Θανάσιμη γυναίκα 2
Η Κική ήταν φοιτήτρια νομικής στην Αθήνα, ένα κορίτσι από καλή οικογένεια.
Ο πατέρας της είχε βιοτεχνία υφασμάτων και η μητέρα της δούλευε ως νοσοκόμα. Από μικρή την είχαν μάθει να είναι ανεξάρτητη, να σπουδάσει, να βρει μια δουλειά και να μην εξαρτάται από κανέναν.
Καθώς περπατούσε βιαστική και αγχωμένη στην Πανεπιστημίου, δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται πώς τα είχε κανονίσει όλα στη ζωή της — ακριβώς όπως της είχαν πει.
Πέρασε στη Νομική, δούλευε σαν σερβιτόρα σε ένα καφέ, νοίκιασε διαμέρισμα με δύο φίλες της.
Τα έκανε όλα «σωστά», όλα κατά γράμμα. Κι όμως… μέσα της ένιωθε πως κάτι έλειπε.
Πώς έμπλεξε έτσι;
Ένας κρύος ιδρώτας την έλουσε μονομιάς.
Μόλις είδε το περιπολικό να περνάει μπροστά της, η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή.
— «Όχι… όχι ρε πούsth μου!»
Ξαφνικά, χωρίς να ξέρει τι να κάνει, άρχισε να τρέχει. Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ώσπου βρήκε ένα παλιό, εγκαταλελειμμένο κτίριο και χώθηκε μέσα.
Το περιπολικό πέρασε αργά από μπροστά, ψάχνοντάς την. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Ούτε να αναπνεύσει δεν μπορούσε.
Η μυρωδιά μέσα στο ερείπιο ήταν αποπνικτική — μούχλα, ούρα, αίμα. Ένιωσε το στομάχι της να γυρίζει, τα γόνατά της να τρέμουν.
«Σκατά… σκατά… σκατά…» ψιθύρισε. «Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα… τι να πω στους γονείς μου τώρα;»
Ένας θόρυβος την έκανε να πεταχτεί.
Στις σκιές, πίσω από τις σανίδες, κρυβόταν κι άλλος. Ένα πρεζάκι.
— «Ήρθες κι εσύ εδώ για να με βρεις;» μουρμούρισε με μάτια γυάλινα. «Παραείσαι κούκλα για να πίνεις αυτόν τον θάνατο. Φύγε πριν σε σφάξω!»
Η Κική πάγωσε. Η καρδιά της βρόνταγε τόσο δυνατά που νόμιζε πως θα σπάσει το στήθος της.
Γύρισε να φύγει, μα το περιπολικό ξαναπέρασε. Πανικός. Το πρεζόνι την τράβηξε πίσω, βίαια, πριν την δουν.
Ήθελε να ουρλιάξει. Δεν ήξερε τι ήταν χειρότερο: να την πιάσουν οι μπάτσοι ή να την σφάξει το πρεζόνι.
«Σκατά και τα δύο…» σκέφτηκε.
Το πρεζόνι, που το έλεγαν Αχιλλέα, την κοίταξε μισοχαμογελώντας.
— «Δεν θα σε πειράξω, μη φοβάσαι. Κατάλαβα, δεν πίνεις. Κρύβεσαι…»
Έσκυψε πιο κοντά της, με βλέμμα θολό αλλά παράξενα ειλικρινές.
— «Κρύψου μέχρι να φύγουν… και μετά προσπάθησε να ξεμπλέξεις από ό,τι έχεις μπλέξει. Μην γίνεις σαν εμένα. Εμένα με έχουν ξεγράψει όλοι»
Η Κική έμεινε άφωνη. Τον κοίταζε αποσβολωμένη, χωρίς να ξέρει τι να απαντήσει.
Αυτή η μέρα ήταν πραγματικά παράλογη…
Βασιλική Γκόγκα
Συνεχίζεται…
