Επτά Θανάσιμες Γυναίκες – Κεφάλαιο 3ο

Τάνια

Η Τάνια ήταν σύνοδος πολυτελείας που είχε βαρεθεί τη ζωή της. Τα πάντα τα είχε: χρήματα, σπίτια, ταξίδια, ακόμη και τον μπάρμπα της, έναν πενηντάρη που της παρείχε τα πάντα χωρίς κόπο. Αλλά η πλήξη της ήταν αδυσώπητη. Η καρδιά της ζητούσε δράση, αδρεναλίνη, κάτι που θα την έκανε να νιώθει ότι η επόμενη μέρα δεν ήταν δεδομένη. Ήθελε να μην ξέρει αν θα ξυπνήσει ζωντανή ή αν θα βρεθεί κλεισμένη σε κάποιο κελί.

Η ερωτική της ζωή ήταν ακόμα πιο βαρετή. Τι δράση μπορεί να είχε με έναν άντρα πενήντα χρονών; Έτσι άρχισε να βγαίνει έξω, να αναζητά την περιπέτεια. Πήγαινε σε παράνομα φρουτάκια, κρυφές λέσχες, σκοτεινά μπαρ με καπνό να κυλά σαν θολή σκόνη και κόκκινα φώτα να λούζουν τα πάντα σε μια ψεύτικη φωτεινότητα. Εκεί γνώρισε τον Μενέλαο και τον φίλο του, τον Τάκη.

Ο Μενέλαος δεν ήταν χάρμα οφθαλμών, αλλά είχε γοητεία. Ήξερε πώς να τραβήξει την προσοχή σου, πώς να σε κρατήσει σε εγρήγορση. Τα μικρά δώρα, τα ταξίδια, τα λουλούδια, οι βραδιές στα καλύτερα μαγαζιά – όλα αυτά έκαναν τις άδειες μέρες της Τάνιας, όταν ο σπόνσοράς της λείπει, να γεμίζουν με κάτι που δεν μπορούσε να βαρεθεί.

Αλλά ακόμα και ο Μενέλαος δεν ήταν αρκετός. Η Τάνια ήθελε περισσότερη δράση, πιο επικίνδυνη. Άρχισε να παίζει παιχνίδια με τον Τάκη, να νιώθει την αίσθηση του απαγορευμένου, την έξαψη του μυστικού που αν ανακαλυφθεί θα έφερνε καταστροφή. Ταυτόχρονα, διατηρούσε επαφές με έναν νονό της νύχτας, που έλεγχε τα στριπτιτζάδικα της περιοχής. Η δύναμη και η υποταγή γύρω της την ερέθιζαν. Ήξερε ότι όλοι γίνονταν κομμάτια για να της τραβήξουν την προσοχή, κι εκείνη τους αγνοούσε, εξαφανιζόμενη και αφήνοντάς τους να παλεύουν στο τηλέφωνο για σε το ποιον θα απαντήσει πρώτη.

Μια νύχτα, βγήκε με τον Μενέλαο σε ένα στριπτιτζάδικο «για πλάκα». Τα φώτα ήταν έντονα κόκκινα, ο καπνός πυκνός για εφέ, και οι κοπέλες στις πίστες κούναγαν το σώμα τους με αδιανόητη αμεσότητα. Οι ήχοι από τη μουσική και τα φώτα έφερναν ζάλη στο μυαλό της και οι ψίθυροι των θαμώνων ανακατεύονταν σε έναν απόλυτο θόρυβο.

Μια από τις χορεύτριες πλησίασε τον Μενέλαο και άρχισε να τρίβεται πάνω του. Η Τάνια, βαριεστημένη, αποφάσισε να κάνει σκηνή ζήλιας. Άρπαξε το ποτήρι της και το πέταξε στο πάτωμα, το γυαλί έσπασε με έναν θόρυβο που πάγωσε για λίγο τον χώρο. Φώναξε στον Μενέλαο, φανερά θυμωμένη. Εκείνος, γνωστός για τις απιστίες του, την τράβηξε έξω πριν προλάβουν οι μπράβοι να παρέμβουν.

Τα μάτια του Μενέλαου γυάλισαν από οργή.
«Βούλωσε, μωρή. Δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω. Μια βίζιτα είσαι και τίποτα παραπάνω, κapιόλa!»

Το αίμα της Τάνιας άρχισε να βράζει. Εκπαιδευμένη στην νύχτα, άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ένα σουγιά, τον έβαλε στο λαρύγγι του Μενέλαου.
«Άκουσέ με καλά, αpxiδi… Αν νομίζεις ότι θα μου κάνεις ό,τι κάνεις στη γυναίκα σου, γελασμένος είσαι. Δεν το έχω σε τίποτα να σου κόψω το λαρύγγι και να σε αφήσω εδώ σαν ξεχασμένο ψοφίμι!»

Η ένταση ήταν ηλεκτρική. Η αδρεναλίνη που ανέβλυζε μέσα της, της έδινε μια αίσθηση παντοδυναμίας. Ο Μενέλαος σφίγγοντας τα δόντια, προσπάθησε να αντιδράσει, αλλά η Τάνια ήξερε καλά τα κόλπα της νύχτας.

Η γειτόνισσα – Μαρία και Κατερίνα

Στο σπίτι του Μενέλαου επικρατούσε πανικός. Η Μαρία είχε καλέσει την αστυνομία αφού είχε καθίσει ώρες κοιτώντας το πτώμα. Δεν πίστευε στα μάτια της: ο Μενέλαος είχε πεθάνει και εκείνη είχε γλιτώσει μια και καλή από τα βασανιστήρια που υπέφερε χρόνια.

Η Κατερίνα, η γειτόνισσα, έτρεξε στο σπίτι. Ήξερε καλά τι είχε τραβήξει η Μαρία. Στην αρχή είχαν πιαστεί μαλλί με μαλλί για τον Μενέλαο. Αλλά η αλήθεια είχε φανεί αργότερα: ο Μενέλαος ήταν αυτό που όλοι φοβούνταν, ένας άντρας που κακοποιούσε γυναίκες για να νιώθει δυνατός.

Η Κατερίνα είχε μείνει έγκυος από τον Μενέλαο κατά τη διάρκεια παράνομης σχέσης. Εκείνος της είπε ψέματα ότι η Μαρία τον πίεζε να την κάνει να ρίξει το παιδί. Η Κατερίνα αρνήθηκε και αποφάσισε να μεγαλώσει το παιδί μόνη της. Ώσπου ένα βράδυ, ο Μενέλαος πήγε πιωμένος και την χτύπησε άσχημα.

Η Κατερίνα έχασε το παιδί και μαζί ένα κομμάτι από την ψυχή της. Ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση και νόμιζε πως η Μαρία φταίει. Πήγε να της πει τα πάντα. Η συζήτηση ξέφυγε γρήγορα. Η Μαρία δεν ήξερε τίποτα, ούτε για τη σχέση, ούτε για το παιδί, και της αποκάλυψε όλη την αλήθεια για τον Μενέλαο.

«Τι έγινε, ρε Μαρία;» ρώτησε η Κατερίνα, η φωνή της τρεμόπαιζε από οργή και φόβο.
«Δεν ξέρω, Κατερίνα…» απάντησε η Μαρία, ακόμα σαστισμένη.

Μήνες τώρα σχεδίαζαν να τον σκοτwσουv, αλλά δεν είχαν βρει τη στιγμή. Η οργή της Κατερίνας ήταν ανεξέλεγκτη, και η Μαρία ήταν κολλημένη ανάμεσα στον φόβο και την αλήθεια που δεν ήξερε πώς να χειριστεί.

– Τι έγινε; Σε χτύπησε πάλι και αντέδρασες;
– Όχι ήρθα στο σαλόνι το πρωί και τον βρήκα έτσι πεθαμένο !
– Τι;
– Δεν ξέρω τι έχει γίνει…

Ο διοικητής του τμήματος ανθρωποκτονιών μπήκε απότομα στο δωμάτιο.
«Ο ιατροδικαστής λέει ότι δεν είναι αυτοκτονία. Είναι εγκληματική ενέργεια. Η ώρα θανάτου εκτιμάται γύρω στις 3:00-4:00 τα ξημερώματα.»

Η Μαρία κοίταζε σαν χαμένη. «Μα αφού ήμουν ξύπνια εκείνη την ώρα και δεν ήταν εδώ… καθόμουν στο σαλόνι»

Ο διοικητής κοίταξε τη Μαρία με υποψία. Σκεφτόταν αν θα την όριζε ύποπτη, ώσπου ένας αστυνομικός πίσω του είπε:
«Παιδιά, σταματήστε. Υπάρχουν σημάδια παραβίασης στην πόρτα»

Η ανατριχίλα πέρασε στην Κατερίνα και τη Μαρία. Κανείς δεν ήξερε ποιος είχε μπει, ποιος είχε αποφασίσει ότι ήρθε η ώρα του Μενέλαου να φύγει, και ποιος θα ήταν ο επόμενος στόχος. Ο όρκος εκδίκησης της Κατερίνας αιωρούνταν στον αέρα, η Τάνια ακόμα κυνηγούσε την αδρεναλίνη της, και η μέρα ήταν μακριά από το να τελειώσει.

Η ιστορία είχε αρχίσει. Και οι γυναίκες δεν θα ήταν ποτέ πια οι ίδιες…

Βασιλική Γκόγκα

Συνεχίζεται…

One response to “Επτά Θανάσιμες Γυναίκες – Κεφάλαιο 3ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading