Ρίσκο – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

“Ωραία. Θυμάσαι εκείνο το αναθεματισμένο πάρτι του μεταπτυχιακού;”
“Αυτό που σε έπρηξε η ξαδέρφη σου να πάτε, σωστά;”
“Σωστά! Αφού γινόταν εξ αποστάσεως το πρόγραμμα, ούτε κι εγώ ξέρω πώς με κατάφερε και ανεβήκαμε για τριήμερο στη συμπρωτεύουσα! Είχα την ανάγκη να ξεσκάσω είναι η αλήθεια, αλλά με μια βόλτα δίπλα στο λιμάνι, όχι ξενυχτώντας σε πάρτι με μεθυσμένους φοιτητές! Τέλος πάντων, σε εκείνο το πάρτι έγινε κάτι, το οποίο δεν σου έχω αναφέρει και είναι και ο λόγος που προσωπικά δεν πέρασα καλά, σε αντίθεση με την ξαδέρφη μου”
“Θα μου πεις ή θα μιλήσουμε για την ερωτική ζωή της ξαδέρφης σου;”, ρώτησε με ειρωνικό ύφος η Ντίνα, οπότε η Σοφία άφησε την πολυλογία

“Με το που μπήκα στον χώρο, έπεσα πάνω σε ‘τοίχο’! 1.95, με μαύρα ρούχα, καλοφτιαγμένα μαύρα μαλλιά, μέλι μάτια και μακριά χέρια. Μόλις τον κοίταξα, ένιωσα το κορμί μου να καίει και ντράπηκα που μέσα σε τόσο κόσμο, και μετά την ακατάσχετη γκρίνια που είχε υποστεί η ξαδέρφη μου, εγώ φαντασιωνόμουν να περνά βίαια το χέρι του μέσα στα μαλλιά μου και τα χείλη μας να ενώνονται. Μόνο όταν με ρώτησε αν είμαι καλά συνήλθα και κατεβάζοντας το βλέμμα του απάντησα ένα κοφτό ‘Ναι’ και φρόντισα να χωθώ κάπου, να μην φαίνομαι! Ευτυχώς βρήκα ένα δύο γνώριμα πρόσωπα (τους αναγνώρισα γιατί συνήθιζαν να έχουν ανοιχτές κάμερες κατά την παράδοση), συστήθηκα και πιάσαμε μια άκρως βαρετή κουβέντα για την διπλωματική και τη σχολή γενικότερα. Με το πρώτο χασμουρητό, που μετά βίας συγκράτησα, αποφάσισα να πάω προς το αυτοσχέδιο μπαρ και να πάρω ένα ποτό. Μόλις που ήπια μια γουλιά και το υπόλοιπο κατέληξε στο παντελόνι του ‘τοίχου’ και στην μπλούζα μου. Τα μάγουλά μου είχαν γίνει κατακόκκινα. Του ζήτησα τόσες φορές συγνώμη που την τελευταία με κοίταξε με τόσο αυστηρό ύφος που μου κόπηκε η μιλιά. “Πώς θα σταματήσεις να λες συγνώμη;”, με ρώτησε. Το βαρύ ηχόχρωμα στη φωνή του συμπλήρωνε άψογα το παρουσιαστικό του. “Αν βοηθήσω να φύγει αυτός ο λεκές;”, απάντησα με ερώτηση και τότε με άρπαξε από τον καρπό και σέρνοντάς με μέσα από το πλήθος, καταλήξαμε στην είσοδο της τουαλέτας. “Ορίστε, πάρε χαρτί και καθάρισε”, με πρόσταξε και μετά μου έδειξε με το βλέμμα του την περιοχή στον καβάλο του. Η ανάσα μου προφανώς και είχε κοπεί και πρέπει να τον κοιτούσα με το στόμα ανοιχτό και αρκετά hλiθiΟ βλέμμα γιατί γέλασε τόσο δυνατά που ένιωσα ατελείωτη ντροπή, άφησα το χαρτί πάνω στους νιπτήρες και εξαφανίστηκα!”

Η Ντίνα την κοιτούσε με τα μάτια γουρλωμένα και ανυπομονούσε, πια, να μάθει τη συνέχεια.
“Και πάμε στο δεύτερο μέρος… Έφτασε πια το τελευταίο εξάμηνο και είχαμε υποχρεωτικό εργαστήρι στον προγραμματισμό. Αγαπημένο μάθημα, με άριστη βαθμολογία. Ήταν, όπως καταλαβαίνεις, η δεύτερη φορά που έπρεπε να ανέβω Θεσσαλονίκη, γιατί ήταν υποχρεωτικό, και όχι για τρεις μέρες, αλλά για έξι μήνες!”

“Το διάστημα που δούλευες εξ ολοκλήρου διαδικτυακά. Θυμάμαι”, είπε όλο αγωνία η Νάντια και της έκανε νόημα με το χέρι να προχωρήσει την αφήγηση

“Προφανώς και καθυστέρησα στο πρώτο μάθημα και φυσικά και στο εργαστήριο συμμετείχε και ο ‘τοίχος’ – που σημαίνει ότι ενάμιση χρόνο συνδεόμασταν στα ίδια μαθήματα και εν δυνάμει είχαμε ακούσει ο ένας την φωνή του άλλου – και ήταν και ο μόνος διαθέσιμος για την ομαδική εργασία. Πάλι καλά που ήταν εντός τάξης κι έτσι δεν είχαμε πολλά πάρε – δώσε εκτός σχολής. Φαντάζεσαι πώς ένιωσα μόλις έκατσα διπλα του. Ανέσαινα βαριά και τα μάγουλα μου ήταν κόκκινα. Μόλις η μύτη μου συνέλαβε το άρωμά του, πήρα φωτιά! Δεν άκουγα τι μας έλεγε ο καθηγητής στο πρώτο μάθημα. Τα αυτιά μου βούιζαν και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν η ντροπιαστική σκηνή στο πάρτι, παρόλο που ήταν καιρό πριν και η κρυφή μου επιθυμία να είχα καθαρίσει το σημείο που μου είχε υποδείξει. Αφού ολοκληρώθηκε η παράδοση, μου απηύθυνε πρώτος τον λόγο, αυτή τη φορά με μαλακή χροιά και με ένα μεγάλο, λευκό χαμόγελο που έκανε τον κόσμο όλο μικρό. “Λοιπόν, συνεργάτη; Θα μάθω το όνομά σου ή να σε αποκαλώ ‘η απρόσεκτη’;’”. Μόλις αντιλήφθηκα ότι αναγνώρισε ποια ήμουν και μάλιστα θυμόταν και το σκηνικό, ξεροκατάπια και χωρίς να τον κοιτάξω ψέλλισα το όνομά μου. Πάλι καλά που το άκουσε με την πρώτη, γιατί δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη εκείνη τη στιγμή. “Αλέξανδρος, χάρηκα”, απάντησε και τέντωσε το δεξί του χέρι προς εμένα. Σήκωσα το κεφάλι μου και χάθηκα μέσα στο μέλι των ματιών του. Φαινόταν τόσο καθαρό το βλέμμα του. Καμιά σχέση με τον τύπο του πάρτι. Το χέρι μου χάθηκε μέσα στο δικό του. Φρόντισα να το τραβήξω έγκαιρα, πριν αρχίσει να ιδρώνει. Είχα, όμως, τη φαϊνή ιδέα εκείνη την ημέρα να βάλω μαύρο κολλητό μπλουζάκι με ένα δαντελωτό μαύρο σουτιέν από μέσα. Η έλλειψη ενίσχυσης σε συνδυασμό με τη χειραψία μας, αποκάλυψαν το πόσο με ερέθιζε αυτός ο άντρας! Τον έπιασα να με κοιτάζει στο στήθος και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν να πάρω αγκαλιά την τσάντα μου. Από εκείνη τη μέρα, πήγαινα συνέχεια με φαρδιά ρούχα και σουτιέν με ενίσχυση, για να αποφύγω και τρίτο εξευτελισμό! Η συνεργασία μας κύλησε αρκετά καλά, χωρίς απρόοπτα, με μόνες εξαιρέσεις τις φαντασιώσεις μου, κάθε φορά που υπήρχε κάποιο τυχαίο άγγιγμα ή τα δευτερόλεπτα που διασταυρώνονταν οι ματιές μας… Το εξάμηνο τελείωσε, η εργασία μας πήρε 10, εγώ ξενοίκιασα και δεν τον ξαναείδα, μέχρι σήμερα! Συναντηθήκαμε τυχαία στο Μετρό και μου ζήτησε να βγούμε για φαγητό το βράδυ, μιας και δεν του δόθηκε νωρίτερα η ευκαιρία να με ευχαριστήσει για την επιτυχία στο μάθημα και κατ’ επέκταση την ολοκλήρωση των σπουδών του. Ντίνα, τι θα κάνω;”, ολοκλήρωσε η Σοφία και στερέωσε το κούτελό της πάνω στο αριστερό της χέρι, κοιτάζοντας όλο απορία την φίλη της.

“Καταλαβαίνεις ότι σου δίνεται μια ευκαιρία, one in a lifetime, και είσαι έτοιμη να την πετάξεις έτσι; Μόλις μου παραδέχτηκες πόσο σε εξιτάρει αυτός ο άντρας! Έναν χρόνο και κάτι έχει κατακλύσει το μυαλό σου και τώρα που σου έχει ανοίξει διάπλατα τον δρόμο, το σκέφτεσαι; Έχεις ήδη σπαταλήσει χρόνο μιλώντας μου, ενώ θα μπορούσα να σου είχα δώσει άδεια να πας για ψώνια!”, είπε η Ντίνα και η Σοφία γέλασε ανακουφισμένη. Αμέσως, όμως, σκοτείνιασε πάλι.

“Φοβάμαι, Ντίνα… Πώς από το σκοτεινό βλέμμα της βραδιάς του πάρτι, φτάσαμε σε μια ευγενική πρόταση για έξοδο; Τι θα πω με αυτόν τον άνθρωπο;”
“Θα γνωριστείτε καλύτερα. Και μετά…”
“…το αφήνω να πάει μόνο του”
“Ακριβώς! Μην φτιάχνεις σενάρια με το μυαλουδάκι σου και χάνεσαι σε γεγονότα, χάνοντας, τελικά, την ουσία. Σήκω τώρα! Άσε με να δουλέψω! Και κοίτα, μην τολμήσεις να γυρίσεις στο γραφείο σου. Έφυγες για ψώνια!”, της είπε η Ντίνα, σηκώθηκε από τη θέση της και την πήρε μια σφιχτή αγκαλιά. Η Σοφία της χαμογέλασε συγκαταβατικά, αλλά δεν την άκουσε. Γύρισε στο γραφείο της και έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά.

“Καλύτερα να έχω απασχολημένο το μυαλό μου. Αν κάτσω να τον σκεφτώ κι άλλο…” , κούνησε το κεφάλι της προσπαθώντας να σβήσει κάθε σκέψη και άρχισε να στήνει το σάιτ ενός νέου πελάτη.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Ρίσκο – Μέρος 2ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading