Ρίσκο – Μέρος 3ο

Προηγούμενο

Στις 10 ακριβώς, η Σοφία ήταν έξω από το εστιατόριο που είχε κλείσει τραπέζι ο Αλέξανδρος. Ξεροκατάπιε και με σταθερό βήμα έσπρωξε την μεγάλη ξύλινη πόρτα που βρισκόταν μπροστά της. Την υποδέχτηκε ένας καλοντυμένος, ψηλός, ξανθός άντρας με ένα πλατύ χαμόγελο “Καλησπέρα σας. Έχετε κάνει κράτηση;” , την ρώτησε όλο ευγένεια
“Καλησπέρα σας. Μάλιστα, στο όνομα…”
Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση της, ένιωσε ένα καυτό άγγιγμα στη μέση της και τη φωνή του Αλέξανδρου, στα αριστερά της, πιο βαθιά από ότι το πρωί: “Είναι μαζί μου”.

Ο μετρ τον κοίταξε με υπεροπτικό ύφος. Φρόντισε να επιβεβαιώσει γρήγορα τα στοιχεία της κράτησης και τους οδήγησε στο τραπέζι τους. Βρισκόταν στην άκρη του μαγαζιού, στο μοναδικό υπερυψωμένο σημείο, από όπου μπορούσαν να παρακολουθούν τα πάντα, χωρίς να τους ενοχλεί κανείς. Έκατσαν απέναντι ο ένας από τον άλλον, με την Σοφία να είναι εμφανώς αγχωμένη. Ακούμπησε το τσαντάκι της στην άκρη του τραπεζιού και πήρε κατευθείαν τον κατάλογο στα χέρια της.
“Πεινάς;”, την ρώτησε ο Αλέξανδρος και τα μάγουλά της απέκτησαν ένα ροδαλό χρώμα
“Οι πολλές ώρες δουλειάς ανοίγουν την όρεξη”, απάντησε ‘Τι λέω Θεέ μου;’, είπε από μέσα της και έπιασε τους κροτάφους της σε μια προσπάθεια να συγκεντρωθεί στον λόγο της εξόδου και σε τίποτε άλλο. ‘Βγήκατε για να σε κεράσει που τον βοήθησες στο μεταπτυχιακό. Αυτό είναι όλο. Συγκεντρώσου!’, πρόσταξε τον εαυτό της.

Πάνω που ένιωσε τους παλμούς της να πέφτουν και σήκωσε το βλέμμα της, ήρθε αντιμέτωπη με δύο μεγάλα μελί μάτια. Και χάθηκε μέσα τους. Παρατήρησε ότι είχαν ένα γλυκό χρώμα τριγύρω με μια σκοτεινή κουκίδα στη μέση. Συνδυασμός αθώου και επικίνδυνου…

Ένιωσε ένα κύμα φωτιάς να κατακλύζει το σώμα της. Άρπαξε το ποτήρι με το κρύο νερό και πάλεψε να σβήσει τον πόθο που κυρίευε το κορμί της, ακριβώς όπως συνέβη την πρώτη φορά που τον είδε, αλλά και σε κάθε εργαστήριο προγραμματισμού που ακολούθησε όλο τον προηγούμενο χειμώνα. Μόνο εκείνη ήξερε πώς έτρεμε το κορμί της και σφίγγονταν οι μηροί της κάθε φορά που εκείνος πλησίαζε το στόμα του στο αυτί της και της μιλούσε ψιθυριστά, μέσα στην αίθουσα, κατά την παράδοση. Εκείνη την ώρα θυμόταν να ρωτήσει τα πάντα, λες και το έκανε επίτηδες!

Η Σοφία ακούμπησε στο τραπέζι το άδειο ποτήρι και του χαμογέλασε δειλά.
“Τι θα πάρετε;”, ακούστηκε η φωνή της σερβιτόρας και η Σοφία ξεφύσηξε. Ο Αλέξανδρος έδωσε την παραγγελία του, η οποία περιελάμβανε μια από τις γκουρμέ επιλογές και ένα πανάκριβο μπουκάλι κόκκινο κρασί, ενώ εκείνη αρκέστηκε σε ένα φιλέτο κοτόπουλο, μιας και δεν είχε καταφέρει να διαβάσει τίποτα από τον κατάλογο.
“Ευχαριστώ πολύ”, είπε ευγενικά η σερβιτόρα και απομακρύνθηκε

“Οι δύο μας”, είπε ο Αλέξανδρος και την κοίταξε μέσα στα στρογγυλά γκρίζα μάτια της. Η Σοφία αποφάσισε να μαζέψει όσο θάρρος είχε, υπενθυμίζοντας στον εαυτό της ότι δεν είναι κανένα κοριτσάκι, αλλά γυναίκα άνω των 30, και να προχωρήσει – επιτέλους – σε μια συζήτηση μαζί του.
“Ξαφνιάστηκα όταν μου έστειλες το όνομα του εστιατορίου. Είναι ένα από τα λεγόμενα “hidden gems”. Έχεις μόλις μία βδομάδα στην Αθήνα. Πώς το βρήκες;”, τον ρώτησε με έναν κόμπο στο λαιμό, που ευτυχώς κατάφερε να συγκρατήσει, χωρίς να αλλοιώσει την φωνή της.
“Ξέρω ότι σου αρέσει”, της απάντησε και μια υποψία χαμόγελου υπήρχε στα χείλη του.

Η Σοφία αισθανόταν τους χτύπους της καρδιάς να βαράνε μέσα στα αυτιά της.
“Από πού;”, ρώτησε με βλέμμα όλο απορία
“Ας πούμε ότι είμαι πολύ παρατηρητικός”, απάντησε με αυστηρή, βαριά φωνή
Η Σοφία έσπαγε το κεφάλι της να θυμηθεί πότε είχε κάνει νύξη για αυτό το μαγαζί. Αντιλαμβάνομενος την προσπάθεια της ο Αλέξανδρος συνέχισε:
“Από το μήνυμα που είχες στείλει στον δικό σου όσο ήσουν Θεσσαλονίκη, στο εργαστήριο”.

Η Σοφία πάγωσε.
“Δεν είναι δικός μου… Ήταν, τέλος πάντων. Τώρα δεν είναι. Συγνώμη… Παρακολουθούσες τα μηνύματα που αντάλλασσα… Όλα; Και τις σημειώσεις που κρατούσα;”, ρώτησε με μάτια γουρλωμένα και μάγουλα κόκκινα.
“Όλα”, της απάντησε κοφτά.

Η Σοφία έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια της. Δεν ήταν λίγες οι φορές που καθόταν δίπλα του και όταν – έτσι νόμιζε! – ότι δεν κοίταζε, άνοιγε το προσωπικό ηλεκτρονικό της σημειωματάριο και έγραφε, με τα δάχτυλα να κινούνται με αστραπιαία ταχύτητα, όσα σκεφτόταν εκείνη την στιγμή. Πώς ένιωθε και φυσικά πώς θα ήθελε να εξελιχθεί η κάθε συνάντησή τους. Γενικά, προτιμούσε να εξωτερικεύει κάπως τις σκέψεις της και να τις βάζει σε μια σειρά, οπότε αυτός ήταν ο καταλληλότερος τρόπος. Και τις φίλες της δεν έπρηζε και στο τέλος της μέρας έκανε τον αναστοχασμό της.
“Τίποτα δεν γινόταν κατά λάθος”, σκέφτηκε και προσπάθησε να κάνει το βουητό στα αυτιά της να σταματήσει.

Ξερόβηξε και αποφάσισε ότι όλο αυτό θα λυνόταν με έναν τρόπο. Αν ξεκαθαριζόταν!
“Αφού ήξερες τι σκέφτομαι, παραβιάζοντας τον προσωπικό μου χώρο”, είπε κάπως έντονα η Σοφία “και εφόσον δεν σε ενδιέφερε, γιατί προτίμησες να συνεχίσεις; Ξέρω! Γιατί ήσουν σίγουρος ότι μαζί μου θα έχεις το επιθυμητό αποτέλεσμα!”. Κατέβασε το κεφάλι της και ένιωσε τα μάτια της να καίνε. Έμειναν και οι δύο ακίνητοι για λίγο. Η Σοφία σήκωσε το κεφάλι της και με θολά μάτια και όσο πιο συγκρατημένη φωνή μπορούσε του είπε: “Σε ευχαριστώ που μου μίλησες και αποκαλύφθηκε ποιος είσαι”. Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε δύο χαρτονομίσματα από μέσα. Τα ακούμπησε στο τραπέζι και βάζοντας όση δύναμη της είχε απομείνει στα χέρια στήριξε το βάρος της για να σηκωθεί.

“Μάζεψε τα χρήματα και κάτσε κάτω”
Η Σοφία τον κοίταξε μέσα στα μάτια. Η ματιά του ήταν πιο σκοτεινή και λάγνα από κάθε φορά. Της έπιασε το μπράτσο και αυτή τη φορά δεν της το ζήτησε ευγενικά “Κάτσε. Κάτω. Τώρα”.
Η Σοφία έκατσε και παρόλο που της είχε απελευθερώσει το χέρι, ένιωθε το σημείο που την άγγιζε πριν από λίγο να καίει. Έλιωνε ακόμα στο άγγιγμά του, στην ύπαρξή του…

Ο Αλέξανδρος έσκυψε μπροστά. Η Σοφία, που από την ταραχή της είχε αρχίσει να ιδρώνει, ένιωσε μια σταγόνα να κυλάει από τον λαιμό της, στο στέρνο και από εκεί να καταλήγει ανάμεσα στο στήθος της. Απροκάλυπτα ο Αλέξανδρος ακολούθησε την πορεία της με το βλέμμα του και μόνο αφού χάθηκε στο βάθος του ντεκολτέ της, έστρεψε το βλέμμα του στο πρόσωπό της. Η Σοφία έσφιξε την καρέκλα με τα χέρια της στην προσπάθεια της να ιεραρχήσει τα συναισθήματά της και να επιστρατεύσει την λογική.

“Βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα”, της είπε με τη βαριά του φωνή και σε αρκετά παγερό τόνο.
“Διαφώτισέ με τότε!”, του απάντησε ειρωνικά η Σοφία.

Ο Αλέξανδρος ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του. Την κοιτούσε αχόρταγα. Μπορούσε να νιώσει τα μάτια του να την γδύνουν.
Άνοιξε ελαφρά το στόμα του, έτοιμος να της δώσει μια απάντηση…
“Τα πιάτα σας”, ακούστηκε μια γλυκιά φωνή που ελάφρυνε την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Ρίσκο – Μέρος 3ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading