Το ξυπνητήρι σταθερά προγραμματισμένο στις έξι το πρωί. Τι κι αν έπιανε δουλειά στις 08:30 και χρειαζόταν μόνο δέκα λεπτά με το αυτοκίνητο για να φτάσει στην ασφαλιστική εταιρία του μέλλοντα πεθερού της. Έπρεπε να σηκωθεί, να κάνει μπάνιο, να βάλει μάσκα μαλλιών, να τα στεγνώσει, να τα ισιώσει με την μασιά, να βάλει στέκα, για να μη τα βρέξει όσο χρησιμοποιούσε το ειδικό scrub προσώπου, με την ιεροτελεστία των εξάλεπτων κυκλικών κινήσεων, έπειτα να ξεβγάλει, να ταμπονάρει προσεκτικά με την πετσέτα προσώπου, να βάλει serum, ενυδατική, αντιηλιακή, make up και κονσίλερ για τις ατέλειες. Να βάλει άι λάινερ, μάσκαρα, ρουζ και το κλασσικό, αγαπημένο της κόκκινο κραγιόν, να ανοίξει την ντουλάπα, να αποφασίσει ποιο ταγεράκι ή κουστούμι θα βάλει. Λάτρευε τα σετ. Σακάκι με φούστα κολλητή ή σακάκι με παντελόνι κολλητό κι από μέσα τοπάκι συνήθως τιραντάκι μεταξωτό σε όλες τις αποχρώσεις. Πάντα συνδυασμένες με τα ρούχα, οι γόβες και οι τσάντες.
Κάθε μέρα στο γραφείο ήταν με διαφορετική ενδυμασία. Σίγουρα το “απαιτούσε” κι ο εργασιακός χώρος, αλλά της ταίριαζε γάντι, αφού το να αλλάζει την εμφάνισή της, ήταν εσωτερική της ανάγκη. Εναρμονιζόταν απόλυτα στην ασφαλιστική εταιρία που δούλευε τα τελευταία πέντε χρόνια.
Ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του μισθού της, η Βέρα, το ξόδευε σε ρούχα, τσάντες, παπούτσια, φουλάρια, καλλυντικά και κοσμήματα, σαν αληθινή πριγκίπισσα, όπως ήθελε να δείχνει από νεαρή. Πάντα περιποιημένη, με ιδιαίτερη προσοχή διαλεγμένα όλα, να ταιριάζουν, να είναι κομψά, εκλεπτυσμένα, όπως η ίδια.
Όταν πέρασε από συνέντευξη για την θέση στην μεγάλη ασφαλιστική εταιρία που ονειρευόταν από πιο νέα, ερωτεύτηκε το μικρό αφεντικό με την πρώτη ματιά. Καλοντυμένος, με πανάκριβο κουστούμι, γραβάτα, ιδιαίτερα μανικετόκουμπα, γυαλισμένα παπούτσια, με μοντέρνο κούρεμα κι ένα βλέμμα που έφτασε κατευθείαν στην ψυχή της. Σα να της φάνηκε ότι κι εκείνος την κοιτούσε με ενδιαφέρον, ίσως πάλι το ήθελε πολύ και ήταν δημιούργημα της φαντασίας της. Το κέρδος ήταν διπλό τελικά. Πήρε την θέση στην εταιρία, αλλά και στο πλευρό του Αναστάση.
Πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Ταίριαζαν στα γούστα, στα ενδιαφέροντα, σε όλα. Δίπλα σε αυτόν τον ισχυρό άντρα, με μόρφωση, καλή δουλειά, χρήμα, τρόπους, ευγένεια, ένιωθε ολοκληρωμένη. Ένιωθε η πριγκίπισσα του παραμυθιού, με τα ακριβά ρούχα, τα ταξίδια, τα ακριβά εστιατόρια, τα θέατρα, τις εκδηλώσεις της εταιρίας, παντού συνοδευόμενη από τον γνωστό επιχειρηματία. Της άνοιγε την πόρτα του αυτοκινήτου, της τραβούσε το κάθισμα στα γεύματά τους έξω και μετά καθόταν πάντα απέναντί της, διάλεγε πάντα το πιο ακριβό κρασί και με ένα νεύμα του, οι εργαζόμενοι και οι ιδιοκτήτες βρίσκονταν πάνω από το τραπέζι τους, να προλάβουν τις επιθυμίες τους και να κάνουν την παραμονή τους αξέχαστη. Χαμογελούσε από ικανοποίηση και θαυμασμό εκείνη δίπλα του. Ένιωθε τα βλέμματα όλων επάνω τους και αισθανόταν δικαίωση για τις επιλογές της ζωής της. Ναι, ήταν απόλυτα ευτυχισμένη.
Ήταν έτοιμη να φύγει από το γραφείο της, για να παραβρεθεί σε ένα εξωτερικό ραντεβού με έναν υποψήφιο πελάτη που κυνηγούσε καιρό τώρα. Η στάση στο γραφείο του συντρόφου της για την τελευταία στήριξη και ενίσχυση του ηθικού της, απαραίτητη. Χτύπησε την πόρτα, βάζοντας μόνο το κεφάλι της στο γραφείο.
– Μωρό μου φεύγω, να είμαι συνεπής στο ραντεβού με τον Αλεξίου.
– Αγάπη μου, καλή επιτυχία, αν και είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα.
– Ευχαριστώ Αναστάση μου, μακάρι να πάνε όλα καλά, να φέρω τον Αλεξίου σε μας.
– Σου έχω εμπιστοσύνη! Όλα καλά θα πάνε.
Σηκώθηκε απο την καρέκλα του, την πλησίασε, την φίλησε και της ψιθύρισε στο αυτί “σ’ αγαπώ, θα σε περιμένω”.
Στη διαδρομή με το αυτοκίνητο, τον έφερε στο νου της. Αυτός ο άντρας, ήξερε πάντα τι έπρεπε να πει. Την έκανε να νιώθει σίγουρη για τον εαυτό της, της ανέβαζε την ψυχολογία, της έδειχνε την αγάπη του. Πόσο πολύτιμο αυτό σε έναν σύντροφο και πόσο σπάνιο. Ευχαριστούσε τον Θεό που τον έστειλε στο δρόμο της και με την σκέψη του άργησε να διαπιστώσει ότι δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου. Το τιμόνι την τραβούσε προς τα αριστερά κι ενώ πατούσε γκάζι, δεν είχε επιτάχυνση.
Άναψε αλάρμ και σταμάτησε δεξιά του δρόμου. Βγήκε και είδε ότι το λάστιχο ήταν πατημένο, χωρίς αέρα. Αστραπιαία κοίταξε την ώρα. Το ραντεβού της ήταν σε είκοσι λεπτά και βρισκόταν περίπου δύο χιλιόμετρα μακριά. Ο πανικός, ήταν πάντα το φόρτε της και εκείνη την στιγμή τον ένιωθε στο κόκκινο. Καθώς με το χέρι της έψαχνε την τσάντα της, να βρει το κινητό να καλέσει τον Αναστάση, με το βλέμμα της χτένιζε την περιοχή, μήπως κάποιος μπορούσε να την βοηθήσει. Όταν είδε την τεράστια ταμπέλα “Βουλκανιζατέρ ο Βάγγος”, ένιωσε τόσο τυχερή, έκανε τον σταυρό της, σκεπτόμενη, “ποτέ δεν με εγκαταλείπεις Θεέ μου” και καθώς διέσχιζε τον δρόμο για να βρεθεί απέναντι στον σωτήρα της, μόνο τότε κοιτάζοντας τις τρεις αυτές λέξεις, χαμογέλασε και σκέφτηκε, “αν είναι δυνατόν, και βουλκανιζατέρ και Βάγγος! Κανένας βαρύμαγκας λίγο πριν την σύνταξη θα είναι, κοντός, με χοντρά, μαύρα, δουλεμένα χέρια, φαλακρός, με μουστάκι και μεγάλη κοιλιά, με το τσιγάρο τελειωμένο, αλλά την γόπα ακόμα στο στόμα”. Ξέχασε για δευτερόλεπτα τον καημό της, με την εικόνα του άντρα που έχτιζε στο μυαλό της σύμφωνα πάντα με την επωνυμία του μαγαζιού που είχε μπροστά της.
– Καλημέρα!, είπε κι έψαχνε τον κοντό, μεσήλικα γορίλα που είχε κάνει εικόνα.
– Καλημέρα, άκουσε από απόσταση μια μπάσα φωνή που όμως έμοιαζε νέου ανθρώπου. Όταν ανάμεσα από μια στοίβα λάστιχα εμφανίστηκε ένας νεαρός, με μαύρο jockey στο κεφάλι μαύρη σαλοπέτα, χωρίς μπλουζάκι από μέσα, αφήνοντας σε κοινή θέα τα γραμμωμένα μπράτσα και το στήθος του, γούρλωσε τα μάτια της.
Είδε την έκφρασή της και προσπάθησε να κρύψει το χαμόγελο που του δημιούργησε η αντίδραση της κομψότατης γυναίκας που είχε απέναντί του. Προσπαθώντας να ξεπεράσει το σοκ της τόσο διαφορετικής εικόνας που μόλις αντίκρυσε από εκείνη που είχε πλάσει στη φαντασία της, έχασε τα λόγια της, μα σύντομα, βρήκε τον εαυτό της.
– Βιάζομαι απίστευτα, έχω ένα επαγγελματικό ραντεβού δύο χιλιόμετρα περίπου μακριά και έπαθα λάστιχο ακριβώς απέναντι. Μπορείτε να με βοηθήσετε;
– Βρίσκεσαι στο κατάλληλο μέρος!, της είπε χαμογελώντας και της έκλεισε το μάτι.
Ο ενικός του νεαρού μάστορα, την μπέρδεψε. Δεν γνωρίζονταν κι από χθες. Το δε κλείσιμο του ματιού, την έκανε οριακά να τον αντιπαθήσει. Τέτοιες διαχυτικότητες μεταξύ αγνώστων της προκαλούσαν αηδία.
Ο πληθυντικός της κοπέλας τον ξένισε. Τυπικούρες και δήθεν ευγένειες άλλων γενιών, ανάμεσα σε δύο πολύ νέα άτομα.
– Να το φέρω εδώ; Πώς σας βολεύει;
– Δώσε μου το κλειδί, να το φέρω εγώ αν θέλεις, να μη σε ζορίσει, συνέχισε να χαμογελάει, να της μιλάει στον ενικό, σε αντίθεση με κείνη κι έκλεισε άλλη μια φορά το μάτι.
– Σας ευχαριστώ, απάντησε εντελώς τυπικά δίχως ίχνος χαμόγελου.
Τα δάχτυλά του άγγιξαν τα δικά της και σα να ένιωσε ότι το έκανε επίτηδες εκείνος. Χωρίς να το σκεφτεί, έτριψε τα δαχτυλικά της αποτυπώματα, σα να ήθελε να απαλλαγεί από την μαυρίλα με την επαφή τους και να του κάνει ξεκάθαρο ότι δεν ήταν για τα δόντια του. Αυτό της έλειπε, να την φλερτάρει ο τύπος με τον ενικό και το κλείσιμο του ματιού.
Τα δάχτυλά του άγγιξαν τα δικά της κι ένιωσε σα να ακούμπησαν το δέρμα του πρώτη φορά, σα να του έδωσαν ξαφνικά οξυγόνο κι ας αντέδρασε άκομψα η κακομαθημένη μη μου άπτου. Μια τέτοια γυναίκα, που με μια τόσο απλή επαφή ανατρίχιασε, άξιζε να την κυνηγήσεις.
Τον παρακολουθούσε καθώς περπατούσε. Ψηλός, με ωραία κορμοστασιά, βαρύ περπάτημα, μεγάλα, σταθερά βήματα, με τις τεράστιες αρβύλες στα πόδια και τα χέρια στις τσέπες της λερωμένης σαλοπέτας, το παιδί του λαού.
Την παρακολουθούσε καθώς πλησίαζε με το αμάξι, νευρική και εύθραυστη ταυτόγχρονα, κοιτούσε συνεχώς το ρολόι της, περιποιημένη και καλοντυμένη, θαρρείς και βγήκε από περιοδικό μόδας.
Έβγαλε το λάστιχο, το σήκωσε με μοναδική ευκολία βυθίζοντάς το στην δεξαμενή νερού, το τοποθέτησε στο αμάξι και σκουπίζοντας τα χέρια του σε μια πετσέτα πιο βρώμικη και από τον ίδιο, της ανακοίνωσε χαμογελαστός ότι ήταν έτοιμη.
– Σας ευχαριστώ. Τι σας χρωστάω;
– Τίποτα!
Η Βέρα τον κοίταξε με το ίδιο ύφος όταν τον αντίκρυσε για πρώτη φορά πριν λίγο.
– Πώς τίποτα! Η δουλειά πληρώνεται, είπε αυστηρά.
– Δεν ήταν δουλειά αυτό, ήταν ευχαρίστηση, της είπε και για τρίτη φορά της έκλεισε το μάτι.
– Σας παρακαλώ!
– Είχες κι ένα ραντεβού εσύ ε; Στο καλό να πας!
Η Βέρα σα να τη ξύπνησε κάποιος απότομα, τινάχτηκε, είδε το ρολόι της, μπήκε στο αμάξι της κι έφυγε, βγάζοντας το χέρι από το παράθυρο σε βιαστικό χαιρετισμό και φωνάζοντας “ευχαριστώ”.
Πρόλαβε το ραντεβού της, πήγαν όλα καλά, κέρδισε τον πελάτη και το βράδυ στο σπίτι του Αναστάση, του εξιστόρησε το συμβάν στο βουλκανιζατέρ. “Βρε τον Βάγγο, σωστός γύπας”, σκεφτόταν ο σύντροφός της, όσο άκουγε, χωρίς να πει δυνατά τις σκέψεις του.
Την επόμενη μέρα, χτύπησε η πόρτα του γραφείου της. Μπροστά της εμφανίστηκε ο άντρας που της έσωσε το χθεσινό ραντεβού, χωρίς jockey, με τζιν παντελόνι κι ένα απλό μονόχρωμο μπλουζάκι, αθλητικά παπούτσια κι ένα πλατύ χαμόγελο.
– Τι κάνετε εσείς εδώ;, ρώτησε με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
– Καλημέρα, απάντησε εκείνος πάντα ευδιάθετος.
– Με συγχωρείτε! Καλημέρα! Απόρησα και ξέχασα τους τρόπους μου.
– Δεν πειράζει, καλύτερα! Τόσο νέα κοπέλα με τόσο πληθυντικό και καλούς τρόπους!
– Τι μπορώ να κάνω για σας;, συνέχισε το τυπικό, αυστηρό της ύφος.
– Θέλω να με ασφαλίσετε. Εμένα, το μαγαζί του μπαμπά μου, τους γονείς μου, όλα γενικά.
– Μάλιστα. Θα χρειαστώ τα στοιχεία σας.
Αφού έμαθε όλα όσα χρειαζόταν, του είπε ότι θα επικοινωνήσει μαζί του, όταν ετοίμαζε τα συμβόλαια. Όταν έφυγε, πήρε τον χρόνο της να σκεφτεί. “Πώς με βρήκε; Τι θέλει από μένα; Κι αυτό το επίμονο βλέμμα; Σα να με ξεγυμνώνει! Βαγγέλης λοιπόν, τρίτη γενιά στο βουλκανιζατέρ, από τον παππού Βάγγο, στον πατέρα του και όταν έρθει η ώρα σε αυτόν”.
Όταν πάρκαρε στην πυλωτή της πολυκατοικίας που έμενε και βγήκε από το αμάξι της, την περίμενε μία ακόμα έκπληξη. Εμφανίστηκε ο Βαγγέλης μπροστά της από το πουθενά.
– Με παρακολουθείς;
– Επιτέλους, ενικός!
– Κάτι σε ρώτησα.
– Ναι, περίμενα να σχολάσεις και σε ακολούθησα.
– Γιατί;
– Γιατί μου αρέσεις.
– Σε δέκα μήνες παντρεύομαι τον άνθρωπο που είμαστε μαζί πέντε χρόνια και τον λατρεύω.
– Τον Μίστερ τέλειο, το μικρό αφεντικό, ναι, έμαθα ποιος είναι.
Η Βέρα σάστισε.
– Μα πώς;
– Πώς, τι; Πώς το έμαθα; Πάντα διεκδικώ ό,τι θέλω να γίνει δικό μου. Με το που σε είδα χθες και άγγιξα τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλά σου, ήξερα ότι θα γίνεις δική μου.
– Αυτό λέγεται θράσος!
– Πες το όπως θέλεις εσύ, πριγκιπέσσα. Εγώ ξέρω ότι ο φλώρος αυτός δεν είναι για σένα.
– Δεν σου επιτρέπω!, του είπε αγανακτισμένη και τον προσπέρασε. Άνοιξε την πόρτα της εισόδου και κλείνοντάς την, βρήκε αντίσταση στο πόδι του. Με μία κίνηση μπήκε μέσα, την άρπαξε από τη μέση και κόλλησε τα χείλη του στα δικά της. Τον έσπρωχνε, προσπαθούσε να ξεφύγει μα τελικά, αφέθηκε σε ένα παθιασμένο φιλί.
– Θα γίνεις δική μου, της είπε, την χάιδεψε στο μάγουλο κι έφυγε.
Ανέβηκε επάνω η Βέρα σα ναρκωμένη, μη μπορώντας να πιστέψει τι προηγήθηκε πριν ένα λεπτό. “Πώς το ‘κανα εγώ αυτό; Τι μου συμβαίνει;”. Πήγε στο μπάνιο, έριξε νερό στο πρόσωπό της και άγγιζε τα χείλια της. Τα χείλη που πριν λίγο φιλούσαν έναν ξένο άντρα, που ποτέ δε θα τραβούσε το βλέμμα της. Έναν άντρα τόσο διαφορετικό από κείνη, από τον σύντροφό της, από τη ζωή της.
Το βράδυ, που πήγε στο σπίτι του Αναστάση, δεν μπορούσε να τον κοιτάξει στα μάτια. Ήταν μουδιασμένη, είχε τύψεις για εκείνο το φιλί που ενέδωσε.
– Τι έχεις αγάπη μου;
– Τίποτα, λίγο κουρασμένη.
– Γιατί νομίζω ότι δεν είναι μόνο αυτό;
Τον κοίταξε στα μάτια, χώθηκε στην αγκαλιά του και του ζήτησε να την σφίξει πάνω του.
– Τι συμβαίνει μωρό μου; Πες μου.
– Τίποτα. Σφίξε με, του είπε κι εκείνος υπάκουσε.
Την επόμενη μέρα ο Βαγγέλης εμφανίστηκε πάλι στο γραφείο. Αρχικά, η Βέρα ταράχτηκε, μα δε θα επέτρεπε να χάσει τον έλεγχο.
– Καλημέρα πριγκιπέσσα, της είπε με σιγουριά με ένα χαμόγελο διεκδικητή.
– Καλημέρα, του απάντησε με όση ηρεμία μπορούσε να επιστρατεύσει.
– Έτοιμα τα συμβόλαια;
– Όχι, είχα άλλες προτεραιότητες. Σου είχα πει ότι θα σε ενημερώσω.
– Ήθελα να σε δω, της είπε, αλλάζοντας ύφος και η φωνή του πρόδιδε την λαχτάρα του.
– Δουλεύω εδώ!
– Δεν με νοιάζει. Παράτα τα όλα τώρα και πάμε να φύγουμε.
– Δεν είσαι με τα καλά σου!
– Θέλω να ρουφήξω τα χείλη σου, να σε κάνω δική μου. Τίποτα δεν με νοιάζει. Ούτε ο βουτυρομπεμπές σου, ούτε κανένας.
Το βλέμμα του πετούσε φωτιές, έτρεμε ολόκληρος, η φωνή του είχε λυγμό.
– Είναι δυνατόν να ένιωσες έτσι μέσα σε λίγες στιγμές; Δεν είμαι τόσο αφελής. Και επιτέλους σύνελθε, τζαμαρία είναι, φαινόμαστε και μπορεί να μας ακούσουν.
– Δεκάρα δεν δίνω. Ας μας δουν, καλύτερα! Να γλυτώσουμε και χρόνο. Στον κόσμο μου, ένα κι ένα κάνουν δύο. Δεν ξέρω από τσιριμόνιες και καθωσπρεπισμούς. Δεν είμαι φλούφλης σαν τον δικό σου. Εδώ και τώρα ό,τι θέλω, χωρίς αναβολές, χωρίς δεύτερη σκέψη. Είσαι;
– Όχι βέβαια. Εννοείται, όχι!
– Άλλο μου έδειξες χθες.
– Πάψε!
– Γιατί; Φοβάσαι; Φοβάσαι τον ίδιο σου τον εαυτό; Το ξέρεις ότι με γουστάρεις, όπως το ξέρω κι εγώ. Πάμε να πιούμε έναν καφέ τουλάχιστον, να τα πούμε με ησυχία, αφού εδώ διστάζεις.
– Θέλω να φύγεις, να με αφήσεις ήσυχη.
– Φεύγω, δεν θα σε φέρω άλλο σε δύσκολη θέση, αλλά δεν τελειώσαμε.
Αυτό το βλέμμα του… Είχε αυτό το κάτι, το διαπεραστικό, το σαρωτικό, που τα συνθλίβει όλα. Για ένα πράγμα ήταν σίγουρη. Ποτέ κανείς μέχρι τώρα στη ζωή της δεν την είχε διεκδικήσει έτσι, τόσο απόλυτα, ούτε καν ο Αναστάσης. Εκείνος ήταν πάντα τόσο γλυκός και ήπιος. Ένιωθε ότι βρισκόταν μέσα σε έναν ανεμοστρόβιλο. Δεν θα έπρεπε καν να του δίνει χώρο στο μυαλό της, μα το είχε καταβάλλει. Δεν θα έπρεπε καν να νιώθει αυτή την ταραχή, μα μέσα της σπαρταρούσε. Δεν αναγνώριζε τον εαυτό της.
Πήρε την τσάντα της, πέρασε από το γραφείο του Αναστάση και προσπαθώντας να δείχνει χαλαρή, του είπε ότι βγαίνει έξω για κάποιες δουλειές. Δεν του άφησε περιθώριο να ρωτήσει. Βγήκε έξω και έπαιρνε βαθιές εισπνοές, σα να χρειαζόταν μεγαλύτερες δόσεις οξυγόνου. Κατευθύνθηκε προς το αμάξι. Ήθελε να πιάσει το τιμόνι, να βάλει μουσική, να ανοίξει το παράθυρο να φυσάει ο αέρας, να οδηγεί χωρίς προορισμό, απλά να φύγει, να πάρει αποστάσεις, να χαθεί. Όταν τον είδε να ακουμπάει στο καπό, ο ανεμοστρόβιλος που πριν την στριφογυρνούσε, την κατάπιε ολόκληρη. Κόντευε να λιποθυμήσει, παραπάτησε και το επόμενο δευτερόλεπτο βρέθηκε στην αγκαλιά του.
– Δεν το καταλαβαίνεις; Δεν το νιώθεις; Τρελαίνομαι με το άγγιγμά σου. Δεν το ‘χω πάθει ποτέ ξανά αυτό, γaμw την τρέλα μου και είναι και για μένα πρωτόγνωρο!
– Άφησε με, σε παρακαλώ, μη με βασανίζεις! Το θέμα δεν είσαι εσύ μόνο, δεν το καταλαβαίνεις; Αγαπώ τον σύντροφό μου, έχω μια ήρεμη ζωή, την δουλειά μου. Δεν θέλω μπλεξίματα.
– Άσε τα μπλεξίματα. Εμένα; Εμένα με θέλεις, το βλέπω, το μυρίζω, το ακούω στην ανάσα σου!
– Τόσο σίγουρος για τον εαυτό σου! Δεν με ξέρεις καθόλου. Με εξοργίζεις. Φύγε Βαγγέλη, τώρα!
– Θέλεις να φύγω; Είσαι σίγουρη;
– Απόλυτα.
Άνοιξε τα χέρια του, εκείνη στάθηκε σταθερά στα πόδια της και έβαλε το χέρι της στο χερούλι της πόρτας του οδηγού. Προς στιγμήν θεώρησε ότι τα κατάφερε, ότι θα την άφηνε να φύγει. Όταν, όπως τον είχε πλάτη, το σώμα του την τύλιξε, το κεφάλι του το ακούμπησε στον ώμο της, η ανάσα του ζέστανε το δέρμα της και άκουσε στο αυτί της να της ψιθυρίζει “πάρε με μαζί σου”, γύρισε αργά και τα χείλη τους ενώθηκαν για μια ακόμα φορά, σε ένα φιλί απόλυτης σύνδεσης. Σε ένα φιλί από κείνα που σε μεταφέρουν αλλού, που νομίζεις ότι θα παραλύσει το σώμα σου, από κείνα που η ζωή, δεν φέρνει σε όλους.
– Βέρα;
Η απόλυτη ευλογία της στιγμής, μετατράπηκε σε τρόμο και ντροπή. Η Βέρα, στα χέρια ενός άλλου άντρα, κοίταξε εκείνον που πέντε χρόνια ήταν ο δικός της άνθρωπος, το λιμάνι της.
– Αναστάση!
Ο Βαγγέλης ατάραχος τον κοιτούσε με το βλέμμα του νικητή.
– Έτρεξα πίσω σου γιατί ανησύχησα. Πού να φανταστώ ότι είχες κάτι καλύτερο να κάνεις!
– Αναστάση, εγώ…
– Μη κουράζεσαι, άστο.
Έκανε μεταβολή και με αξιοπρέπεια, χωρίς φωνές και φασαρίες, χωρίς να ζητήσει εξηγήσεις, χωρίς καν να φανερώσει τον πόνο του, αποφάσισε να φύγει. Η Βέρα έτρεξε πίσω του, ο Βαγγέλης έμεινε ακίνητος.
– Σε παρακαλώ, μπες στο αυτοκίνητο να σου εξηγήσω, να σου πω δυο λόγια.
– Μη προκαλείς την τύχη σου! Ας μη γίνουμε θέαμα. Λίγα μέτρα πιο κει είναι η δουλειά του πατέρα μου, σέβομαι εκείνον πρωτίστως και δε θέλω να προκαλέσω σκηνή. Κάποιοι βλέπεις, έχουμε τσίπα.
– Αναστάση, σε παρακαλώ!
Τα δάκρυα της ποτάμια, έτρεμε ολόκληρη. Γύρισε στον Βαγγέλη, του ζήτησε να φύγει κι εκείνος απομακρύνθηκε. Το ζευγάρι μπήκε στο αυτοκίνητο.
– Τι έχουμε να πούμε Βέρα; Τι δεν είδα που πρέπει να μάθω; Η στάση του, φανέρωνε πια έναν βαθιά πονεμένο άνθρωπο.
– Αγάπη μου, άκουσέ με. Δεν ξέρω πώς έγινε. Ο τρόπος του, η επιμονή του, το θράσος του, όλα σε υπερθετικό βαθμό, με ξελόγιασαν, σα σίφουνας με παρέσυρε. Δεν είμαι εγώ έτσι, το ξέρεις.
– Δεν ξέρω πια τίποτα. Δεν είσαι ανήλικη Βέρα, δεν είσαι κανένα κοριτσόπουλο για να σε αποπλανήσουν. Ήθελες και βρέθηκες στην αγκαλιά του. Εκείνος άπλωσε τα πλοκάμια του γιατί ίσως αυτό μόνο ξέρει να κάνει. Το θέμα είναι εσύ γιατί πιάστηκες; Εσύ γιατί είχες αυτή την αδυναμία και ανάγκη; Πού έκανα λάθος;
– Πουθενά, πουθενά αγάπη μου. Δεν έχω κανένα παράπονο από σένα. Πίστεψέ με. Είσαι όλα όσα ήθελα πάντα, όλα όσα με γεμίζουν.
– Προφανώς δεν ήμουν αρκετός. Ή τελικά εσύ δεν ήσουν αυτή που νόμιζα. Ίσως τελικά ήσουν μια φτηνή, από κείνες που κολακεύονται από τον κάθε λιγούρη, από τον κάθε γύπα που πετάει δύο λόγια και είναι αρκετά να κερδίσει το γκομενάκι.
– Μη! Μη το κάνεις αυτό. Ούτε εσύ ήσουν ποτέ ανεπαρκής, ούτε εγώ είμαι αυτό που περιγράφεις και το ξέρεις.
– Αλήθεια; Πόσο καιρό τον ξέρεις; Ούτε σαράντα οχτώ ώρες! Και τον φιλούσες ξεδιάντροπα δίπλα στον εργασιακό χώρο που σε συντηρεί, που σε εκτιμά, που σε αγκαλιάζει τόσα χρόνια. Αυτή που αγάπησα σίγουρα δεν θα το έκανε ποτέ αυτό. Αυτή που έχω μπροστά μου, είναι μία άλλη, που δεν θέλω να την ξέρω. Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου κι έφυγε.
Έμεινε μόνη και συντετριμμένη. Πώς το επέτρεψε όλο αυτό; Πώς έφτασαν εδώ; Ήταν ένα τεράστιο λάθος κι έπρεπε να το διορθώσει. Σκούπισε τα δάκρυά της, άναψε τη μηχανή και κατευθύνθηκε στο βουλκανιζατέρ.
Όταν την είδε ο Βαγγέλης, χαμογέλασε και όρμησε να την φιλήσει.
– Αρκετά! Μέχρι εδώ!, τον έκοψε κατευθείαν.
– Δεν καταλαβαίνεις ότι μας το έκανε πιο εύκολο; Τώρα μπορούμε να είμαστε μαζί.
– Μέχρι πότε; Μέχρι την επόμενη χαζογκόμενα που θα σου γυαλίσει και θα την φιλήσεις με το ζόρι;
– Με το ζόρι; Δηλαδή εσύ δεν ήθελες;
– Με παρέσυρες. Με μάγεψες. Δεν ξέρω. Η λαχτάρα σου, το πάθος σου. Δεν είδα καθαρά, δεν είμαι εγώ αυτή.
– Το φιλί μας ήταν το μαγικό Βέρα. Δεν μπορεί να μη το ένιωσες.
– Σταμάτα, δεν αντέχω άλλο. Θέλω να εξαφανιστείς. Να μη με ξαναενοχλήσεις, να μη σε ξαναδώ.
Σαν αγρίμι την άρπαξε, χωρίς να ακούσει τίποτα από όσα της είπε. Αυτή τη φορά όμως δεν βρήκε ανταπόκριση.
– Μην αφήνεις τον φόβο να διαλύσει αυτό που νιώθεις. Θα μείνεις όλη σου τη ζωή με έναν άντρα που δεν μπόρεσε να σου δώσει τόσα χρόνια αυτό που ζήσαμε εμείς, σε δύο μόνο στιγμές;
– Αυτός ο άντρας είναι όλη μου η ζωή. Η ασφάλειά μου, η αγάπη μου, η ευτυχία μου, τα όνειρά μου, τα πάντα μου.
– Κουταμάρες. Μιλάς σαν εβδομήντα χρονών που έζησε μια μίζερη ζωή, χωρίς να έχει δει πέρα από τη μύτη της. Το πάθος; Αυτή η μαγεία της ανατραχίλας; Μη συμβιβαστείς. Παράτησέ τον. Πάμε να το ζήσουμε μαζί!
– Αρκετά. Οι κόσμοι μας είναι τόσο διαφορετικοί. Ανήκω αλλού.
– Σε μένα ανήκεις. Απλά τρόμαξες με τα ίδια σου τα αισθήματα, κατάλαβέ το!
– Μη με ξαναενοχλήσεις. Θα πληρώσω το λάθος μου, αλλά με σένα τελείωσα.
Έτρεξε πίσω της, προσπάθησε να την φιλήσει, να την παρασύρει για άλλη μια φορά στη δίνη του, αλλά το χαστούκι από το χέρι της που έπεσε με δύναμη στο μάγουλό του, τον σταμάτησε. Έμεινε να την κοιτάζει να φεύγει μακριά του.
Η Βέρα την επόμενη μέρα έστειλε την παραίτησή της κι ένα γράμμα στον Αναστάση.
“Αναστάση μου,
Ποτέ δεν θα πάψει να ισχύει το “μου”. Για μένα θα είσαι πάντα εκείνος που ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά και που στη συνέχεια με κέρδισε με τους τρόπους του και την συμπεριφορά του. Δίπλα σου πραγματοποίησα όλα μου τα όνειρα, είχα τα πάντα. Συγγνώμη για το τελευταίο ντροπιαστικό εικοσιτετράωρο και για την προδοσία που έχω μετανιώσει. Δεν θα συγχωρήσω ποτέ εγώ η ίδια τον εαυτό μου για την εικόνα που είδες. Και που πάλι, συμπεριφέρθηκες σαν κύριος, όπως ήσουν πάντα. Ήταν μια στιγμή τρέλας, δεν ξέρω πώς αλλιώς να το χαρακτηρίσω. Σα να ναρκώθηκα, σα να μαγεύτηκα από το πάθος που με προσέγγισε. Έκανα το πιο μεγάλο λάθος της ζωής μου και θα το πληρώσω. Δεν σου ζητώ να με συναντήσεις, ούτε φυσικά να με δεχτείς πίσω. Δεν το αξίζω. Το ίδιο θα έκανα κι εγώ αν ήμουν στη θέση σου. Σου ζητώ μόνο να μη με μισήσεις για αυτή την καταραμένη στιγμή που βγήκε στην επιφάνεια ο κακός μου εαυτός, εκείνος που δεν ήξερα ούτε κι εγώ ότι έχω. Σου εύχομαι να βρεις την γυναίκα που θα σταθεί δίπλα σου κυρία, όπως σου αξίζει και δεν τα κατάφερα εγώ η ηλίθια. Θα σε αγαπώ και θα σε ευγνωμονώ πάντα για όσα μου πρόσφερες απλόχερα.
Συγγνώμη.
Βέρα” .
Το διάβασε πολλές φορές μέσα στον μήνα που άφησε κενό ανάμεσά τους. Ούτε τηλέφωνο, ούτε μήνυμα. Μόνο ο πατέρας του ήξερε την αλήθεια. Έπρεπε να του την πει άλλωστε, αφού απουσίαζε και από την δουλειά εκτός από την ζωή του. Συντετριμμένος του τα εξιστόρησε. Είχε και την αγωνία πώς θα αντιδράσει εκείνος. Φοβόταν μη πάει να την βρει και την βρίσει. Η στάση του πατέρα του όμως τον εξέπληξε. Άκουγε τα καθέκαστα, χωρίς να εκφράζει κανένα συναίσθημα. Ούτε όταν του έδωσε να διαβάσει το γράμμα της. Ούτε μία γκριμάτσα, ούτε ένα επιφώνημα, κάτι, να μαρτυρήσει θυμό, έκπληξη, απογόητευση. Όταν με δάκρυα στα μάτια δεν είχε κάτι άλλο να του εξομολογηθεί, όταν ακουγόταν μόνο οι ανάσες τους, μόνο τότε, τον έπιασε από τον ώμο και του είπε “είμαι σίγουρος ότι το μετάνιωσε αυτό το φιλί. Δεν είναι χωρίς μπέσα η Βέρα, αγόρι μου. Θα σου πω κάτι που δεν το ξέρει κανένας, εκτός από την μάνα σου. Πριν πολλά χρόνια, όταν κι εμείς ήμασταν νέοι, όταν αγωνιζόμασταν να δημιουργήσουμε την εταιρεία, συναντήθηκα με αυτήν την στιγμιαία τρέλα. Μια πελάτισσά μας, με τρέλανε. Ήταν όλα εκείνα που δεν ήταν η μάνα σου. Έντονη, παθιασμένη, ερωτική, όλα στο κόκκινο. Με προκαλούσε επί τρεις μέρες με κάθε τρόπο, με το ντύσιμο, τις ματιές, τα λόγια, τα αγγίγματα. Δεν ήμουν συνηθισμένος έτσι. Η μάνα σου ήταν ήσυχη, σοβαρή, σεμνή. Ήξερα ότι με λάτρευε, το ίδιο κι εγώ, μα τελικά αυτό δεν με εμπόδισε από το λάθος. Πάνω στο γραφείο την έκανα δική μου, σε μια στιγμή που θόλωσα, άφησα τον ηλίθιο ανδρισμό μου να με κυριεύσει. Όταν άνοιξε η πόρτα και είδα το βλέμμα της μάνας σου, καλύτερα να με σκότωναν. Δεν αντέδρασε, ούτε με έκανε βούκινο. Απλά, άνοιξε τη πόρτα κι έφυγε. Την παρακάλεσα γονατιστός να μη με εγκαταλείψει. Με αγαπούσε πολύ, με συγχώρεσε, μα χρειάστηκε πολλή προσπάθεια από μέρους μου για να με ξαναεμπιστευτεί. Την ευγνωμονώ που δεν με παράτησε τότε, ενώ θα μπορούσε. Θα την έχανα από μια βλακεία, από το πάθος που δεν μπόρεσα να ελέγξω. Μη τα τινάξεις όλα στον αέρα, αν ζητάς την γνώμη μου. Δώσε μία ακόμα ευκαιρία σε κείνη και στην σχέση σας”.
Στεκόταν αρκετή ώρα μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματός της και προσπαθούσε να βρει το κουράγιο. Χτύπησε τελικά την πόρτα και έκανε γρήγορα, για τελευταία φορά, πρόβα τα λόγια του.
– Αναστάση μου!
Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Ήθελε να πέσει στην αγκαλιά του και να τον γεμίσει φιλιά, μα αρκέστηκε στο να σκουπίζει τα δάκρυα που χωρίς να θέλει έτρεχαν από τα μάτια της.
– Μπορώ να περάσω;
– Το ρωτάς; Έλα, κάθισε. Θέλεις ένα ποτό;
– Όχι, θέλω να σου πω όσα έχω μέσα μου έναν μήνα τώρα. Έκανα πολλές πρόβες αλλά τώρα δεν θυμάμαι τίποτα.
– Να μου πεις ό,τι θέλεις. Και μόνο που είσαι εδώ, που σε βλέπω, είναι υπέροχο. Πέρασαν οι μέρες και πίστεψα ότι δεν θέλεις να με ξαναδείς μπροστά σου.
– Σε συγχωρώ. Δεν μου είναι εύκολο θέλω να ξέρεις. Με πλήγωσες. Δεν θέλω όμως να του δώσουμε άλλο χώρο. Τελειώνει εδώ. Θα κάνουμε μία νέα αρχή. Θα προσπαθήσω να μη μπαίνει ανάμεσά μας, θα προσπαθήσω να σε εμπιστευτώ ξανά.
– Αγάπη μου, σου υπόσχομαι ότι θα τα φτιάξουμε όλα όπως ήταν πριν κι ακόμα καλύτερα. Σε ευχαριστώ που είσαι αυτός που είσαι, σε ευχαριστώ που επιλέγεις το μόνιασμα από την διάλυση. Συγγνώμη, για όλα συγγνώμη. Σε αγαπώ πολύ μωρό μου.
Εννέα μήνες μετά, απαστράπτουσα και φανερά ευτυχισμένη, ανέβαινε τα σκαλιά της εκκλησίας για να δώσει το φιλί στον γαμπρό που την κοιτούσε με λατρεία. Αρκετά μέτρα μακριά, πάνω στη μηχανή του, ο Βαγγέλης ευχόταν να ήταν στη θέση του γαμπρού. Πάτησε το γκάζι κι εξαφανίστηκε. Δύο διαφορετικοί κόσμοι ο δικός του κι ο δικός της, μα το πάθος είναι το ίδιο, δεν διαφέρει σε κανέναν από τους δύο κόσμους που χωρίζονται οι άνθρωποι είτε αφορά τις κυριλάτες, ευγενικές, μορφωμένες, καλοντυμένες της καλής κοινωνίας, είτε τους αγροίκους της πιάτσας, μεγαλωμένους με μαύρες φόρμες και χέρια και το έζησε μαζί της, έστω και για δύο στιγμές μόνο.
Χρυσούλα Καμτσίκη

2 responses to “Δύο διαφορετικοί κόσμοι”
Απολαυστικό! Υπέροχο! ❤️
Ευχαριστώ πολύ ❤️