Μπήκε στο αυτοκίνητο, αφού φόρτωσε τη βαλίτσα που είχε ετοιμάσει από την προηγούμενη κι έβαλε τη ζώνη της. Δεν είχε ιδέα πού θα πήγαινε. Το μόνο που ήξερε είναι πως δεν μπορούσε να μείνει στο σπίτι παρέα με τις σκέψεις της και με όλα εκείνα τα συναισθήματα που πάλευαν να βγουν στην επιφάνεια, αλλά εκείνη φίμωνε, με φράσεις του τύπου «Μην αγχώνεσαι για μένα» ή «Δε μου χαλάς το πρόγραμμα, κάτι θα βρω να κάνω» ή «Μη με σκέφτεσαι εμένα, όλα καλά, κάνε τη δουλειά σου».
Αποφάσισε να βγει στην Εθνική οδό κι όπου την έβγαζε ο δρόμος. Μα πριν αρχίσει να καταπίνει χιλιόμετρα, σταμάτησε σ’ ένα από κείνα τα μοναχικά βενζινάδικα που εξυπηρετούν τους ταξιδιώτες για βενζίνη και καφέ.
«Όποιος αγαπάει βρίσκει χρόνο για τον άλλον» φώναζε μια κοπελίτσα καμιά εικοσαριά χρόνων, στον νεαρό που έφτιαχνε τους καφέδες και που μετρούσε τα ίδια περίπου χρόνια.
«Έχουμε πελάτη» είπε ο νεαρός, χαμογελώντας της απολογητικά.
Του χαμογέλασε κι εκείνη κι αφού έδωσε οδηγίες σχετικές με την παραγγελία της, έψαξε ψιλά για να πληρώσει την κοπέλα που έβραζε από θυμό, μπροστά από το ταμείο.
Θ’ απομακρυνόταν ούτως ή άλλως όσο ετοιμαζόταν ο καφές της, αλλά όταν άρχισε να κουδουνίζει το κινητό της, βρήκε την καλύτερη δικαιολογία. Απάντησε βιαστικά χωρίς να δει ποιος είναι.
«Έλα αγάπη μου, πού είσαι;» ακούστηκε η ανδρική φωνή από την άλλη πλευρά.
«Δεν έχει σημασία» του απάντησε χαμογελώντας, για να κρύψει τη λύπη της, λες κι εκείνος θα την έβλεπε ή λες κι ενδιαφερόταν να τη δει. Αυτή η μανία της να μην καταλάβουν οι άλλοι πως στενοχωριέται, τη γέμιζε επιπλέον λύπη, για τη λύπη που δεν εκτόνωνε ώστε ν’ ανακουφιστεί το μέσα της.
«Μωρό μου, ξέρω πως σου είπα να ετοιμαστείς για τριήμερο, αλλά είχαμε τόση δουλειά στην Τράπεζα που δεν πρόλαβα ούτε δωμάτιο να κλείσω ούτε να σ’ ενημερώσω. Σε σκεφτόμουν όλη μέρα χθες, αλλά όταν επέστρεψα στο σπίτι, έπεσα ξερός. Να φανταστείς, δεν άκουσα ούτε την κλήση σου».
Δεν ήξερε τι να του απαντήσει. Τα συναισθήματα την έπνιγαν καθώς είχαν σταθεί στο λαιμό της και σίγουρη πως αν μιλούσε θα έβαζε τα κλάματα προσπάθησε να το αποφύγει. Θα ‘πρεπε να του πει κι εκείνη πως «όποιος αγαπάει βρίσκει χρόνο», μα δεν είπε τίποτα.
«Έχεις θυμώσει;» τον άκουσε να ρωτάει, ενώ εκείνη κοίταζε απέναντί της το ζευγάρι που καυγάδιζε. Εκείνη η κοπέλα εξέφραζε τον θυμό της με όλο της το σώμα. Φώναζε, κουνούσε τα χέρια της, έκλαιγε… τη ζήλεψε.
«Όχι» άκουσε τον εαυτό της ν’ απαντάει «μην αγχώνεσαι για μένα, κάνε τη δουλειά σου». Δεν ήθελε να καταλάβει πως εκείνη τον περίμενε από την προηγούμενη βραδιά να την ενημερώσει για την ώρα αναχώρησής τους, με τη βαλίτσα έτοιμη. «Ούτε καν το θυμόμουν ότι είχαμε πει για τριήμερο» του δήλωσε με τόση σταθερότητα που τον έπεισε. Ολοκλήρωσε την τηλεφωνική συνδιάλεξη, πήρε τον παρατημένο της καφέ πάνω από τον πάγκο, μπήκε στο αυτοκίνητο, χωρίς να χαιρετίσει το ζευγάρι που δε αντιλήφθηκε καν την παρουσία της κι έβαλε μπροστά τη μηχανή.
«Τρεις μέρες στο χωριό, δε βρήκες ένα λεπτό ν’ αφιερώσεις για να με πάρεις ένα τηλέφωνο ή να μου απαντήσεις στο μήνυμα που διάβασες, αλλά αγνόησες;» φώναζε η κοπέλα τη στιγμή που πέρασε από μπροστά τους, δίνοντάς της ιδέα. Θα πήγαινε στο χωριό.
Ο επαρχιακός δρόμος, ο αγκαλιασμένος από δέντρα και φύση, άρχισε να την χαλαρώνει. Προχωρημένο Φθινόπωρο και δεν είχε χρώματα πολλά για να χαϊδέψουν τα μάτια της, μα οι εικόνες μπροστά της ήταν τόσο μαγικές, που κομμάτια πάγου άρχισαν να λιώνουν μέσα της. Δεν είχε κλάψει ως τώρα. Σπάνια έκλαιγε, μα μπροστά σε τόση ομορφιά, αισθάνθηκε τα μάτια της να βουρκώνουν. Δύσκολα διαχειρίζεται ένας άνθρωπος οτιδήποτε όμορφο, αν δεν το έχει συνηθίσει, σκέφτηκε και παρκάροντας το αυτοκίνητό της, πρόχειρα, στην άκρη του άδειου δρόμου, κατέβηκε να εισπνεύσει οξυγόνο.
Τράβηξε, περπατώντας, κατά τη φυσική πηγή που θυμόταν πως βρισκόταν κάπου ανάμεσα στα δέντρα κι όταν τη βρήκε, ήπιε αχόρταγα μπόλικο από το νερό της. Ύστερα, κάθισε σε μια πέτρα κι άρχισε ν’ αγναντεύει τον γαλάζιο ορίζοντα, το πράσινο της φύσης, το λευκό του βιαστικού σύννεφου.
Ήθελε να μη σκέφτεται τίποτα, αλλά της ήταν αδύνατον. Το τηλέφωνο κουδούνισε και είδε πάλι τον αριθμό του να την καλεί. Σήμερα θα της έκανε όσα τηλεφωνήματα δεν είχε κάνει όλο τον χρόνο που είχαν σχέση. Αυτή τη φορά το είχε παρατραβήξει και, ήταν φανερό, ότι φοβόταν να μη χάσει την καβάτζα του. Σίγουρα δεν τηλεφωνούσε από αγάπη, σκέφτηκε και χαμήλωσε τον ήχο για να μην παρεμβάλλεται, προσβλητικά, στο τραγούδι των πουλιών. Πρώτη φορά δεν του απαντούσε και γι’ αυτό επέμενε εγωιστικά να την καλεί.
Πόσο θα ήθελε να μπορούσε να του πει όλα όσα αισθανόταν για να μην την πιέζουν. Όλα εκείνα τα λόγια που είχαν σταματήσει στο λαιμό της και δεν άφηναν το οξυγόνο να περάσει στους πνεύμονές της. Τα συναισθήματα που φούσκωναν μέσα της, χωρίς να εκτονώνονται, προκαλώντας της πνίξιμο.
Λυγίζοντας την πλάτη της, έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια της για ν’ αναπνεύσει καλύτερα και τότε το είδε. Ένα ζώο ήταν ξαπλωμένο κάτω από τον θάμνο απέναντί της. Δεν έβλεπε τι ήταν αλλά σίγουρα δεν ήταν καλά, για να μην έχει αναστατωθεί από την παρουσία της. Η σκέψη πως ίσως ήταν νεκρό την τάραξε, αλλά, ως δια μαγείας, η αναπνοή της είχε επανέλθει πλήρως.
Ένα κοκκαλιάρικο σκυλί άνοιξε αργά τα μάτια και την κοίταξε και ύστερα τα έκλεισε πάλι. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κουνήσει. Πώς βρέθηκε το ζωντανό στην ερημιά ήταν ανεξήγητο. Ίσως έχασε τον δρόμο του, ίσως κάποιος το άφησε εκεί για να το ξεφορτωθεί. Μακάρι να μπορούσε να μιλήσει και να της πει, μα ήταν κι αυτό σιωπηλό σαν εκείνη. Η αναπνοή του έβγαινε με δυσκολία όπως ακριβώς και η δική της πριν από λίγο. Ήξερε πόσο βασανιστική ήταν η δύσπνοια. Έπρεπε να το βοηθήσει.
«Κι εσύ τι είσαι, σκυλομαζώχτρα;», άκουσε τη φωνή του πατέρα της να έρχεται από το παρελθόν για να της θυμίσει ένα σκυλάκι βρώμικο και πεινασμένο που είχε βρει στον δρόμο και εξέφρασε την επιθυμία να το πάρει.
Τη στιγμή που αναρωτιόταν πώς θα το μετακινούσε μόνη, χωρίς να το τραυματίσει, άκουσε από μακριά το θόρυβο μιας μηχανής που πλησίαζε. Έτρεξε σαν τρελή στον δρόμο να ζητήσει βοήθεια. Ήταν ένα νεαρό αγόρι γύρω στα 15 που αποδείχτηκε πως το είχε στείλει ο Θεός. Μόλις του εξήγησε τι συνέβαινε, τη βοήθησε να μεταφέρουν το σκυλί στο αυτοκίνητο και ειδοποίησε τον θείο του «που ήξερε από ζώα» ότι θα του το πήγαιναν.
Ακολούθησε τον μικρό που προπορευόταν με το μηχανάκι και, προσπερνώντας τη διακλάδωση που οδηγούσε στο χωριό της, έφτασε στη διπλανή κωμόπολη που διέθετε και σούπερ μάρκετ και φαρμακείο και κέντρο υγείας και κτηνιατρείο όπως αποδείχτηκε.
«Κάνε ό,τι μπορείς αλλά και ό,τι δεν μπορείς για να το σώσεις και μη σκεφτείς τα χρήματα, θα τα πληρώσω όλα εγώ» άκουσε τον εαυτό της να λέει στον κτηνίατρο με μια φωνή γεμάτη αγωνία, λες και επρόκειτο για κάποιον πολύ δικό της άνθρωπο. Ο κτηνίατρος, ένα μεγαλόσωμος γοητευτικός άντρας γύρω στα 60, κατάλαβε την κατάστασή της και την καθησύχασε, δίνοντας υπόσχεση πως θα το φρόντιζε. Το πήραν και το έβαλαν σ’ ένα δωμάτιο του οποίου η πόρτα έκλεισε και την άφησε απ’ έξω. Ο μικρός που δεν είχε φύγει από το πλευρό της, μέχρι εκείνη τη στιγμή, της πρότεινε να κάνει καμιά βόλτα στην πόλη και να πιει κανένα καφέ, αφού τα αποτελέσματα των εξετάσεων θα καθυστερούσαν. Κι έτσι έκανε.
Στο χωριό έφτασε αργά το απόγευμα. Η σκυλίτσα, αν και φανερά αφυδατωμένη και υποσιτισμένη, δεν έπασχε από κάτι σοβαρό και ανταποκρινόταν στην φαρμακευτική αγωγή, όπως προσευχόταν αδιαλείπτως να συμβεί. Ακούμπησε τα ψώνια πάνω στο τραπέζι και πριν κάνει οτιδήποτε άλλο, άναψε την ξυλόσομπα, όπως τη συμβούλευσε η θεία Χαρίκλεια, που φρόντιζε το σπίτι όσο απουσίαζε, διότι, είπε, τα βράδια, στο χωριό, έκανε αρκετό κρύο. Αφού τα τακτοποίησε όλα κι έκανε μπάνιο, φορώντας τις καθαρές πιτζάμες της, κάθισε πλάι στη σόμπα να χαλαρώσει.
Ήπιε μια γουλιά κρασί και, κάνοντας τον απολογισμό της ημέρας, συνειδητοποίησε πως η πρωινή δύσπνοια είχε εξαφανιστεί, πως με μεγάλη χαρά έγινε επισήμως «σκυλομαζώχτρα», δηλώνοντας στον κτηνίατρο πως αν η σκυλίτσα κατάφερνε να επιβιώσει, θα την κρατούσε και πως δεν είχε απαντήσει σε καμία κλήση του ούτε και είχε απασχολήσει το μυαλό της με δαύτον.
Τις σκέψεις της διέκοψε το κουδούνισμα του κινητού. Ήταν ο κτηνίατρος που την ενημέρωνε πως ήταν έξω από την πόρτα της και της ζητούσε να βγει για λίγο έξω. Βγήκε τρέχοντας, αδιαφορώντας για την ενδυμασία της, κυριευμένη από φόβο μήπως έπαθε κάτι η μικρή, αλλά ευτυχώς τα πράγματα ήταν πολύ πιο διαφορετικά. Είχε ξεχάσει το πορτοφόλι της πάνω στο γραφείο του κτηνιατρείου. Θυμήθηκε ότι προσπάθησε να του αφήσει χρήματα, αλλά εκείνος επέμεινε πως θα τα πληρώσει όλα μαζί στο τέλος της νοσηλείας. Της το έφερε ο ίδιος, αφού ήρθε μέχρι το χωριό της για να εξετάσει τη γαϊδουρίτσα της κυρίας Φρόσως που ήταν έγκυος κι επειδή ο μικρός ετοιμαζόταν για την αυριανή παρέλαση και δεν μπορούσε.
Για πρώτη φορά στη ζωή της κάλεσε άγνωστο άντρα μέσα στο σπίτι της, ενώ φορούσε πιτζάμες, για να τον κεράσει ένα κρασί και να συζητήσουν για τη μικρή της σκυλίτσα που, όπως την ενημέρωσε, είχε φάει λίγο κι έκανε προσπάθειες να περπατήσει μόνη της. Εκείνος δέχτηκε κι αφού είπαν διάφορα και γέλασαν πολύ, την προσκάλεσε να πάνε μαζί στην παρέλαση την επομένη.
«Αν δε θέλεις, όλα καλά. Δε σε πιέζω» της είπε όταν την είδε διστακτική «Το πρότεινα για να έρθεις μετά να δεις την «Γκλου», συμπλήρωσε για να τη βγάλει από τη δύσκολη θέση. «Γκλου» ονόμασε τη σκυλίτσα, γιατί από τη στιγμή που άρχισε να βελτιώνεται η υγεία της, είχε προσκολλήσει το βλέμμα πάνω της.
«Είσαι η σωτήρας της και σε ακολουθεί με το βλέμμα παντού. Όταν θ’ αρχίσει να περπατάει θα το κάνει και με το σώμα» της είπε ο κτηνίατρος χαμογελώντας κι εκείνη δεν έβλεπε την ώρα να εκπληρωθεί η πρόβλεψη.
«Λοιπόν;» την επανέφερε «τι θα κάνεις; Θα έρθεις;»
«Θα έρθω, αλλά μετά την παρέλαση. Κατευθείαν στην Γκλου» απάντησε εκείνη, προσπαθώντας να κρύψει την κακή διάθεση που της γεννούσε η σκέψη των εθνικών εορτών.
«Κάποια ερωτεύτηκε» είπε ο κτηνίατρος για να την πειράξει και η ζεστασιά που είχε η ματιά του της προκάλεσε σφίξιμο στο στομάχι.
Θυμήθηκε την πρώτη φορά που ετοιμάστηκε για να πάει με την καλύτερη της φίλη, μαθήτριες του γυμνασίου πια, στην παρέλαση, μόνες χωρίς τους γονείς. Θα ήταν μαζί και η μεγάλη αδερφή της φίλης της και οι δικές της φίλες. Είχε ξυπνήσει από τα χαράματα κι ετοιμαζόταν. Έκανε μπάνιο, έφτιαξε τα μαλλιά της, ψευτοβάφτηκε, έκανε διάφορους συνδυασμούς ρούχων μέχρι να καταλήξει τι θα φορέσει κι ύστερα περίμενε να πάει 10:00, για να περάσουν να την πάρουν. Της φάνηκε πως πέρασε ένα αιώνας μέχρι να φτάσει η ώρα, αλλά, όταν έφτασε, εκείνες δεν εμφανίστηκαν. Όταν πήγε 10:30 π.μ. αποφάσισε να πάει στο σπίτι της φίλης της να δει, γιατί καθυστερούν και πληροφορήθηκε πως είχαν φύγει εδώ και μια ώρα. Η αδερφή της φίλης της δεν την συμπαθούσε και προφανώς για να μην αναγκαστούν να την πάρουν μαζί, έφυγαν νωρίτερα από τις 10.
«Δεν πειράζει» της είπε η μαμά της, όταν της εξήγησε, γιατί έκλαιγε. «Εγώ αν ήμουν στη θέση σου, θα πήγαινα μόνη μου στην παρέλαση και αν τις έβλεπα θα τους έδειχνα πως διασκέδαζα πιο πολύ από αυτές. Δεν θα καταλάβαιναν ούτε λίγο ότι με πείραξε».
Δεν ήθελε να ακολουθήσει τη συμβουλή της μαμάς της. Τι να πήγαινε να κάνει μόνη ανάμεσα σε τόσο κόσμο, ανάμεσα σε τόσες παρέες που διασκέδαζαν και πώς θα υποκρινόταν πως εκείνη διασκέδαζε μόνη της περισσότερο από αυτούς;
«Έλα κι εσύ μαζί» της είχε πει, αλλά εκείνη αρνήθηκε κατηγορηματικά, με τη δικαιολογία ότι είχε πολλές δουλειές, Πόσο απογοητευτική ήταν αυτή η ανάμνηση της μάνας της που προσπαθούσε να την ξεφορτωθεί δίνοντάς της τη χειρότερη συμβουλή που θα μπορούσε. Περπατούσε με γρήγορο βήμα ανάμεσα σε παρέες συνομηλίκων της που γελούσαν και πειράζονταν μεταξύ τους, ανάμεσα σε οικογένειες που αγόραζαν μπαλόνια και ζαχαρωτά από τους πλανόδιους πωλητές και ανάμεσα σε φίλους που μιλούσαν για ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα με αφορμή την επέτειο της ημέρας. Κοίταζε χαμηλά για να μη δει κανέναν γνωστό και βάδιζε όλο και πιο γρήγορα για να κάνει τη βόλτα που δεν ήθελε, αλλά που θα έκανε υπερήφανη τη μαμά της για ‘κείνη.
Όταν έπεσε πάνω στην παρέα της φίλης της, εκείνη πάγωσε. Δεν ήξερε τι να της πει. Πήγε να τραυλίσει μια δικαιολογία, αλλά την διέκοψε. Φόρεσε το πιο ψεύτικο χαμόγελο που είχε και είπε τσιριχτά με ψεύτικη ευδιαθεσία: «Τι κάνετε; Πώς περνάτε; Εγώ περνάω τέλεια!»
Την κοίταξαν σοβαρές, χωρίς να πουν τίποτα κι κείνη προχώρησε βιαστικά για να συνεχίσει τη «διασκεδαστική της βόλτα», γνωρίζοντας πως δεν είχε πείσει κανένα για την καλή της διάθεση και νιώθοντας ένα βάρος ασήκωτο μέσα της. Είπε στη μαμά της ότι διασκέδασε μόνη της, εκείνη απάντησε «έτσι μπράβο» κι όλο το υπόλοιπο σαββατοκύριακο το είχε περάσει, κλαίγοντας, σιωπηλά, κάτω από τα σκεπάσματα.
Η δεύτερη φορά που κανόνισε να πάει στην παρέλαση, ήταν όταν της το πρότεινε η κοπέλα που την προετοίμαζε στ’ αρχαία για τις πανελλαδικές εξετάσεις. Ήταν μικρή σε ηλικία και πολλές φορές της είχε καθησυχάσει τις αγωνίες των εξετάσεων με συζήτηση. Δεν έβγαινε εκείνον τον καιρό, μόνο διάβαζε κι επιπλέον η παρέλαση δεν της γεννούσε τα καλύτερα συναισθήματα. Η μάνα της επέμενε πως ήταν καιρός ν’ αρχίσει να βγαίνει κι έτσι την έπεισε. Την έντυσε σύμφωνα με τα γούστα της, της φόρεσε και κάτι άβολα δεσποινιδίστικα παπούτσια και την έστειλε για βόλτα. Είχαν κανονίσει να κάνουν πρωί-πρωί την αναπλήρωση ενός μαθήματος που είχε χαθεί κι ύστερα να κατέβαιναν στην παρέλαση. Στην διάρκεια του μαθήματος κατάλαβε πως η καθηγήτριά της είχε βρει άλλη παρέα για να πάει για καφέ. Δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό της που θα έβγαινε μ’ έναν φίλο της που έτυχε να βρίσκεται στην πόλη.
«Εσύ πού θα πας κι έχεις ντυθεί με τα καλά σου;» την είχε ρωτήσει για να της δείξει πως δε θα πήγαινε μαζί της, προσποιούμενη πως δεν θυμόταν ότι είχαν κανονίσει μαζί. Είπε πως είχε κανονίσει με φίλες και αφοσιώθηκε στις ασκήσεις που έπρεπε να κάνει. Ο ήχος από τα τακούνια των παπουτσιών της στην επιστροφή και ο τρόπος που τη δυσκόλευαν να βαδίσει πιο γρήγορα, της είχαν χαλάσει τη διάθεση, μα εκείνη τη φορά δεν έκλαψε.
«Δεν πειράζει, θα πάτε μια άλλη φορά» είπε η μάνα της «Εσύ μην πεις τίποτα. Μην τσακωθείς». Δεν τσακώθηκε μα δεν ξαναπήγε ποτέ και σε παρέλαση, όσοι κι αν της το πρότειναν.
Η Γκλου ήταν τώρα μαζί της. Λίγο αδύναμη ακόμα, αλλά καλά. Είχε περάσει ένας μήνας από τότε που είχε έρθει στο χωριό και δεν της έκανε διάθεση να φύγει. Δούλευε μέσω υπολογιστή κι αν χρειαζόταν να πάει απ’ τη δουλειά, το έκανε, αλλά επέστρεφε αμέσως στο χωριό. Ο Γιώργος της τηλεφωνούσε πού και πού, αλλά δεν του απαντούσε. Δεν ήθελε ν’ ακούσει τον εαυτό της να λέει «δεν πειράζει» για την αδιαφορία του που την πείραζε και μάλιστα πολύ. Κι εκείνος πέρα από τις σποραδικές αναπάντητες κλήσεις δεν έκανε τίποτα παραπάνω. Ούτε ρώτησε καμιά φίλη της για κείνη, ούτε μήνυμα έστειλε, έστω για να προσποιηθεί ανησυχία, τίποτα.
Απορούσε με τον εαυτό της που θεωρούσε πως έχει δεσμό με αυτόν τον άνθρωπο. Απορούσε που δεν ξέσπαγε, κάθε φορά που την ξεχνούσε επιδεικτικά. Ήταν πραγματικά σοκαριστικό και η αυτολύπησή της θα είχε ξεπεράσει κάθε όριο, αν δεν είχε συναντήσει την κυρά – Λένη. Καθόταν στο πεζούλι του σπιτιού της μαζί με την αδερφή της, κάθε φορά που έκανε βόλτα με την Γκλου και ήταν πάντα χαμογελαστή. Η αδερφή της ήταν επίσης πολύ ευγενική, αλλά είχε πάντα μια θλίψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, ένδειξη πως είχε βιώσει πολλά βάσανα. Το πρόσωπο της κυρά – Λένης ήταν επίσης ξερό και σκασμένο, κακοποιημένο από τον χρόνο, μα πάντα χαμογελαστό. Υπέθεσε πως εκείνη διατηρούσε το κέφι της παρά τα βάσανα του κόσμου. Εκείνο το χαμόγελο φαινόταν τόσο αληθινό. Αυτό ήθελε μάλλον και η δική της μητέρα να τη διδάξει αλλά εκείνη ήταν ανεπίδεκτη.
Προσπαθούσε λοιπόν να μοιάσει στην κυρά –Λένη. Να χαμογελάει στις δυσκολίες και να μην τη βάζει κάτω η ζωή. Μπορεί και να της το έλεγε σε λίγο που θα την έβλεπε ότι ήταν το πρότυπό της.
Η Γκλου πλησίασε την μόνιμα χαμογελαστή κυρία για να πάρει τα χάδια της.
«Είχα κι εγώ, πριν παντρευτώ, ένα σκυλί που το αγαπούσα πολύ», είπε η κυρά – Λένη που μέχρι τώρα ήταν μετρημένη στα λόγια της.
«Αλήθεια;» ρώτησε η κοπέλα με ενθουσιασμό.
«Ναι, ναι» είπε η γυναίκα και το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ από ποτέ, ενώ παράλληλα τα μάτια της γέμισαν από μια έκφραση νοσταλγίας. «Όταν παντρεύτηκα, ο άντρας μου το έπνιξε στο ποτάμι» είπε και την κοίταξε μ’ ένα χαμόγελο που παρέπεμπε σε ευτυχία.
Το χαμόγελο την πάγωσε πιο πολύ από τα λόγια της. Ήταν, τελικά, το ψεύτικο χαμόγελο που δημιούργησε ο πόνος που δεν βόγκηξε, που δεν εκφράστηκε, που δηλητηρίασε καθετί αληθινό και έκανε το ψεύτικο πραγματικότητα. Ήταν το ζωγραφισμένο χαμόγελο του κλόουν που κλαίει πίσω από τις μπογιές και δεν τον καταλαβαίνει κανείς.
Προχώρησε παρέα με την Γκλου και για πρώτη φορά, μετά από την πρώτη επίσκεψη της στο χωριό, αισθάνθηκε ξανά εκείνη τη δυσκολία στην αναπνοή.
Επέστρεψε στο σπίτι νωρίτερα από το καθιερωμένο. Ο καιρός το πήγαινε για βροχή. Άναψε τη σόμπα και κάθισε στον καναπέ. Είχε καλέσει τον κτηνίατρο για δείπνο κι εκείνος είχε δεχτεί με μεγάλη χαρά. Μεγάλη ήταν και η δική της χαρά που δέχτηκε. Όταν έμαθε πως ήταν ελεύθερος, επέστρεψε να γεννηθούν μέσα της δυνατά συναισθήματα γι’ αυτόν που τη φρόντιζε και τη νοιαζόταν σαν να ήταν κάτι εύθραυστο. Είχε καταλάβει τις ευαισθησίες της και δεν έκανε βιαστικές κινήσεις μαζί της, κάτι που της έδινε τον χρόνο να εξοικειωθεί με την παρουσία του και ν’ απολαύσει τη φροντίδα του.
Άρχισε να συγκεντρώνει στον πάγκο της κουζίνας τα υλικά που θα χρειαζόταν για το μαγείρεμα. Θα της έκανε καλό να απασχολήσει το μυαλό της για να μη σκέφτεται το χαμόγελο της κυρά – Λένης. Πόσα «δεν πειράζει» που πείραζαν θα είχε πει κι αυτή, σκέφτηκε και βιάστηκε να την διώξει από το μυαλό της, αφοσιώνοντάς το στην προετοιμασία του δείπνου. Στις 20:00μ.μ. ήταν όλα έτοιμα. Σέρβιρε στον εαυτό της ένα ποτήρι κρασί και κάθισε δίπλα στη φωτιά για να τον περιμένει.
Η ώρα όμως περνούσε και ο κτηνίατρος δεν εμφανιζόταν. Στις 21:00μ.μ αποφάσισε να του τηλεφωνήσει. Κουδούνισε αρκετές φορές, αλλά η κλήση έμεινε αναπάντητη.
Ένα κενό απλώθηκε μέσα της. Άνοιξε το παράθυρο κι ένας κρύος αέρας όρμησε πάνω της, βοηθώντας τη ν’ αναπνεύσει. Η βροχή είχε αρχίσει. «Δεν πειράζει» ψιθύρισε, μα ήταν σαν να χαστούκισε τον εαυτό της. Μπροστά της εμφανίστηκε η εικόνα της κυρά – Λένης να χαμογελάει κι έκλεισε τα μάτια της, για να τη διώξει, μα δεν τα κατάφερε.
«Το αγαπούσα πολύ, γι’ αυτό μου το έπνιξε στο ποτάμι» την άκουσε να λέει χαμογελαστή κι ύστερα άκουσε τον εαυτό της να λέει, «δεν πειράζει».
Άνοιξε την πόρτα κι άρχισε να τρέχει μέσα στη βροχή. Δεν ήξερε πού πήγαινε, δεν την ένοιαζε, μόνο έτρεχε μακριά από τις σκέψεις της, από τον εαυτό της, από τις συμβουλές της μάνας της, από τα ψεύτικα χαμόγελα. Η βροχή πότιζε το δέρμα της και ο αέρας την πάγωνε, μα δε σταμάτησε να τρέχει μέχρι που κάποιος την άρπαξε βίαια και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Τον κοίταξε με χαμένο βλέμμα.
«Πού πας, κορίτσι μου μέσα στη βροχή;» ρώτησε ανήσυχα κι απομάκρυνε τα βρεγμένα της μαλλιά από το πρόσωπό της. Εκείνη δεν απάντησε.
«Γεννούσε η φοράδα του κυρ – Γιάννη και είχε δύσκολο τοκετό. Στη βιασύνη μου πάνω δεν πήρα το κινητό μαζί για να σε ειδοποιήσω. Ερχόμουν κατευθείαν από κει σε σένα για να σου εξηγήσω και σε είδα να τρέχεις μέσα στη βροχή»
«Δεν πειράζει» του είπε άψυχα.
«Πάμε σπίτι να στεγνώσεις, θα κρυώσεις»
«Δεν πειράζει» είπε εκείνη ξανά.
«Δεν πειράζει; Αυτή δεν την λυπάσαι;» της είπε και της έδειξε την Γκλου που την είχε ακολουθήσει και ήταν επίσης βρεγμένη ως το κόκκαλο.
«Δεν πειράζει» είπε ξανά, αλλά αυτή τη φορά βλέποντας το σκυλί της να την κοιτάζει λυπημένο, άρχισε να κλαίει και να τον χτυπάει στο στέρνο. «Δεν πειράζει», ούρλιαζε, μα τον ήχο της φωνής της τον έπαιρνε ο αέρας και τον ταξίδευε μακριά. Την αγκάλιασε σφιχτά και της μίλησε με ήρεμη και καθησυχαστική φωνή.
«Πειράζει, μωρό μου, το ξέρω πως πειράζει. Σου τ’ ορκίζομαι πως δε θα το ξανακάνω. Θα βρίσκω τρόπο να σ’ ενημερώνω». Τη χάιδευε, τη φιλούσε στα μαλλιά, την έσφιγγε πάνω του τόσο σφιχτά που ούτε η βροχή δεν μπόρεσε να μπει ανάμεσά τους, μέχρι που την ησύχασε.
Τις στέγνωσε και τις δύο και τις έβαλε να ξαπλώσουν δίπλα στη φωτιά. Η Γκλου κοιμήθηκε αμέσως, μα εκείνη δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Είχε μόνο κλειστά τα μάτια, απολαμβάνοντας το χάδι του στα μαλλιά της. Αισθανόταν την αγάπη του πάνω της πιο ζεστή κι από τη φωτιά. Άνοιξε τα μάτια και τον κοίταξε. Την κοίταζε κι αυτός. Ανασηκώθηκε, φέρνοντας το πρόσωπό της κοντά στο δικό του κι ύστερα ακούμπησε τα χείλη της στα δικά του. Η αίσθηση πως την αγαπά τη μεταμόρφωνε. Της σύστηνε μια πλευρά του εαυτού της που δεν ήξερε πως υπάρχει.
Τον αγκάλιασε κι άρχισε να τον φιλάει ήσυχα στην αρχή κι εκείνος της ανταπέδωσε το φιλί με την ίδια ηρεμία, συγκρατώντας τον εαυτό του για να μην την τρομάξει. Όσο όμως το φιλί τους βάθαινε, τόσο τα σώματά τους έπαιρναν φωτιά κι ανυπομονούσαν ν’ αγγιχτούν. Γδύθηκαν με βιασύνη ώστε τίποτα να μη υπάρχει ανάμεσά τους και καθώς το σώμα του ενός κόλλησε σ’ εκείνο του άλλου, αισθάνθηκαν πως δύο κομμάτια που κάποτε είχαν χωριστεί ανταμώθηκαν ξανά. Σαν εκείνα τα ανδρόγυνα που ήταν κάποτε ένα σώμα, αλλά ο Δίας τα χώρισε και τα σκόρπισε ακρωτηριασμένα στον κόσμο για να χάσουν τη δύναμή τους κι από τότε το ένα κομμάτι αναζητά, απελπισμένα το άλλο για να επέλθει η ολοκλήρωση. Χαϊδεύτηκαν, αγγίχτηκαν, απομακρύνθηκαν, ξαναπλησίασαν, ζυμώθηκαν, μέχρι που βρήκαν την πιο ταιριαστή στάση για να κουμπώσουν, να εφαρμόσουν ο ένας μέσα στον άλλον και να γίνουν ξανά τα δύο κομμάτια ένα.
Κοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι και με τον ίδιο τρόπο ξύπνησαν. Κανείς από τους δύο δεν σκέφτηκε τα άσχημα της προηγούμενη νύχτας, μα η ημέρα ξεκίνησε με μια δυσάρεστη είδηση. Την προηγούμενη νύχτα η κυρά- Λένη είχε πεθάνει στον ύπνο της.
Την πήρε από το χέρι και πήγαν μαζί ν’ ανάψουν για κείνη ένα κερί στην εκκλησία. Είδαν να «κοιμάται» ήρεμη, ξαπλωμένη ανάμεσα σε φρέσκα πολύχρωμα λουλούδια, χωρίς να χαμογελάει. Φαίνεται ότι την προηγούμενη νύχτα έγιναν πολλά ξεκαθαρίσματα κι έτσι, μεταξύ άλλων, η κυρά – Λένη μπορεί πια, καθώς φαίνεται, εκεί που πάει, να είναι επιτέλους ο εαυτός της, σκέφτηκε και κράτησε πιο σφιχτά το χέρι του άντρα που στεκόταν δίπλα της.
Μαίρη Βαβουράκη
