Οικογενειακό Δίκαιο

Είχε ήδη αρχίσει να βραδιάζει όταν κλείδωσε τη πόρτα του γραφείου του και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Δεν του άρεσε να επιστρέφει αφού έπεφτε ο ήλιος, όμως αφενός βράδιαζε νωρίς αρχές Δεκέμβρη και αφετέρου σήμερα το πρωί είχε παραιτηθεί η γραμματέας του και έπρεπε να ολοκληρώσει μόνος του τη δουλειά. Παραιτήθηκε αφού τον αποκάλεσε αναίσθητο, για την ακρίβεια ως τον πιο αναίσθητο άνθρωπο που είχε γνωρίσει! Και όλα αυτά για μια υπόθεση που είχε αναλάβει, ήμαρτον δηλαδή!

Η Βασιλική ήταν η γραμματέας και προσωπική του βοηθός τα τελευταία δυο χρόνια. Συνεπής και οργανωτική στη δουλειά της, έξυπνη και εξαιρετικά αποτελεσματική. Ήταν πολύ συμπαθητική κοπέλα και καιρό τώρα ήθελε να της προτείνει να βγουν για φαγητό, εξάλλου πίστευε ότι ούτε σε εκείνη περνούσε αδιάφορος. Ήταν όμως και υπερβολικά ευαίσθητη όπως αποδείχτηκε.

Ακούς εκεί αναίσθητος! Τη δουλειά του έκανε και μάλιστα άψογα, γι’ αυτό άλλωστε ήταν από τους πιο περιζήτητους στον κλάδο. Και στο κάτω κάτω αν ήθελε ευαισθησίες, ας πήγαινε να δουλέψει σε κανέναν παιδικό σταθμό η Βασιλικούλα! Σε δικηγορικό γραφείο ήταν γραμματέας και εδώ δεν χωρούσαν αυτές οι περιττές ευαισθησίες. Δεν έπρεπε να τον ενδιαφέρει ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο, δικηγόρος ήταν όχι δικαστής. Δουλειά του ήταν να αποδείξει ότι δίκιο είχε ο πελάτης που τον πλήρωνε, από αυτό ζούσε άλλωστε.

Το γραφείο του αναλάμβανε υποθέσεις οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, διαζύγια, επιμέλειες παιδιών, ανατροφές, κληρονομικές διαφορές και όσα όλα αυτά συνεπάγονταν. Τι έπρεπε να κάνει δηλαδή; Να συμπονέσει τους αντίδικους ή να τους χαϊδέψει το κεφαλάκι να μη στεναχωριούνται που έχασαν την περιουσία τους ή την επιμέλεια των παιδιών τους;

Και τι ήξερε στο κάτω κάτω για τον ίδιον; Αποστασιοποιημένος ήταν, όχι αναίσθητος και αυτό το θεωρούσε επαγγελματισμό. Ήξερε μήπως για το πώς αναγκάστηκε να αποστασιοποιείται από τα δεκαπέντε του; Τότε που έχασε τη μητέρα του και ο πατέρας του κλείστηκε τόσο πολύ στον εαυτό του, που ένιωσε να χάνει ταυτόχρονα και τους δυο γονείς του; Τρία χρόνια που είχαν μείνει στο ίδιο σπίτι, πριν φύγει για σπουδές, αντάλλαζαν ελάχιστες κουβέντες. Ο πατέρας του είχε μετατρέψει το σπίτι τους, μετά το θάνατο της μαμάς, σε ένα φέρετρο. Τρία χρόνια που τον πείσμωσαν και τον βοήθησαν να περάσει στη νομική, τόση ανάγκη είχε να ξεφύγει από εκεί μέσα που διάβαζε οληνυχτίς.

Οικονομικά δεν του έλειψε ποτέ τίποτα, ο πατέρας του φρόντιζε για όλες τις ανάγκες του και αργότερα τον στήριξε στις σπουδές του. Του έλειπαν όμως η ζεστασιά και η στοργή, του έλειπαν τα οικογενειακά τραπέζια και οι γιορτές, οι πατρικές συμβουλές ακόμα και οι γνωστές ενοχλητικές κατσάδες των γονιών. Όλα είχαν χαθεί μετά την απώλεια της μαμάς του.

Πέρασε φοιτητής σε άλλη πόλη, για να βρίσκεται όσο πιο μακριά γινόταν από όλα όσα τον πλήγωναν. Μετά το πέρας των σπουδών του δεν ξαναγύρισε ποτέ στο πατρικό του, άνοιξε δικό του δικηγορικό γραφείο με το καταπίστευμα που του είχαν αφήσει οι γονείς του. Είχε μάθει άλλωστε ότι ο πατέρας του είχε πουλήσει το σπίτι και είχε μετακομίσει σε μια δομή, καθώς τελευταία είχε κάποια προβλήματα υγείας και χρειαζόταν πιο εξειδικευμένη φροντίδα. Στην αρχή πήγαινε να τον επισκεφτεί κάθε εβδομάδα, όμως η ίδια απόμακρη στάση του πατέρα του περιόρισε την επικοινωνία τους σε μερικά αραιά τηλεφωνήματα και αυτά για τα τυπικά, δυο χρόνια τώρα.

Η αναπόλησή του διακόπηκε απότομα από τους λυγμούς που ακούστηκαν από το πάρκο που διέσχιζε εκείνη την ώρα, κάποιος έκλαιγε και μάλιστα με αναφιλητά. Ήθελε όσο τίποτα να φτάσει γρήγορα στο σπίτι του καθώς είχε αρχίσει να πέφτει ένα ελαφρύ χιονόνερο και δεν είχε προνοήσει να πάρει ομπρέλα. Τα κλάματα όμως συνεχίζονταν συνοδευόμενα από την επαναλαμβανόμενη φράση ‘γιατί με άφησες Μαράκι μου, γιατί;’. Ίσως κάποιος να χρειαζόταν βοήθεια σκέφτηκε, ίσως τελικά να μην ήταν τόσο αναίσθητος όσο τον χαρακτήρισε η Βασιλικούλα, προχώρησε μέσα στο πάρκο λοιπόν.

Σε ένα παγκάκι λίγο πιο κάτω, βρήκε ένα ηλικιωμένο άντρα με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα και τα ρούχα του να έχουν αρχίσει να μουσκεύουν από το χιονόνερο που εντωμεταξύ είχε δυναμώσει. Δεν έμοιαζε με κάποιον άστεγο, όμως σίγουρα φαινόταν να είναι σε απόγνωση, τον πλησίασε διστακτικά.
«Καλησπέρα κύριε, είστε καλά; Χρειάζεστε κάποια βοήθεια;»
Ο γεράκος σήκωσε τα μάτια του, που εκτός από δάκρυα έσταζαν και απέραντη θλίψη χωρίς να του απαντήσει, οπότε συνέχισε.
«Κοιτάξτε, επειδή έχει κρύο, μήπως καλύτερα να πηγαίνατε σπίτι σας; Να σας βοηθήσω και εγώ αν θέλετε…»
«Σπίτι είναι εκεί που είναι η Μαρία», ήταν τα πρώτα του λόγια.
«Να πάμε τότε στη Μαρία, τι λέτε;»
«Σε ευχαριστώ αγόρι μου, όμως αυτό δεν γίνεται, δεν μου επιτρέπεται ακόμα». Είπε και κοίταξε με νόημα τον ουρανό.
«Κατάλαβα, να πάμε τότε εκεί που μένετε; Εγώ είμαι ο Άγγελος, χάρηκα»
«Νίκος, κι εγώ χάρηκα παιδί μου, πρέπει να είσαι σπάνιο και ευαίσθητο παιδί αφού σταμάτησες να βοηθήσεις ένα γέρο»
«Σας ευχαριστώ κύριε Νίκο για τα καλά σας λόγια, όμως να πηγαίνουμε, ναι; Μη ξυπνήσουμε αύριο με πνευμονία».

Ξεκίνησαν αργά προς τη διεύθυνση που του υπέδειξε ο κύριος Νίκος, θα τον συνόδευε, δεν μπορούσε να αφήσει έναν ηλικιωμένο να περιπλανιέται μόνος του σ’ αυτή την κατάσταση.
«Θέλεις να σου πω για τη Μαρία;», τον ρώτησε ο παππούλης μετά από λίγο, κάπως ντροπαλά.
«Εννοείται πως θα το ήθελα, αρκεί να μη στεναχωρηθείτε περισσότερο»
«Όχι βρε αγόρι μου, πώς να στεναχωρηθώ; Η Μαρία ήταν η ίδια η ευτυχία μου!», είπε και έλαμψε ολόκληρο το πρόσωπό του. «Με τη Μαρία, αγόρι μου, ήμασταν από το ίδιο χωρίο, φίλη παιδική της μεγαλύτερης αδελφής μου ήταν, πέντε χρόνια με περνούσε. Από τα μικράτα μου ήμουν ερωτευμένος μαζί της, όμως πού να γυρίσει να με κοιτάξει; Αυτή μια ολόκληρη δεσποινίδα και εγώ ένα αμούστακο αγόρι, μικρό με αποκαλούσαν τόσο η αδελφή μου όσο και η ίδια, καμία ελπίδα, καταλαβαίνεις. Και ήρθε ο καιρός και παντρεύτηκε το Μαράκι έναν έμπορα από το διπλανό χωριό. Χόρεψα στον γάμο της κι ας ράγισε η καρδιά μου, χόρεψα και στη βάφτιση του γιού της λίγα χρόνια αργότερα. Εφτά χρόνια είχαν περάσει όταν ήρθε το κακό, σκοτώθηκε ο άντρας της Μαρίας σε δυστύχημα και έμεινε μόνη της χήρα με τον πεντάχρονο γιο της. Είχε τη περιουσία του συγχωρεμένου, όμως πώς να τη διαχειριστεί δεν ήξερε, σε απελπισία είχε πέσει όπως έλεγε η αδελφή μου. Κυρίως για το μονακριβό της, που το φώναζαν τα άλλα παιδάκια ορφανό, στεναχωριόταν, έτσι γινόταν στα χωριά τότε αγόρι μου. Μάτωνα στη σκέψη ότι ένιωθε μόνη, τα πεθερικά της την είχαν ξεγράψει μετά το θάνατο του παιδιού τους και οι γονείς της δε ζούσαν πια. Είχα αντριωθεί πλέον, είχα τελειώσει και το στρατιωτικό μου και είχα διοριστεί στη πόλη σε δημόσια υπηρεσία. Πήγα λοιπόν στο χωριό και τη βρήκα, της εξομολογήθηκα τα συναισθήματά μου και της πρότεινα αν ήθελε να με στεφανωθεί. Θα φεύγαμε από το χωριό και θα κάναμε μια καινούρια αρχή στη πόλη. Και μου είπε το ‘ναι’ το Μαράκι και εγώ ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο! Μια λιτή τελετή κάναμε για να μη προκαλέσουμε σχόλια το χωριό, τα μαζέψαμε και φύγαμε. Το μερίδιο της περιουσίας του άντρα της που της αναλογούσε, το πούλησε και αγοράσαμε το σπιτάκι μας εδώ στη πόλη. Δεν ξέρω αν με ερωτεύτηκε ποτέ, ξέρω όμως ότι με αγάπησε, πενήντα ευτυχισμένα χρόνια περάσαμε μαζί. Παιδιά δικά μας δεν κάναμε, ανησυχούσε μήπως πλήγωνε τον Χρηστάκη, τον γιο της. Ήταν πολύ δεμένος ο μικρός με τον πατέρα του και του είχε στοιχίσει πολύ ο χαμός του. Εγώ σαν παιδί μου τον είχα πάντα κι ας μη κατάφερε ποτέ να με πει πατέρα, δεν τον αδικώ δεν ήμουν άλλωστε. Κοίτα που φτάσαμε κιόλας εδώ είναι το σπίτι…»

Σταμάτησαν έξω από μια όμορφη μονοκατοικία, η μεγάλη αυλή γεμάτη με δέντρα και τριανταφυλλιές και στα μπαλκόνια γλάστρες και διακοσμητικά φωτάκια που φώτιζαν τη νύχτα.
«Μα τι όμορφο που είναι το σπίτι σας κύριε Νίκο! Να το χαίρεστε!»
Μόλις το είπε δαγκώθηκε, ο κύριος Νίκος όμως δεν φάνηκε να ενοχλείτε από το άστοχο σχόλιο.

«Είδες η Μαρία μου πώς το έφτιαξε; Τα αγαπούσε τα φυτά πολύ, της θύμιζαν το χωριό, όλο γλάστρες μου ζητούσε να της φέρνω. Εμ τα δέντρα τα βλέπεις πώς ψήλωσαν; Πού να έβλεπες και το μποστάνι πίσω και τι δε φύτευε! Για να μου μαγειρεύει έλεγε από τα φρέσκα, εκείνα τα γεμιστά ειδικά που ήταν το αγαπημένο μου, κάθε Κυριακή μου το έφτιαχνε ακόμα κι όταν αρρώστησε. Πριν φύγει μου ζήτησε να της υποσχεθώ να στολίσω το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, αυτή δεν πρόλαβε. Τα αγαπούσε πολύ τα Χριστούγεννα και της το υποσχέθηκα, κι εγώ τώρα πώς να προλάβω να κρατήσω την υπόσχεσή μου;»
«Δεν καταλαβαίνω…»
«Τίποτα αγόρι μου, πήγαινε να ξεκουραστείς κι εσύ, σ’ ευχαριστώ πολύ που με άκουσες. Να θυμάσαι πως αξία δεν έχουν τα ντουβάρια, αλλά όλα τα μικρά πράγματα και οι στιγμές που κρύβουν»

Εκείνο το βράδυ κατάφερε να κοιμηθεί ελάχιστα, τον είχε επηρεάσει η ιστορία του ηλικιωμένου και το πόσο είχε καταρρακωθεί από την απώλεια της συζύγου του. Και γιατί στο τέλος του είπε πως δε θα προλάβαινε να στολίσει; Μήπως σκόπευε να κάνει κακό στον εαυτό του; Μήπως δεν έπρεπε να τον αφήσει μόνο του; Σκέψεις βασάνιζαν το μυαλό του και μόλις το ξημέρωμα τον πήρε ο ύπνος. Ονειρεύτηκε τον πατέρα του σε ένα παγκάκι να κλαίει. Το πρωί ένιωθε μουδιασμένος, κάτι είχε ξεκλειδώσει φαίνεται ο γεροντάκος στο μυαλό του που τον είχε οδηγήσει σε ένα στρόβιλο αναθεωρήσεων και αμφιβολιών που δεν ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει.

Ετοιμάστηκε να πάει στο γραφείο, φορώντας μαζί με το σακάκι και το επαγγελματικό του προσωπείο. Ευτυχώς ήταν Σάββατο και είχε μόλις ένα ραντεβού, γι’ αυτήν την υπόθεση που τσακώθηκε με τη Βασιλική όταν τον παρακάλεσε να μην την αναλάβει. Ο πελάτης του, ο κύριος Φιλίππου, είχε μια αντιδικία με τον πατέρα του για την αξιοποίηση της κοινής τους περιουσίας, ενός σπιτιού για την ακρίβεια, που ο γέρος αρνιόταν πεισματικά να το δώσουν σε αντιπαροχή. Ευκολάκι ήταν και θα ξεμπέρδευαν γρήγορα, αφού όπως τον είχε ενημερώσει ο πελάτης, η άλλη πλευρά δεν είχε προσλάβει καν δικηγόρο.

Σε όλη τη διαδρομή προς το γραφείο, προσπαθούσε να αποβάλει όλα εκείνα τα ‘αν’ που τον βασάνιζαν από την ώρα που ξύπνησε. Και αν η στάση του πατέρα του τόσα χρόνια οφειλόταν στο πένθος; Αν τον είχε αδικήσει με το να απομακρυνθεί από δίπλα του; Αν αγαπούσε τόσο πολύ τη μαμά που λύγισε μετά το χαμό της;

Περνώντας την πόρτα του γραφείου, βρήκε τη Βασιλική να μαζεύει τα πράγματά της από τη γραμματεία, του έκανε απλά ένα νεύμα που σήμαινε ότι το ραντεβού είχε καταφτάσει και τον περίμεναν.

Στήλη άλατος έμεινε όταν μπαίνοντας, δίπλα στον πελάτη του αντίκρυσε τον κύριο Νίκο. Ντροπή, τύψεις, θυμό, θλίψη και πολλές πολλές ενοχές ένιωσε! Αυτός ήταν λοιπόν ο αντίδικος που θα κατατρόπωνε; Αυτός ο άνθρωπος που μόλις το προηγούμενο βράδυ του άνοιξε τη καρδιά του; Είχε πανιάσει και με δυσκολία έφτασε στην καρέκλα του, τον είχε αναγνωρίσει και ο κ. Νίκος προφανώς.
«Άγγελε, αγόρι μου, καταλαβαίνω και σε ευχαριστώ για χθες, κάνε τη δουλειά σου»

Ο κύριος Φιλίππου δεν είχε καταλάβει τίποτα και κοιτούσε μια τον πατριό του και μια τον δικηγόρο του που φαινόταν μουδιασμένος, πέρασαν μερικά λεπτά μέχρι να ανακτήσει ο Άγγελος τη ψυχραιμία του.
«Κύριε Φιλίππου, δυστυχώς δεν μπορώ να σας αναλάβω, λυπάμαι. Εκπροσωπώ τον πατέρα σας και είστε αντίδικοι, πρέπει να βρείτε άλλον δικηγόρο»

Ο κύριος Φιλίππου έφυγε ωρυόμενος, εκτοξεύοντας απειλές, με τον κύριο Νίκο να κοιτάζει αποσβολωμένος τον νεαρό δικηγόρο και τη Βασιλική που στεκόταν στη πόρτα να χαμογελάει πλατιά.
«Κύριε Νίκο, μην αγχώνεστε, δεν χρειάζομαι αμοιβή, να περάσω από το σπίτι σας αύριο να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες της υπόθεσης;»
«Να περάσεις αγόρι μου εννοείται, όποτε θέλεις»
«Θα φέρω και τη γραμματέα μου για παρέα, ελπίζω να μη σας πειράζει. Είμαστε υπέροχο δίδυμο και μαγειρεύει και φανταστικά γεμιστά, τι λέτε;»

Μόλις ο κύριος Νίκος αποχώρησε συγκινημένος, κοίταξε ερωτηματικά τη Βασιλική που ακόμα στεκόταν στη πόρτα.
«Θέλεις και ξέρεις να φτιάχνεις γεμιστά ή να συνεχίσω να ψάχνω για γραμματέα;»
«Και ξέρω και θέλω και τη συνταγή της ίδιας της κυρίας Μαρίας έχω, στη γειτονιά μου μένει ο κύριος Νίκος, όλοι γνωρίζαμε το ηλικιωμένο ζευγάρι. Ένα μήνα πριν φύγει μας μάζεψε όλες τις γειτόνισσες για να μας δώσει το βιβλιαράκι της με τις αγαπημένες συνταγές του και μας ζήτησε να τον προσέχουμε και να του μαγειρεύουμε όταν μπορούμε. Τόσο πολύ τον αγαπούσε! Σήκω όμως τώρα, γιατί τα γεμιστά εκτός από αγάπη χρειάζονται και άλλα υλικά! Τελικά δεν είσαι και τόσο αναίσθητος και πάρε τον μπαμπά σου επιτέλους τηλέφωνο!».

Kolokufoula

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading