Έγλειψε το χαρτάκι, έστριψε το τσιγάρο και πριν το ανάψει, ήπιε μια γουλιά απ’ τον καφέ του. Έκανε ένα γύρο με το βλέμμα του στο δωμάτιο κι ενώ η ψυχή του γέμισε από νοσταλγία, δεν είπε λέξη, ήταν σίγουρος πως θα τον άρχιζαν στο δούλεμα. Για ποια συναισθήματα να μιλήσει σ’ αυτούς τους “σκληρούς ροκάδες”, με το κάφρικο χιούμορ; Θαρρείς και δεν ήξερε πως έκρυβαν απλά την ευαισθησία τους πίσω απ’ τα δυνατά τους γέλια και τα χοντροκομμένα πειράγματα. Θαρρείς και δεν τους είχε δει αμέτρητες φορές να σοβαρεύουν και να συγκρατούν με δυσκολία τις εκφράσεις του προσώπου τους κάθε φορά που κάτι τους πονούσε… Χαμογέλασε στη σκέψη και τους κοίταξε πώς ξεκαρδίζονταν μιλώντας για το παρελθόν. Για όλα τα αστεία περιστατικά, για όλες τις αναποδιές που είχαν συμβεί στα χρόνια που έπαιζαν παρέα, είκοσι πέντε χρόνια πριν…
“Echo” είχαν ονομάσει τη μπάντα τους. Ιδέα του Γιάννη, που… είχε εμπειρία απ’ αυτά! Ανάθεμα την εμπειρία, έξι μήνες έπαιζε ντραμς σε μια μικρή (αποτυχημένη) μπάντα, στο Λονδίνο που σπούδαζε τότε. Μα όλοι το δέχτηκαν με ενθουσιασμό! Τους είχε φανεί φαεινή ιδέα! Ήταν οι “Echo”, με τον Γιάννη στα ντραμς, τον Χρήστο στην ηλεκτρική κιθάρα και τη φωνή, τον Ανδρέα στο keyboard και τον Lil στο μπάσο. Lil… Ηλία τον έλεγαν, πώς του είχε κολλήσει το Lil, κανείς δεν ήξερε. “Ο Lil απ’ τους Echo!” έλεγε μόνος του, τάχα πώς θα έλεγαν όταν τον έβλεπαν οι εκατομμύρια θαυμαστές του, όταν θα γίνονταν διάσημοι.
Διάσημοι δεν έγιναν ποτέ, τα “έσπασαν” χρόνια πριν, όταν ο Ανδρέας ερωτεύτηκε κατακούτελα μια Ισπανίδα που γνώρισε στη Σαμοθράκη κι αποφάσισε να γίνει μόνιμος κάτοικος Μαδρίτης και γενικός διευθυντής στην εταιρία του πατέρα της. “Σώγαμπρος, σαν να λέμε!” του έλεγαν γελώντας κι εκείνος έκανε ότι στράβωνε για να τους κόψει τη φόρα. Δοκίμασαν να τον αντικαταστήσουν, μα δεν τους βγήκε, με την απουσία του Ανδρέα χάθηκε όλο το παρεΐστικο κλίμα και κάπως έτσι οι “Echo” πέρασαν στην ιστορία. Στο μεταξύ ο Γιάννης έφυγε για Λονδίνο, να κυνηγήσει την τύχη του στη μουσική, ο Lil άνοιξε ένα συνοικιακό καφέ στην Καλαμάτα και ο Χρήστος ήταν ο μόνος που έμεινε στην Πάτρα κι ασχολήθηκε με το real estate, στο μεσιτικό γραφείο του πατέρα του. Και η καθημερινότητα, οι αποστάσεις, οι διαφορετικές ζωές, τους έκαναν να έχουν να μιλήσουν πάνω από μία δεκαετία. Μέχρι που γύρισε ο Γιάννης από Λονδίνο για λίγες μέρες κι αποφάσισε να ψάξει να τους βρει και να κάνουν ένα reunion. “Οι Echo ξανά μαζί, μετά από είκοσι χρόνια ρε mouni@! Όπως τότε, στο υπόγειο του πατρικού μου!”, τους είχε πει κι ακόμη κι ο Ανδρέας, ταξίδεψε από Ισπανία για να βρεθεί με τους παλιούς του φίλους. “Σκληροί ροκάδες… no feelings, just music!”, χαμογέλασε ο Χρήστος με τις παπαpies που έλεγαν όλοι, προσπαθώντας να χαντακώσουν συναισθήματα κι αδυναμίες πίσω απ’ τις μαυροντυμένες φιγούρες τους.
– Γιατί; Τότε που η άλλη είχε πηδήξει στη σκηνή κι είχε καβαλήσει το Χρήστο και τον φιλούσε κι αν δεν σπεύδαμε εμείς να την ξεκολλήσουμε, θα καταλήγαμε αντί για hard rock, να δείχνουμε hard λαιβ ποrn; είπε δυνατά ο Lil και όλοι μαζί ξέσπασαν σε γέλια
– Τις επιτυχίες του Ανδρέα, δεν τις είχε κανείς! Κάθε βράδυ με διαφορετική έφευγε! γέλασε ο Χρήστος
– Εκτός απ’ τις φορές που δεν έφευγε με μία, αλλά δύο! συμπλήρωσε ο Γιάννης. Θυμάσαι εκείνες τις τουρίστριες; Γερμανίδες δεν ήταν;
– Ναι, είχε έφεση στις τουρίστριες τ’ αγόρι μας, μέχρι που βρήκε τη Σοφία και του τα έκοψε όλα! Του έβαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι! είπε ο Χρήστος κι ήπιε μια γουλιά απ’ τον καφέ του κατεβάζοντας το βλέμμα, σε μια προσπάθεια να κρύψει πόσο τους είχε στοιχίσει τότε η φυγή του.
Δεν ήταν τόσο η διάλυση της μπάντας, ήταν μάλλον η πρώτη συνειδητοποίηση πως δεν ήταν πια παιδιά. Δεν ήταν πια τα παιδιά που μεγάλωσαν μαζί σε μια μικρή γειτονιά της Πάτρας, που ορκίζονταν πως θα είναι πάντα κολλητοί, πως θα κάνουν όλα τα όνειρά τους πραγματικότητα, πως εκείνοι δεν θα γίνουν σαν τους άλλους, δεν θα τους καταπιεί το σύστημα… Μα τους κατάπιε κι αυτούς, όπως τους περισσότερους, έκρυψαν τις αλήθειες τους σε μια γωνιά του μυαλού τους κι ενσωματώθηκαν με την κοινωνία, εκείνη την κοινωνία που κάποτε έφτυναν με περιφρόνηση.
– Δεν θα πιστέψετε τι βρήκα! Ένα βίντεο από μια εμφάνιση που είχαμε κάνει στο ‘Party’, εκείνο το καφέ απέναντι απ’ το λύκειο, θυμάστε; Το ψηφιοποίησα και το έχω εδώ, στον υπολογιστή. Δεν φαίνονται πολλά βέβαια, πίσσα σκοτάδι, αλλά ακουγόμαστε ρε! είπε ενθουσιασμένος κι άρχισε να ψάχνει τα αρχεία στον υπολογιστή μπροστά του. Να το! πάτησε το play
Ένα διαπεραστικό χρρρρ κι η εικόνα που τρεμόπαιξε ακανόνιστα για λίγο, τους έκανε να βάλουν τα γέλια, μα σύντομα σταμάτησαν, όταν άρχισαν ν’ ακούνε μέσα στη βαβούρα του μαγαζιού, τις νότες απ’ τα μουσικά τους όργανα και τους στίχους απ’ τη φωνή του Χρήστου. Το βίντεο ήταν σκοτεινό, με πολύ κακή ανάλυση και σε εικόνα και ήχο και στο κάτω μέρος αριστερά, λευκοί αριθμοί “έσπαγαν” το σκούρο της οθόνης: “14.2.2001 – 3:04”. Μόνο ο Lil γύρισε και κοίταξε τον Χρήστο για λίγα δευτερόλεπτα. Μόνο εκείνος θυμήθηκε, μα ο Χρήστος έκρυψε το σφίξιμο που ένιωσε στην ψυχή του, γιατί δεν ήθελε να ανοιχτεί αυτή η συζήτηση, του φαινόταν πιο εύκολο κι ανώδυνο να παραστήσει πως δεν πρόσεξε την ημερομηνία.
Του Αγίου Βαλεντίνου, σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια πριν. Παραμονή της γιορτής των ερωτευμένων κι είχαν καταφέρει να πείσουν τον ιδιοκτήτη του ‘Party’ να τους αφήσει να παίξουν εκεί -αφιλοκερδώς φυσικά. “Ρε guys, ξέρετε, σας συμπαθώ, αλλά δεν είναι μέρα ν’ αρχίσουμε τα ‘α’ και τα ‘ου’! Εκείνη τη μέρα θα έχουμε ρομαντικά και τέτοια…”, είχε προσπαθήσει να τους αποφύγει. “Μπαλάντες μόνο θα παίξουμε, promise!”, του είχε πει ο Χρήστος κι εκείνος τους είπε το ok, με βαριά καρδιά, γιατί έτρεμε το φυλλοκάρδι του μην αρχίσουν τα σκληρά ροκ και χάσει την πελατεία παραμονή της γιορτής του έρωτα.
Στο σκοτεινό βίντεο, μετά βίας διέκρινες τα κατακόκκινα μπαλόνια με τα οποία είχε στολίσει ο ιδιοκτήτης το μαγαζί για εκείνη τη μέρα. Μετά βίας διέκρινες τα κακόγουστα γλαστράκια με τα ψεύτικα λουλούδια πάνω στα τραπεζάκια και τα σταντς. Μετά βίας διέκρινες τα πρόσωπα των θαμώνων. “Και τώρα ένα δικό μας τραγούδι, γραμμένο για έρωτες που χάθηκαν στα χιλιόμετρα και έσβησαν σε σταθμούς διοδίων. Συγνώμη που δεν πίστεψα σε μας, συγνώμη που ήμουν δειλός. Σου χρωστάω ένα σ’ αγαπώ. Για σένα…”, ακούστηκε αφύσικα καθαρά η φωνή του Χρήστου στο μικρόφωνο κι ο Lil γύρισε και τον κοίταξε διακριτικά, μα ο Χρήστος παρέμεινε ανέκφραστος με τα μάτια κολλημένα στην οθόνη. Η μουσική του τραγουδιού ξεκίνησε κι ακούστηκαν οι πρώτοι στίχοι: “Distance stole the days we dreamed and left me with nothing but silent screams. If you’re listening, know it’s true, all my roads lead back to you…”. Ο Χρήστος έσφιξε τα δόντια, όχι, δε θα λύγιζε, παρέμεινε εκεί, να κοιτά το σκοτεινό βίντεο, μέχρι που μια εικόνα, ένα μικρό στιγμιότυπο, έκανε τα γόνατά του να λυγίσουν. “Σταμάτα το!” ούρλιαξε και με δυο μεγάλες δρασκελιές στάθηκε μπροστά στον υπολογιστή. Οι άλλοι τρεις γύρισαν και τον κοίταξαν έντρομοι, ο Lil πήγε να τους καθησυχάσει γιατί είχε καταλάβει. Νόμιζε…
Ο Χρήστος άρχισε να πατάει κουμπιά με νευρικές κινήσεις και να πηγαίνει το βίντεο ξανά και ξανά στο ίδιο δευτερόλεπτο. “Η Ρένα…”, ψιθύρισε ξέπνοα κι έπεσε με δύναμη στο σκαμπό που βρισκόταν πίσω του. ‘Η Ρένα ήταν εκεί! Εκείνη τη μέρα ήταν εκεί! Εκείνη την καταραμένη μέρα βρισκόταν κοντά του κι εκείνος δεν είχε πάρει χαμπάρι! Αν είχε καταλάβει… αν την είχε δει, πόσο αλλιώς θα ήταν όλα! Δεν θα την είχε αφήσει να φύγει, θα την είχε κρατήσει μαζί του, θα την είχε κρατήσει ασφαλή, τίποτα δεν θα είχε συμβεί… Ο Lil σηκώθηκε και τον έπιασε απ’ τους ώμους. “Κλείσ’ το και πάμε καμιά βόλτα να πάρουμε λίγο αέρα…” είπε χαμηλόφωνα, κοιτώντας τον Ανδρέα και το Γιάννη με νόημα. “Όχι! Όχι! Πρέπει να φτιάξουμε την ανάλυση του βίντεο… Πρέπει να δω αν η κοπέλα που φαίνεται, είναι όντως η Ρένα” φώναξε ο Χρήστος, κάνοντάς τους όλους να σφιχτούν, γιατί εκείνη τη στιγμή όλοι θυμήθηκαν…
Νωρίς το πρωί, μετά το live, 14 Φεβρουαρίου 2001, ο επίμονος ήχος του τηλεφώνου, έκανε το Χρήστο να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι βρίζοντας. “Ναι!” είπε αυστηρά, με τη φωνή του βραχνή ακόμη απ’ τον ύπνο. Του πήρε κάποια δευτερόλεπτα να καταλάβει τι άκουγε απ’ την άλλη άκρη της γραμμής. Τα μέσα από λυγμούς λόγια της Γιώτας, της κολλητής της Ρένας, καθώς και το ότι μόλις είχε ξυπνήσει, δεν βοηθούσαν ν’ αντιληφθεί αμέσως αυτά που άκουγε. ‘Η Ρένα σκοτώθηκε. Τροχαίο. Στην Εθνική’. Ένιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν και την αναπνοή του να κόβεται. Η Ρένα, η δική του Ρένα… νεκρή;
Το διάστημα που ακολούθησε και που τον έφερνε πιο κοντά στη συνειδητοποίηση, ήταν εφιαλτικό. Κλείστηκε στο σπίτι και στον εαυτό του, προσπαθώντας να βρει τρόπους ν’ αντέξει. Στην κηδεία της δεν πήγε, δεν μπορούσε να το διαχειριστεί. Οι φίλοι του κι η οικογένειά του έκαναν ό,τι μπορούσαν για να σταθούν στο πλάι του, εκείνος όμως δεν ήθελε κανέναν. Ήθελε απλά να μείνει μόνος και να προσπαθήσει να χωνέψει πως θα έπρεπε να ζει, την ώρα που η Ρένα του δεν ανέπνεε. Του ερχόταν τρέλα σ’ αυτή τη σκέψη.
Έπινε, κάπνιζε, χαπακωνόταν. Δεν έτρωγε, δεν έβγαινε, δεν έκανε καν μπάνιο. Δεν πήγαινε στη δουλειά, δεν άνοιγε παράθυρα. Μόνο η μάνα του είχε ακόμη το θάρρος να κατεβαίνει στην πόρτα του “Πες μου απλά πως είσαι καλά και θα φύγω, δε θέλω τίποτα άλλο!”. Κι εκείνος που αντιλαμβανόταν το σπαραγμό και τον φόβο της, της έλεγε δυο λέξεις, ίσα για να μην ανησυχεί και μετά πάλι βούλιαζε στον δικό του κόσμο, σ’ έναν κόσμο που όλα είχαν γίνει αλλιώς. Σ’ έναν κόσμο που εκείνο το κορίτσι με τα φωτεινά μάτια που είχε γνωρίσει ένα τυχαίο βράδυ στην Αλόννησο, ήταν ακόμη δίπλα του, στην αγκαλιά του.
Είκοσι δύο χρονών ήταν όταν την πρωτοσυνάντησε κι εκείνη δεκαεννιά. Αύγουστος μήνας, βραδάκι, σε μια απομακρυσμένη παραλία του νησιού, εκείνος και οι φίλοι του γύρω από μια αυτοσχέδια φωτιά, σκάρωναν τραγούδια με την παλιά του κιθάρα, όταν την ησυχία τους διέκοψαν γάργαρα κοριτσίστικα γέλια. Τρία κορίτσια, εμφανώς ζαλισμένα απ’ το αλκοόλ, κατέβαιναν μιλώντας δυνατά προς το μέρος τους. Πριν προλάβουν εκείνοι καν να καταλάβουν τι συνέβαινε, τα κορίτσια, πέταξαν από πάνω τους τα ρούχα τους και φορώντας τα μικροσκοπικά μαγιώ τους βούτηξαν στα σκοτεινά νερά. “Τι έγινε ρε παιδιά;”, ψέλλισε ο Γιάννης απορημένος.
Το πρωί τους βρήκε όλους μαζί γύρω απ’ την μισοσβησμένη φωτιά, κουκουλωμένους όπως όπως με τα σλίπινγκ μπαγκ των αγοριών. Ο Χρήστος ξύπνησε ακουμπισμένος με την πλάτη σ’ ένα βράχο. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε την κιθάρα του και με το δεξί του χέρι αγκάλιαζε ένα μελαχρινό κορίτσι, που κοιμόταν ακόμη γαλήνια πάνω στο στήθος του. Ήταν η Ρένα, που με το πρώτο “καλημέρα”, έγινε ‘Ρένα του’. Ήταν η Ρένα, που με το ζεστό της χαμόγελο, έκανε τον ‘σκληρό ροκά’ να γελάει σαν παιδί. Η Ρένα, που μέχρι στα μπουζούκια τον έπεισε να τη συνοδέψει. Που της έφτιαχνε πρωινό και της το πήγαινε στο κρεβάτι. Που για δύο ολόκληρα χρόνια, τον έκανε να κάνει το ‘Πάτρα-Θεσσαλονίκη’ και τούμπαλιν, αμέτρητες φορές. Η Ρένα του, το φως του, η χαρά του, η δύναμή του. Η Ρένα του, το μωρό του, το κοριτσάκι του, ο άγγελός του.
Δυο χρόνια κράτησε η ιστορία τους. Δυο χρόνια γεμάτα έρωτα και πάθος, γεμάτα αγάπη και όνειρα. Όνειρα που έμελλε να σβήσουν, γιατί οι μεγάλοι έρωτες μπορεί να είναι έντονοι, αλλά είναι και εύθραυστοι και σαν κρυσταλλάκι έσπασε κι ο δικός τους έρωτας, χαμένος σε αποστάσεις, δυσκολίες και “μου λείπεις”.
Για κανέναν απ’ τους δυο τους δεν ήταν εύκολο το τέλος, μα ήξεραν κι οι δυο πως ήταν απ’ την αρχή χαμένο παιχνίδι, όσο κι αν δεν ήθελαν να το παραδεχτούν. Δεν τέμνονται οι παράλληλες γραμμές όσο κι αν προσπαθήσεις κι οι ζωές τους ήταν βαθιά ριζωμένες στις πόλεις τους, όχι μόνο πρακτικά, αλλά κυρίως συναισθηματικά. Κανείς δεν ήθελε ν’ αφήσει πίσω του τη ζωή του κι αποφάσισαν να “δολοφονήσουν” κοινή συναινέσει όσα ένιωθαν. Πίστευαν πως θα μπορούσαν, βαφτίζοντάς το “καλοκαιρινό έρωτα”, να το “ξεφορτωθούν” εύκολα από μέσα τους και να προχωρήσουν παρακάτω. Πίστευαν πως η λογική μπορεί να νικήσει το συναίσθημα. Πίστευαν πως όλη η ζωή ήταν μπροστά τους και θα είχαν πολλές ευκαιρίες ακόμη για να νιώσουν. Συμφώνησαν να μην ξαναεπικοινωνήσουν ποτέ. Συμφώνησαν πως αυτό ήταν το καλύτερο.
Εκείνος “χάθηκε” στη μουσική του. Έγραφε για εκείνη, τραγουδούσε για εκείνη -κάτι που δεν θα την άφηνε ποτέ να μάθει. Εκείνη προσπάθησε να τον αντικαταστήσει μέσα της με νέες γνωριμίες, νέες σχέσεις, μα κανείς δεν ήταν εκείνος κι όλα έληγαν πριν καν αρχίσουν.
Εννιά μήνες μετά, ο Χρήστος βρήκε ένα μήνυμα στο κινητό του “Δεν μπορώ να σε ξεχάσω. Φεύγω Βρυξέλες για δουλειά. Έλα μαζί μου…”. Διάβασε αυτές τις τρεις φράσεις εκατομμύρια φορές, μα όσο κι αν προσπάθησε να συντάξει μια απάντηση, δεν τα κατάφερε. Έγραφε κι έσβηνε, μέχρι που κάποια στιγμή, διαλυμένος πια, άφησε το μήνυμα να περιμένει αναπάντητο στα εισερχόμενά του. Ένα μήνα μετά απ’ αυτό το μήνυμα, έγινε εκείνο το live στο ‘Party’. Ένα μήνα μετά και θα τραγουδούσε για πρώτη φορά μπροστά σε κοινό εκείνο το τραγούδι που είχε γράψει για εκείνη. Εκείνο το τραγούδι που της εκμυστηρευόταν πως την άφησε να φύγει, μα η ψυχή του είχε μείνει πίσω, στις στιγμές τους. Εκείνο το τραγούδι που της έλεγε πόσο δειλός ήταν και πόσο ντρεπόταν που δεν είχε το θάρρος να την κρατήσει. Που της έλεγε πόσο την αγαπούσε…
Λίγες μέρες μετά το reunion με τους Echo, που είδε εκείνο το βίντεο που τσάκισε την ψυχή του, έφτασε στα χέρια του αυτό που του είχε υποσχεθεί ο Γιάννης, ένα στικάκι, με το ίδιο βίντεο, όπου ειδικοί θα έκαναν επεξεργασία για να φτιάξουν όσο γινόταν την εικόνα.
Πάτησε το play και τα χέρια του έτρεμαν. Ο ίδιος χώρος, οι ίδιοι ήχοι, αλλά όλα πιο φωτεινά και καθαρά. Όχι εντελώς, αλλά πολύ καλύτερα από πριν. Προχώρησε το βίντεο στην ώρα 3:04 και πάτησε pause. Ένιωσε την αναπνοή του να κόβεται. Ήταν η Ρένα! Πρέπει να ήταν η Ρένα! Ήταν εκεί! Είχε μάθει για το live κι είχε έρθει να τον δει για τελευταία φορά, μιας και την επομένη πετούσε για Βρυξέλλες, όπως του είχε πει τότε η Γιώτα. Όχι, δεν φαινόταν καθαρά το πρόσωπό της, ούτε το φωτεινό της βλέμμα, ούτε το ζεστό της χαμόγελο. Με τις φωτογραφίες της, που είχε δώσει στους τεχνικούς ο Γιάννης και τις συγκρίσεις που κατάφεραν να κάνουν με το παλιό βίντεο με τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, του είπαν ότι η πιθανότητα να είναι η ίδια, ήταν 80%. Σήκωσε το βλέμμα στο ταβάνι κι έκλεισε τα μάτια, προσπαθώντας να φυλακίσει τα δάκρυα που γέμισαν το βλέμμα του. Δεν τα κατάφερε. Δραπέτευσαν μανιασμένα από μέσα του, πλημμυρίζοντας τα μάγουλα και την ψυχή του.
Σαν ψίθυροι ξέφυγαν οι σκέψεις απ’ τα χείλη του: 80% πιθανότητα να ήσουν εκεί, να μ’ άκουσες να τραγουδάω… Ήθελα να το ακούσεις, να ξέρεις ότι σε θυμάμαι, να ξέρεις ότι πονάω κι εγώ. 80% πιθανότητα… Αν ήσουν όντως εκεί, τουλάχιστον δεν έφυγες χωρίς να το ξέρεις…
Κική Γιοβανοπούλου
