενο.

Με το αυτοκίνητο ξεκίνησαν νωρίς το πρωί και έφτασαν το μεσημέρι. Στην διαδρομή το κορίτσι είχε μαζεμένα τα πόδια του και έκανε αφηρημένα σχέδια σε ένα σημειωματάριο. Σύννεφα, πουλιά, κήπους και αγγέλους, σχεδίαζε τον παράδεισο που ήλπιζε ότι ζούσε πλέον ο παππούς της. Σταμάτησαν πάνω στον χωματόδρομο και άφησαν το αυτοκίνητο. Αμάξια δεν περνούσαν από εκεί, δεν θα ενοχλούσε όπου και να το άφηναν. Κατέβασαν όλα τα πράγματα στην άκρη και μπήκαν πρώτα να δουν τον χώρο.

Η πόρτα ήταν μεταλλική και άνοιξε με δυσκολία. Η αυλή ήταν γεμάτη χώμα και μέσα υπήρχε ένα μικρό σπιτάκι που ήταν ένα δωμάτιο όλο κι όλο. Ένα πρόχειρο μπάνιο ήταν στημένο στην πίσω πλευρά. Τα νέα παιδιά δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς γινόταν κάποτε κάποιος να ζούσε έτσι εκεί. Τώρα που το αντίκρυζαν από κοντά, τους έμοιαζε με πρόκληση να κοιμηθούν εκεί, μα δύο μέρες ήταν και θα περνούσαν.

Η Έλενα άρχισε να καθαρίζει, ενώ το αγόρι της έφερνε μέσα λίγα λίγα τα πράγματά τους. Σύνδεσε την φιάλη, τακτοποίησε τις κονσέρβες σε ένα ντουλάπι και τα υπόλοιπα τρόφιμα στο μικρό τραπεζάκι της κουζίνας. Πάγκο δεν είχε, ούτε νεροχύτη μέσα. Ήταν έξω δίπλα στην λεμονιά. Ως πέρα απλώνονταν τριανταφυλλιές που μόνο όσες ήταν ανθεκτικές ζούσαν μέχρι και σήμερα. Ήταν μαραμένες λόγω της ζέστης και περίμεναν καρτερικά τον χειμώνα να πετάξουν κανένα μπουμπουκάκι. Κάποτε το μποστάνι ήταν γεμάτο ζαρζαβατικά, πιπεριές, ντομάτες, κουκιά και χίλια άλλα δύο και ο δυόσμος απλωνόταν μέχρι πέρα.

Τα σπίτια απείχαν μερικά χιλιόμετρα από το μετόχι και μόνο ένα εγκαταλελειμμένο ερείπιο φαινόταν πάνω δεξιά από το δικό τους.

Το βράδυ ήταν ζόρικο. Δεν τους έπαιρνε ο ύπνος. Άλλαζαν συνεχώς πλευρό μπας και καταφέρουν να κοιμηθούν στο ημίδιπλο κρεβάτι.

«Κοιμάσαι;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα.

«Όχι, κορίτσι μου. Εσύ;»

«Μπαααα…» ψιθύρισε και αυτός γύρισε προς την μεριά της. Το φως από το καντηλάκι φώτιζε γλυκά το πρόσωπό της και εκείνος άγγιξε τις γωνίες του. «Πού λες να είναι ο παππούς μου;» τον ρώτησε.

«Με εκείνους που σου μοιάζουν», της χαμογέλασε μα εκείνη δεν κατάλαβε.

«Με ποιους;»

«Με τους αγγέλους», της είπε και σταμάτησε το δάκρυ πριν φτάσει στο μάγουλό της.

«Το πιστεύεις αυτό; Κι αν δεν υπάρχει τίποτα μετά; Κι αν όταν πεθάνει το σώμα είναι το τέλος;»

«Αν ήμασταν μόνο σώμα θα ίσχυε αυτό. Εμείς είμαστε ψυχή. Πώς να χαθεί η ψυχή; Εσένα ο παππούς σου ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος. Όσο πρόλαβα και τον γνώρισα είδα πολλά. Αυτό που μου έκανε πιο πολλή εντύπωση όμως ήταν ο τρόπος που φρόντιζε την γιαγιά σου. Άνθρωποι αυτής της γενιάς δεν χάιδευαν τις γυναίκες τους. Δεν σκούπιζαν τα σπίτια τους. Δεν μιλούσαν έτσι γλυκά και τρυφερά μπροστά σε κόσμο ειδικά. Δεν κρατούσαν από το χέρι τις εγγονές τους. Εσένα σε έβλεπε ακόμα σαν να ήσουν μικρούλα. Έβλεπε ακόμα το μωρό που πήρε στην αγκαλιά του όταν το γέννησε η κόρη του. Ήταν υπέροχος άνθρωπος».

Το επόμενο πρωί, ξύπνησαν και ήταν ακόμα αγκαλιά όπως κοιμήθηκαν, ο ένας κλεισμένος μέσα στον άλλον. Ετοίμασαν καφέ και φρυγανιές με μέλι και έβγαλαν έξω τις δύο καρέκλες. Ο ήλιος δεν έκαιγε ακόμα και ήταν ιδανική ώρα να απολαύσουν την ησυχία της φύσης. Ένα συναίσθημα που είχαν να νιώσουν από τα παιδικά τους χρόνια και κόντευαν να το ξεχάσουν.

«Θα κατέβω στην πόλη να πάρω μερικά μπουκάλια νερό ακόμα. Για παν ενδεχόμενο, μη μας λείψουν και δεν έχουμε να πλυθούμε. Θα περάσω λίγο και από τα χωράφια να ρίξω μια ματιά. Δεν θα λείψω πολύ. Σκέφτομαι στον γυρισμό να σταματήσω να χαιρετήσω και μια φιλενάδα της γιαγιάς μου που μένει εδώ πιο πέρα. Την κυρά Μαρία. Θες να έρθεις μαζί μου να μη μείνεις μόνη εδώ;»

Η Έλενα που είχε ήδη στα πόδια της το σημειωματάριο της και σχεδίαζε όσο έτρωγε το πρωινό της, αποφάσισε να μείνει στο μετόχι. Δεν θα έλειπε πάνω από δύο τρεις ώρες όπως της τα περιέγραψε. Το πολύ πολύ αν βαριόταν να έκανε μια βόλτα γύρω να μαζέψει κανένα βότανο ή αγριολούλουδο ή ό,τι άλλο έβρισκε. Αυτό σκέφτηκε. Και έτσι έμεινε εκεί.

Συμμάζεψε και βγήκε για περιήγηση. Έφτασε μέχρι και το μικρό ερείπιο που έβλεπε από το μετόχι και ήταν στην κορφή ενός χωματόδρομου. Με έκπληξη είδε στο πίσω μέρος να κάθεται σε μια παλιά πολυθρόνα μια ηλικιωμένη γυναίκα.

«Καλημέρα σας», την χαιρέτισε διστακτικά η κοπέλα καθώς συνέχιζε τον δρόμο της.

«Δεν βγάζει κάπου από εδώ», την προειδοποίησε. «Καλύτερα να γυρίσεις πίσω», ρούφηξε μια γερή γουλιά από το φλιτζάνι της. «Είμαι η Μαρία. Εσύ;»

«Έλενα».

«Λοιπόν, Έλενα, θα σου έλεγα να μείνεις για τσάι, αλλά το μόνο που έχω είναι κάποιο παλιό λικέρ», κούνησε την κούπα της. «Γι’ αυτό δεν σε κερνάω κάτι. Αλλά αν θες παρέα, θα ήθελα και εγώ».

Η Έλενα ντράπηκε και τράβηξε μια καρέκλα και την ξεσκόνισε. Την έβαλε απέναντι από την πολυθρόνα και κοιτούσε γύρω αμήχανα. Δεν ήξερε τίποτα για το μέρος για να πιάσει κουβέντα.

«Λοιπόν, πώς είναι η ζωή εδώ;» την ρώτησε για να της δώσει τον λόγο.

«Ήσυχα. Δεν ήξερα ότι είχα ακόμη γείτονες εδώ. Εσύ πώς και από τα μέρη μας;»

«Ήρθαμε με το αγόρι μου δύο μέρες να ηρεμήσουμε και εμείς από την πόλη. Και από όσα μας περιμένουν όταν γυρίσουμε σε αυτήν. Μένουμε στο μετόχι εδώ κάτω». Κοίταξε την παχουλή γυναίκα με την ρόμπα της, τις παντόφλες και τα πρησμένα πόδια, τα σκουλαρίκια και τα πεσμένα μαλλιά. Δεν ήξερε αν έπρεπε να κάτσει περισσότερο εκεί. Μα της φαινόταν ότι ήταν μια γυναίκα που πέρασε πολλά στην ζωή της και έτσι δικαιολογούσε πολλές φορές τους ανθρώπους. Ακόμα και όταν έκανε λάθος.

«Α, ο εγγονός της είναι το αγόρι σου», είπε και ρούφηξε όλη την κούπα.

Όταν γύρισε ο Θάνος, το κορίτσι είχε ετοιμάσει μεσημεριανό και έκατσαν να φάνε. Εκείνος έπλυνε τα πιάτα όσο η Έλενα έκανε άλλα δύο καφεδάκια.

«Πώς ήταν τα χωράφια;» τον ρώτησε και του άφησε ένα πιατάκι με μπισκότα.

«Όχι τόσο χάλια όσο περίμενα».

«Και η επίσκεψη;»

«Μια χαρά. Με κέρασε ένα λικέρ η κυρά Μαρία».

«Πώς σου φαίνεται σαν άνθρωπος;»

«Καλή γυναίκα».

«Μια μέρα έμεινε ακόμα, γλυκέ μου. Εγώ ηρέμησα πολύ εδώ», του είπε και εκείνος συμφώνησε.

Το επόμενο πρωί, ο Θάνος κατέβηκε ξανά στην πόλη. Για μια ώρα μόνο της είπε αυτή τη φορά. Η κοπέλα ανέβηκε πάλι στο σπιτάκι της ηλικιωμένης γυναίκας. Καθόταν στην πολυθρόνα στην αυλή και έπινε το λικέρ της.

«Καλημέρα, σας έφερα μερικά μπισκότα».

«Καλώς το κορίτσι. Σε ευχαριστώ πολύ. Έλα, κάτσε δίπλα μου».

«Απόψε το βράδυ φεύγουμε. Αύριο πάλι πίσω στην δουλειά. Εσείς… θα είστε εντάξει εδώ;» κοίταξε προς το εσωτερικό του σπιτιού που φαινόταν έτοιμο να καταρρεύσει.

«Ναι, ναι. Μην κοιτάς μέσα. Μην ανησυχείς για εμένα. Εγώ απλώς γέρασα και δεν μπορώ να φροντίζω το σπίτι. Δεν έχει σημασία τι θα απογίνω εγώ. Η ζωή είναι στα δικά σας χέρια».

«Κάνατε παρέα με την γιαγιά του Θάνου;»

«Ήταν η καλύτερη μου φίλη. Έχασε δυστυχώς νωρίς τον άντρα της. Ίσως αν ζούσε περισσότερο ο καημένος να ήταν καλύτερα τα πράγματα. Εγώ και ο άντρας μου φύγαμε μετά από εδώ. Ξέρεις, η ζωή είναι επιλογές. Ελπίζω να είναι αναπαυμένη και να τους συγχωρέσει ο Θεός. Όλους μας».

Η ώρα πέρασε και η κοπέλα κατέβηκε ξανά στο μετόχι να ετοιμάσει τα πράγματα. Έφτασε το αγόρι της και τα έβαλε στο αμάξι. Πριν πέσει ο ήλιος ήθελαν να είναι ήδη στον δρόμο να μην τους πιάσει η νύχτα.

«Τι έκανες σήμερα στο κέντρο;»

«Είδα κάποιους ανθρώπους. Σκέφτομαι να βάλω πωλητήριο τελικά», της είπε και έκλεισε το πορτ παγκάζ. Εκείνη τον αγκάλιασε και μπήκε στην θέση της.

«Τι θα κάνει άραγε μόνη της εδώ η κυρία Μαρία;»

Εκείνος έβαζε την ζώνη του και την κοίταξε παραξενεμένος.

«Έχει τόσα παιδιά να την προσέχουν», της είπε. «Ανησυχείς;».

Εκείνη δεν απάντησε μόνο αναρωτήθηκε γιατί δεν τα είχε δει όσο ήταν εκεί.

«Θα κάνουμε μια στάση εδώ», της είπε λίγη ώρα μετά. «Δεν θα αργήσω».

Ο Θάνος κατέβηκε και μπήκε σε μια αυλή. Γύρισε κρατώντας μια ντενέκα λάδι. Την στρίμωξε στα πίσω καθίσματα και μπήκε ξανά μέσα. Η Έλενα είδε μια ηλικιωμένη γυναίκα να τους αποχαιρετά στην αυλή και το αγόρι της κόρναρε φεύγοντας.

«Χάρηκε πολύ που με είδε. Ήθελε πριν φύγουμε να μας δώσει λάδι για συχώριο του άντρα της».

«Καλή γυναίκα φαίνεται. Ποια είναι;»

«Μια φίλη της γιαγιάς μου, η κυρία Μαρία».

«Μαρία; Περίμενε εδώ είχες έρθει για επίσκεψη;»

«Ναι, πού αλλού;»

«Νόμιζα ότι είχες πάει στην γειτόνισσά μας».

«Ποια;» σταμάτησε απότομα το αμάξι σε μια άκρη.

«Δεν έχουμε γείτονες».

«Τι λες παιδί μου! Εγώ πήγα δύο φορές στο σπίτι της».

«Ποιο σπίτι;»

«Αυτό που φαίνεται από το μετόχι σου!»

«Αυτό είναι εγκαταλελειμμένο χρόνια τώρα, παιδί μου. Πού πήγες;»

«Εκεί σου λέω! Της έκανα παρέα. Σήμερα της πήγα μπισκότα. Μου έλεγε ιστορίες. Τι άλλο θες να σου πω; Την λένε Μαρία. Ζει μόνη της εκεί».

«Οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί έχουν φύγει στην πόλη εδώ και χρόνια. Το σπίτι θέλει γκρέμισμα, δεν βλέπεις ότι δεν γίνεται να ζει κανείς εκεί!»

«Και εγώ, ρε Θάνο, φάντασμα είδα;»

Δεν μίλησαν καθόλου στην υπόλοιπη διαδρομή. Όταν έφτασαν στην πόλη πήγαν κατευθείαν στους γονείς του. Εκείνοι άκουσαν όσα είχαν να τους πουν τα παιδιά και κάλεσαν την αστυνομία.

Όταν ζούσαν στην περιοχή, ο άντρας της ηλικιωμένης είχε σχέση με την γιαγιά του Θάνου. Ήταν νέοι ακόμη και εκείνη χήρεψε νωρίς. Η Μαρία είχε υποψίες ότι κάτι συνέβαινε μεταξύ τους, αλλά ο άντρας της την έβγαζε τρελή. Όταν του ζήτησε να μετακομίσουν στην πόλη, εκείνος δέχτηκε. Δεν άργησε όμως πολύ και επέστρεψε στον παράνομο του έρωτα. Όλα αυτά τα χρόνια, η ζωή τους ήταν γεμάτη καυγάδες και τσακωμούς για το ίδιο θέμα. Όλα αυτά τα χρόνια, την παρουσίαζε ζηλιάρα και τρελή σε όλους για να καλύπτει τις αμαρτίες του. Και όταν πέθανε ο έρωτάς του, αυτός έπεσε σε κατάθλιψη. Του έδωσε πάλι χρόνο η γυναίκα του. Οι παλιοί άνθρωποι έδιναν πολλές ευκαιρίες ακόμα και όταν ήξεραν κατά βάθος ότι δεν είχε πια σημασία. Ο άντρας της θρηνούσε για μια άλλη γυναίκα. Και αυτή δεν άντεξε άλλο. Τον βοήθησε να πάει να την βρει μια ώρα αρχύτερα. Του είπε να πάνε να δούνε το σπίτι μια τελευταία φορά για να το πουλήσουν. Ώρα του ήταν. Έκατσαν έξω, εκείνη στην πολυθρόνα μια αυτός στην καρέκλα. Ήπιαν και οι δύο λικέρ. Μια ώρα του πήρε μέχρι να πέσει κάτω. Ζορίστηκε αλλά τον έσυρε μέσα στο σπίτι και τον έβαλε πάνω στον καναπέ. Εκείνη συνέχισε να πίνει το λικέρ που για κάποιο λόγο άργησε πολύ να την πιάσει.

Ήταν μια βδομάδα τώρα που έψαχναν εκείνη την γυναίκα και τον άντρα της. Και οι δύο είχαν εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Οι γείτονες είχαν δηλώσει την εξαφάνιση καθώς ο γιος τους δεν ζούσε πια. Όταν η αστυνομία μπήκε μέσα στο ερειπωμένο σπίτι βρήκε τον άντρα ξαπλωμένο στον καναπέ. Η Μαρία ήταν στην πολυθρόνα της. Είχαν φύγει και οι δύο από δηλητήριο που βρήκαν μέσα στο λικέρ. Ο άντρας της μια βδομάδα νωρίτερα και αυτή εκείνη την ημέρα.

Αυτά δεν τα έμαθε ποτέ κανείς. Μόνο ότι βρέθηκαν και οι δύο νεκροί και αυτό αρκούσε για να τα πουλήσει όλα ο Θάνος. Η πόλη όμως τους είχε κουράσει και με αυτά τα χρήματα ανακαίνισε το σπίτι του παππού στο χωριό της Έλενας. Ήταν κοντά στην πόλη και εκεί τουλάχιστον δεν κρυβόταν κανένα σκοτεινό μυστικό κοντά στο μετόχι τους.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading