Η αδειανή κούνια

Μόνοι στην παιδική χαρά, πατέρας και γιος. Εν μέσω καύσωνα στα τέλη του Ιούλη, κανένας δεν τόλμησε πέντε η ώρα το απόγευμα να αφήσει την δροσιά του air-condition και να συνοδεύσει το παιδί του στις κούνιες. Ο Γιαννάκης όμως ήταν πάντα τόσο επίμονος, διεκδικούσε με πείσμα τα θέλω του και ο μπαμπάς του δύσκολα του χαλούσε χατίρι κι ας είχε σχολάσει δύο ώρες μόνο πριν κι ας ήταν κουρασμένος.

Του έβαλε αντιηλιακό στο πρόσωπο, στα μπράτσα, στα ποδαράκια, τον έντυσε με το φρεσκοσιδερωμένο αγαπημένο του σετάκι, εκείνο που του είχε πάρει ο ίδιος από ένα δρομολόγιό του στην Αθήνα, από την μπουτίκ του Ολυμπιακού, με στάμπα τον θρυλέοντα, φόρεσε και καπελάκι, επίσης της ομάδας που υποστήριζε και τον καμάρωνε. Πριν ένα χρόνο που πήρε το σετ, κολυμπούσε μέσα σε αυτό και τώρα, ήταν τόσο όμορφο επάνω του! Πότε έγινε κιόλας τέσσερα χρονών;

Τον πήρε από το χέρι και ξεκίνησαν. Άνοιξαν το πορτάκι και πριν προλάβει ο Δάκης να το κλείσει, ο μικρός, έτρεξε στην τσουλήθρα.
– Μπαμπάααα κοίτα με, είμαι ψηλά!
– Πιάσε καλά τα πλαϊνά και κατέβα σιγά σιγά, ναι;
– Μη με πιάσεις όμως! Μη στέκεσαι μπροστά, φύγε!
– Καλά, καλά, δεν θα σε πιάσω, κατέβα ήρεμα.

Δεν καταλάβαινε από σιγά σιγά ο Γιαννάκης. Με φόρα και χωρίς καν να κρατάει, έφτανε στα πόδια του μπαμπά του, ανάμεσα σε επιφωνήματα ενθουσιασμού.
– Πάλι!
– Βρε συ! Θα ακούσεις ποτέ; Πρόσεχε λίγο. Αν χτυπήσεις τι θα πούμε στη μαμά;
– Πάλι!
– Τι θα κάνω εγώ με σένα μου λες;

Τον σήκωσε ψηλά, τον έκανε δύο τρεις σβούρες σαν αεροπλανάκι, κατεβάζοντάς τον τον έσφιξε στην αγκαλιά του, τον φίλησε και τον άφησε να πάει στη σκάλα της τσουλήθρας. Όταν μετά από σχεδόν είκοσι ανέβα κατέβα, την βαρέθηκε, κατευθύνθηκε στις κούνιες. “Μπαμπά, πολύ ψηλά θέλω!” άρχισε τις διαπραγματεύσεις. Κι όσο τον έσπρωχνε ο Δάκης, τόσο πιο πολύ ευχαριστιόταν ο μικρός. Γελούσε με την ψυχή του, άνοιγε τα χεράκια του και ζητούσε την επιβεβαίωση του μπαμπά του. ” Κοίτα, κοίτα! Χωρίς χέρια!”. Ο Δάκης αναστέναζε και κουνούσε το κεφάλι του. Τα ίδια δεν έκανε κι εκείνος κάποτε και κοβόταν τα πόδια της μαμάς του; Δεν γινόταν ζάπι. Ε, να! Τώρα με τον γιο του, πληρώνει τις αμαρτίες του. Όσο τυράννησε ο ίδιος του την έρμη την μάνα του, στο πενταπλάσιο τα βρήκε από τον μικρό του μόγλη. Τον ξεφλούδισε στην ζωηράδα και τούτος ήταν και εξελιγμένη γενιά. Μέσα του βαθιά καμάρωνε βέβαια. “Έτσι πρέπει να είναι τα αγόρια, ατρόμητα”, σκεφτόταν και γελούσε κρυφά, μη γίνει αντιληπτός από την γυναίκα του, που έτρεμε κάθε λεπτό μαζί του, που δεν υπολόγιζε τους κινδύνους, που ήταν σβούρας και δεν καθόταν ποτέ.

Μετά την κούνια, σειρά είχε η τραμπάλα. Από τη μία ο μικρός, από την άλλη με τα χέρια ο μπαμπάς. “Κράτα γερά την χειρολαβή, το νου σου, μη την αφήνεις! Θα είσαι ψηλά, πρέπει να κρατάς, άντε, τέρμα τα χωρίς χέρια”. Δεν απαντούσε, μόνο τον κοιτούσε με κείνο το βλέμμα που δεν μπορούσε να κρύψει την ζαβολιά και χαμογελούσε πονηρά. Με το που κατέβαζε την μισή τραμπάλα προς το μέρος του και ανέβαινε ψηλά ο Γιαννάκης, άφηνε τα χέρια και φώναζε “δεν πέφτω, κοίτα, δεν πέφτω!”. Τον μάλωνε τρυφερά, τον απειλούσε ότι δε θα κάνουν τίποτα άλλο, ότι θα φύγουν, αν συνέχιζε έτσι. Για λίγα δευτερόλεπτα υπάκουγε και αμέσως μετά, έκανε πάλι τα δικά του.

Επόμενο παιχνίδι, τα σχοινιά. Σκαρφάλωνε στις πυραμίδες, πατώντας στα χοντρά σχοινιά, ανέβαινε στην κορυφή και κατέβαινε από την άλλη πλευρά. “Μπαμπά, είμαι ο Spiderman!”.

Παραδίπλα, στα ζώα σούστες, καθισμένος στη βάση, κουνούσε το σώμα του με δύναμη και νόμιζες θα ξεκολλήσει το παιχνίδι από την ταλάντευση. Ένα μικροσκοπικό πλάσμα, με ελάχιστα κιλά, πώς κατάφερνε και κουνούσε τόσο την σούστα; Δεν ήταν η δύναμη το όπλο του, αλλά το νεύρο, το τσαγανό, το ατίθασο πνεύμα. Όταν τελείωνε όλες τις επιλογές, ζητούσε επανάληψη σε όλα. Δεν κουραζόταν ποτέ. Κι ο Δάκης, που μαζί του γινόταν κι εκείνος πάλι παιδί, δεν του έλεγε όχι.

Όταν πέρασε η ώρα, άρχισαν να έρχονται κι άλλοι γονείς με τα παιδιά τους. Συνέχισε να σπρώχνει την κούνια ψηλά κι άκουγε τον γιο του να του φωνάζει “πιο ψηλά μπαμπά”. Του χαμογελούσε και του απαντούσε “είσαι ήδη πολύ ψηλά αγόρι μου”. Μα γιατί τον κοιτούσαν όλοι με αυτό το ύφος; Τα παιδάκια σταματούσαν να παίζουν, τον έδειχναν και κάτι μουρμούριζαν στους γονείς τους. Τι πάθανε όλοι;

Τότε είδε την γυναίκα του να ανοίγει το πορτάκι της παιδικής χαράς και σταμάτησε να δίνει σημασία στην περίεργη συμπεριφορά των υπολοίπων. “Κοίτα ποια ήρθε Γιαννάκη”, χαμογελαστός έδειχνε στον γιο του την μαμά του.
– Έλα, έλα Δάκη μου. Πάμε να φύγουμε.
– Λίγο ακόμα, αγάπη μου. Το παιδί περνάει καλά, παίζει, άστον λίγο ακόμα να χαρεί!
– Έλα καλέ μου, έλα μαζί μου. Πάμε σπίτι μας.
– Άντε, Γιαννάκη, η μαμά ήρθε να μας πάρει αγόρι μου, άντε, φεύγουμε.

Δεν τολμούσε να σηκώσει το κεφάλι της η Φανή. Ήξερε πως τους κοιτούσαν όλοι πέντε ημέρες τώρα που έβγαινε ο άντρας της μόνος του στην παιδική χαρά. Δεν μπορούσε να τον κρατήσει σπίτι. Προσπαθούσε, προσπαθούσε με όλη της την δύναμη, όση της είχε απομείνει, μάταια.
– Αγάπη μου, δεν είναι εδώ ο Γιάννης μας, έλα να γυρίσουμε σπίτι.
Τότε, σα να ξύπνησε βίαια από λήθαργο, το χαμόγελό του εξαφανίστηκε, το πρόσωπό του σκοτείνιασε, κάθε πόρος του κορμιού του, μαρτυρούσε τον πόνο του. Μαζί, οι δύο τους, δύο σώματα άδεια από ψυχή, έσερναν τα βήματά τους προς το σπίτι τους.

Πριν έξι μέρες, καθώς έφευγε με τον γιο του από την παιδική χαρά, περνώντας τον κεντρικό δρόμο, το παιδί, ξέφυγε από το χέρι του και το χτύπησε αμάξι, μπροστά στα μάτια του. Άφησε την τελευταία του πνοή στα ίδια του τα χέρια. Το αίμα του παιδιού του, ήταν παντού πάνω του κι εκείνος ούρλιαζε, παρακαλούσε τον Θεό να πάρει εκείνον και να αφήσει τον γιο του να ζήσει. Τις επόμενες μέρες, με απόλυτη ακρίβεια, έκανε τις ίδιες κινήσεις. Το μυαλό του αρνιόταν να δεχτεί την πραγματικότητα. Τριγυρνούσε μόνος και έσπρωχνε την αδειανή κούνια, περίμενε μπροστά από την άδεια τσουλήθρα, ανεβοκατέβαζε την άδεια τραμπάλα, μιλώντας μόνος του. Είχε τόση ανάγκη να επαναλαμβάνει τα πάντα όπως εκείνη, την τελευταία φορά και το μυαλό του, τα αναπαραστούσε. Όλα, τα αναβίωνε, όπως ακριβώς έγιναν, εκτός από την τελευταία πράξη του δράματος. Εκείνο το απωθούσε, δεν άντεχε τον πόνο. Επί πέντε μέρες, τον μάζευε η γυναίκα του, τον απομάκρυνε από τα βλέμματα του κόσμου, που τον περνούσαν για τρελό.

Η Φανή, θέλοντας να να βοηθήσει τον άντρα της να πολεμήσει τις τύψεις, να διαχειριστεί την φρικιαστική εικόνα του δυστυχήματος και να τον προστατεύσει από τα βλέμματα και τα σχόλια του κόσμου, πήρε την δύσκολη απόφαση να τον κλείσει για ένα διάστημα σε ψυχιατρική κλινική. Κάποιος έπρεπε να σταθεί στα πόδια του, να πάρει αποφάσεις και για τους δύο, αφού εκείνος είχε χαθεί πια στα άδυτα του μυαλού του. Ήταν κι εκείνη ζωντανή νεκρή και τον χρειαζόταν δίπλα της, γι’ αυτό έπρεπε να συνέλθει. Για να μείνει μόνη στο σπίτι τους, ούτε λόγος. Οι γονείς της άνοιξαν τις τσακισμένες φτερούγες τους, από το κακό που τους βρήκε και πάλευαν ο ένας να επουλώσει τις πληγές του άλλου. Τρεις μήνες μετά, επέστρεψε κοντά της τσακισμένος, προσπαθώντας να πιαστεί από κείνη και να ανέβουν μαζί τον Γολγοθά της απώλειας.

Πόσο πόνο μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος; Ποτέ και κανένας να μη το ανακαλύψει. Πόσο τους έλειπε! Πόσο πολύ ήθελαν να ακούσουν τη φωνούλα του να τους αποκαλεί “μαμά” και “μπαμπά”. Κάτι παραπάνω από ένα χρόνο μετά, στη κοιλιά της χτυπούσε μια μικρή καρδούλα. Η πληγή δεν θα έκλεινε ποτέ, αλλά τώρα πια, είχαν ξανά ένα λόγο να νιώσουν ζωντανοί.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading