Τον γνώρισε σε ένα γλέντι. Όλοι είχαν ξεσηκωθεί να πάνε στο γειτονικό χωριό που θα ερχόταν ένας μουσικός από την πόλη. Μεγάλη υπόθεση ήταν τότε αυτές οι εκδηλώσεις, σαν να παίρνεις μια γεύση πολιτισμού, έτσι το έβλεπαν. Η Αυγή ήταν 14 χρόνων. Μόλις τον είδε να χορεύει, το κατάλαβε ότι αυτόν θέλει. Οι αδελφές της είχαν όλες παντρευτεί και ετοιμαζόταν για την σειρά της όπως γινόταν εκείνα τα χρόνια. Καμιά τους δεν κατάφερε να σταματήσει ο πατέρας τους που επέμενε να τελειώσουν το σχολείο κι ας έλεγε όλο το χωριό ότι έτσι καταδίκαζε την τύχη τους. Τουλάχιστον πήραν καλούς άντρες.
Ο πατέρας της, ο Θανάσης, είχε μεγαλώσει με την γιαγιά και την μάνα του που παντρεύτηκαν πολύ μικρές και έκαναν κακούς γάμους. Παιδί ήταν ακόμα η μάνα του όταν τον πήρε αγκαλιά. Δεν μπορούσε να την δει σαν μητέρα παρά σαν ένα κορίτσι που άλλοι αποφάσισαν για αυτήν. Τον αγαπούσε πολύ η καημένη μα ήταν μικρή να σηκώσει ανάστημα στον σκληρό της σύζυγο. Ούτε η γιαγιά του έβγαζε άχνα όταν οι άντρες του σπιτιού φώναζαν, έβριζαν και βαρούσαν πράγματα και τις ίδιες. Και όσο του έλεγαν και οι δύο πως έτσι κάνουν οι άντρες, τόσο μέσα του κλωτσούσε αυτό το είδος της οικογένειας. Και το ένστικτό του πάντα το άκουγε.
19 ετών ήταν ο Θανάσης όταν πήγε και ζήτησε το χέρι της Μαιρούλας που έκλεινε τα 18 και ήδη την έλεγαν γεροντοκόρη στο χωριό. Η μάνα του ωρυόταν να μην γίνει αυτός ο γάμος. Ούτε παιδιά πια δεν θα μπορεί να κάνει αυτή, του έλεγαν. Μα ήταν συνηθισμένος να ακούει και να μην αντιδρά πια. Το έβλεπε ότι δεν μπορούσε να πολεμήσει με λόγια την νοοτροπία τους. Μόνο με πράξεις θα έκανε αυτό που θεωρούσε σωστό.
Τέσσερις κόρες έκαναν και όλοι έλεγαν ότι έφταιγε η ηλικία της γυναίκας του και δεν μπόρεσε να κάνει αγόρι. Μα ο Θανάσης πετούσε από την χαρά του κάθε φορά που έπιανε καθένα από τα μωρά στην αγκαλιά του. Όλα έμοιαζαν της Μαιρούλας του, τι άλλο να ζητήσει πιο ωραίο. Δούλεψε πολύ σκληρά να θρέψει τόσα στόματα και να τα στείλει στο σχολείο. Η γυναίκα του κατέβαζε το κεφάλι όποτε κυκλοφορούσε στο χωριό και άκουγε να μιλάνε για την οικογένειά της σαν να ήταν μια αποτυχία. Μα είχε εμπιστοσύνη στον άντρα της, έβλεπε μπροστά, έτσι έλεγε στον εαυτό της. Ούτως ή άλλως της φερόταν σαν να ήταν πριγκίπισσα, καμία σχέση με όσα άκουγε να ζουν οι φίλες της μέσα στα δικά τους σπίτια. Αφού, λοιπόν, και αυτές έκαναν υπακοή στους άντρες τους, έτσι θα έκανε και αυτή. Τον στήριξε όταν πήγαν τα τρία κορίτσια τους με διαφορά λίγων μηνών και τους ανακοίνωσαν ότι θα παρατούσαν το σχολείο. Του κρατούσε το χέρι όταν πήγαν τα τρία κορίτσια τους με διαφορά λίγων χρόνων και τους ανακοίνωσαν ότι ήθελαν να παντρευτούν. Του χάιδευε την πλάτη τα βράδια που τον άκουγε να κλαίει καταπίνοντας τους λυγμούς και τα όνειρα που είχε για τα παιδιά του. Η ελπίδα του ήταν στο στερνοπούλι του, την Αυγή του.
14 ετών ήταν η Αυγή όταν τον είδε να χορεύει στο γλέντι. Τα μάτια της δεν μπορούσε να τα πάρει από πάνω του. Ένα ψηλό, αδύνατο παλικάρι με μαύρα μαλλιά και ρούχα που δεν πατούσε στο έδαφος μα πετούσε. Ήξερε τι ένιωθε, είχε δει και τις αδερφές της να κοιτάνε έτσι τους άντρες τους στους γάμους τους. Αυτόν ήθελε. Έπρεπε τώρα να μάθει ποιος ήταν. Άκουσε κάποιον να τον φωνάζει στο τραπέζι του. Νάσο τον είπανε. Αυτό ήταν, λοιπόν, το όνομα του μελλοντικού της άντρα.
Τον άλλον νεαρό τον αναγνώρισε, ήταν ο Στέλιος, ο κουμπάρος της μεγάλης της αδερφής. Εκείνη θα κανόνιζε το προξενιό. Την παρακάλεσε να τον φωνάξει στο τραπέζι τους μιας και ήταν πλέον συγγενής και χωρίς να καταλάβει κάτι η μάνα και ο πατέρας τους να κανονίσει την γνωριμία. Η Αυγή κοιτούσε τους δύο τους ενώ τα κανόνιζαν στην άκρη του τραπεζιού και είδε ότι ο Στέλιος μαγκώθηκε. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Έριξε απότομα το βλέμμα του πάνω της. Σαν να ήθελε να της πει να μην μπλέξει με τον Νάσο. Σήκωσε το ποτήρι του και κατάπιε όλο το κρασί. Η αδερφή της όμως επέμενε.
Η ανιψιά της σκαρφάλωσε στην ποδιά της και η Αυγή την έσφιξε στην αγκαλιά της. Η μικρή της ζητούσε να σηκωθεί να χορέψουν. Της είπε να πάει να ρωτήσει τον παππού πρώτα. Εκείνος δεν μπόρεσε να αντισταθεί στα παρακάλια της εγγονής του και έκανε νόημα στην κόρη του να σηκωθεί.
Αυτή ήταν η ευκαιρία της, σκεφτόταν, ενώ χόρευε με τόση χάρη μπροστά σε όλους. Και όντως, ο ένας μετά τον άλλον ζύγωναν το τραπέζι του πατέρα της ζητώντας το χέρι της. Μα εκείνη περίμενε με κομμένη την ανάσα να πάει και ο Νάσος. Και μετά εκείνη θα διάλεγε μόνο αυτόν. Έπιασε με το βλέμμα της στο μπροστινό τραπέζι τον Στέλιο να ψιθυρίζει στο αυτί του Νάσου και αυτός σήκωσε τα μάτια του πάνω της. Εκεί πίστευε ότι θα λιποθυμήσει μπροστά σε όλους. Ο Νάσος σηκώθηκε να πάει στο τραπέζι του πατέρα της και ο κουμπάρος κατέβασε άλλο ένα ποτήρι κρασί μονορούφι. Ο πατέρας της είχε φουντώσει για τα καλά και μόλις κοίταξε τον Νάσο, είδε αμέσως στο πρόσωπό του όλα αυτά που έβλεπε στον πατέρα και τον παππού του. Πετάχτηκε όρθιος και πέταξε πίσω την καρέκλα. Έκανε με το χέρι νόημα στην οικογένειά του να μαζευτεί να φύγουν. Σηκωτή πήραν την Αυγή, που κλαίγοντας παρακαλούσε τον πατέρα της να μείνουν.
Αυτόν ήθελε η κόρη του και έμεινε μερόνυχτα κλεισμένη στο υπνοδωμάτιο να κλαίει και να φωνάζει. Η μάνα της έπαιρνε πίσω τα πιάτα μισοφαγωμένα, με το ζόρι κατέβαιναν οι μπουκιές της. Οι αδελφές της είχαν μπαστακωθεί στο σπίτι για να μεταπείσουν τον πατέρα. Άδικα τους έλεγε να γυρίσουν στα δικά τους σπίτια. Μέχρι που ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Μέχρι που ακούστηκε η φωνή του και ήξερε ότι ήταν αυτός, γιατί οι αδελφές της τσίριζαν από την χαρά τους. Έτρεξε στον καθρέφτη και άφησε την νυχτικιά να πέσει στα πόδια της για να φορέσει το πιο ωραίο της φόρεμα. Χτένισε τα καστανόξανθα μαλλιά της που έλαμπαν λες και τα έλουζε ο ήλιος και τσίμπησε τα μάγουλά της μα είδε ότι είχαν από μόνα τους ροδοκοκκινίσει.
Βγήκε τρέχοντας έξω και έπεσε στα πόδια του πατέρα της. Ο Θανάσης στεκόταν ακίνητος κοιτώντας όλη την οικογένεια του να τον παρακαλεί. Μα νόμιζε ότι έβλεπε σε μια γωνιά τους δαίμονες της απογοήτευσης να γελάνε μαζί του. Να του λένε ότι δεν μπορεί να κάνει πια τίποτα άλλο παρά να δεχτεί την μοίρα του. Και όντως είναι μάστορες στην διαστρέβλωση της αλήθειας. Και του φύτεψαν την απογοήτευση στην καρδιά και έπιασε την κόρη του από το πάτωμα και την σήκωσε. Και κρατώντας το χέρι της πήγε και το έβαλε πάνω στο χέρι του Νάσου. Και χόρευαν πια όλοι, ανθρώποι και δαίμονες που υπογράφτηκε η δυστυχία της Αυγής.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε σαν πουλάκι. Οι προσευχές του πατέρα της έφταναν ως τα αυτιά της και την νανούριζαν όσο ονειρευόταν την ζωή με τον αγαπημένο της. Θα πήγαιναν αύριο πρωί πρωί να συναντήσουν τα πεθερικά της. Θα γινόταν σύντομα ο γάμος. Σε μια βδομάδα. Στην εκκλησία του χωριού.
Οι αδελφές της ανέλαβαν τα κουφέτα. Κάθονταν όλες μαζί στο τραπέζι της κουζίνας και τα τύλιγαν σε τούλινα πουγκάκια. Η Αυγή περνούσε γύρω τους και τους χαμογελούσε. Η μαμά της ήθελε να κάνει γλυκό του κουταλιού σταφύλι να δώσουν στους καλεσμένους μετά το μυστήριο. Μοσχοβολούσε όλο το σπίτι! Το νυφικό το έραβαν οι θείες της στο σαλόνι. Έδωσαν από ένα κομμάτι όλα τα θηλυκά της οικογένειας. Τούλια, ταφτάδες και δαντέλες, όλα ενώθηκαν για να δημιουργηθεί το φόρεμα των ονείρων της.
Ο πατέρας της ξέθαψε το κοστούμι του γάμου του και γυάλισε τα παπούτσια. Τα κορίτσια πρόβαραν τα φορέματά τους για να αποφασίσουν ποιο θα βάλουν την μεγάλη μέρα. Τα πεθερικά καμάρωναν που βρέθηκε κορίτσι να πάρει τον γιο τους. Σε λίγο θα ξαλάφρωναν από τις πολλές δουλειές μιας και θα τις έκανε αυτή. Το πρωί θα πήγαινε να βοηθά τον άντρα και τον πεθερό στα χωράφια και το μεσημέρι θα γυρνούσε σπίτι να ετοιμάσει φαγητό να φάνε όλοι. Ύστερα όσο αυτοί θα ξεκουράζονταν, η Αυγή θα καθάριζε το σπίτι, θα έπλενε τα ρούχα τους και θα πότιζε τον κήπο. Όταν θα έκαναν παιδιά θα είχαν χαρά μεγάλη! Θα έπαιρναν τα δικά τους ονόματα τα εγγόνια και ύστερα των παππούδων του Νάσου. Βέβαια αν έκαναν πολλά, θα έδιναν και της μαμάς της. Πλέον τα πρωινά θα πήγαινε να βοηθά τον άντρα και τον πεθερό στα χωράφια αγκαλιά με τα μωρά και το μεσημέρι θα γυρνούσε σπίτι να ετοιμάσει φαγητό να φάνε όλοι. Ύστερα όσο αυτοί θα ξεκουράζονταν και τα παιδιά θα κοιμούνταν, η Αυγή θα καθάριζε το σπίτι, θα έπλενε τα ρούχα τους και θα πότιζε τον κήπο. Όταν θα μεγάλωναν θα τα έστελναν δύο τρία χρόνια στο σχολείο και μετά θα έπιαναν και αυτά δουλειά στα χωράφια. Κι αν ήταν και κανένα κορίτσι, θα παντρευόταν μικρό να φύγει να αλαφρώσει το σπίτι. Άρχοντας θα ήταν ο Νάσος τους που του χτύπησε την πόρτα τέτοια τύχη. Κι αν σήκωνε καμία φορά την φωνή ή το χέρι, άντρας ήταν και έτσι έκαναν οι άντρες.
Η Αυγή από μικρό μπουμπούκι θα άνοιγε απότομα και θα έριχνε ένα ένα τα πέταλα της φρεσκάδας της. Θα μαράζωνε το όμορφο πρόσωπό της και θα έβλεπαν κάθε μία πληγή τα παιδιά της. Και ύστερα θα έλεγαν και αυτά ότι έτσι είναι η οικογένεια. Και έτσι θα έφτιαχναν και τις δικές τους.
Λίγες λεπτομέρειες έμεναν ακόμα. Να κλείσουν το καφενείο του χωριού για να γίνει το γλέντι. Ο πατέρας της δεν οδηγούσε πια. Ο Στέλιος θα πήγαινε με το αμάξι του να πάρει την Αυγή και τους γονείς της να τους πάει στην εκκλησία. Στάθηκε έξω από την πόρτα του σπιτιού της και περίμενε να βγουν. Θαμπώθηκε όταν την είδε. Έμοιαζε σαν άγγελος ντυμένη στα λευκά. Προσπάθησε για άλλη μια φορά να την σταματήσει. Την κοίταξε με τα βαθιά γαλάζια του μάτια σαν να την παρακαλούσε να το ξανασκεφτεί. Αυτή τη φορά, η Αυγή δεν τον κοιτούσε σαν τις άλλες φορές. Σαν κάτι να είχε αλλάξει. Χάζεψε βλέποντας το πρόσωπό του με τα άγρια χαρακτηριστικά να έχει μαλακώσει στην θέα της. Δεν αντιστάθηκε. Έπεσε στην αγκαλιά του και τον φίλησε παθιασμένα.
Εκείνο το βράδυ πετάχτηκε απότομα από τον ύπνο της. Οι προσευχές του πατέρα της είχαν σταματήσει. Είχαν φτάσει στον προορισμό τους. Ο άγγελος που τις πήρε, πήγε και τις απόθεσε στον θρόνο του Θεού. Την απάντηση την πήρε η ίδια η Αυγή. Είχε δει ότι η ζωή που ονειρευόταν με τον Νάσο θα άλλαζε στην πορεία. Πως τα πράγματα που πίστευε δεν ήταν αληθινά. Μα θα μπορούσε να σκεφτεί ότι ήταν απλά ένα όνειρο. Όχι μια προειδοποίηση. Ένα κακό όνειρο. Ότι ο Νάσος ήταν ένας σωστός άντρας και θα γινόταν καλός οικογενειάρχης. Ότι ακόμα κι αν ήταν έτσι τα πράγματα θα τα άλλαζε αυτή στην πορεία. Θα εκτιμούσε την φροντίδα και την αγάπη της γυναίκας του και θα σταματούσε να της φέρεται άσχημα. Κι ο Στέλιος απλά ζήλευε που ο φίλος του την έπαιρνε για γυναίκα του και για αυτό προσπαθούσε να τους σταματήσει.
Έπεσε ξανά στο κρεβάτι και κοίταζε το ταβάνι ώσπου αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε τελευταία από όλους. Της θύμισαν ότι σήμερα ήταν η επίσκεψη στα πεθερικά της και έπρεπε να ετοιμαστεί γρήγορα μην αργήσουν.
Όπως όπως έφυγαν και έφτασαν στην πόρτα τους κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί και ένα κουτί μπισκότα που είχε φτιάξει το βράδυ η μάνα της. Ο Θανάσης μουρμούριζε ότι τα πεθερικά έπρεπε να ξεκουνήσουν και να έρθουν στο δικό τους σπίτι. Και ότι ήταν κακή αρχή αυτή. Σαν αν ήθελαν να τους δείξουν ποιος θα έχει το πάνω χέρι. Η Αυγή άκουγε μα δεν μιλούσε. Άνοιξε την πόρτα ο μελλοντικός πεθερός και τους έδειξε το σαλόνι. Η πεθερά δεν σηκώθηκε από την πολυθρόνα μόνο άνοιξε τα χέρια καθιστή και κάλεσε το κορίτσι στην αγκαλιά της. Δίπλα της στεκόταν όρθιος ο Νάσος και οι υπόλοιποι γιοι της καθισμένοι στον καναπέ.
Από την αρχή της κουβέντας άρχισαν οι διαφωνίες. Το δικό της νυφικό να βάλει το κορίτσι, στο δικό της χωριό που ήταν κοντά να γίνει ο γάμος, τρία από τα πέντε τους χωράφια ζήτησε για προίκα, εκείνη έκανε καλύτερο γλυκό του κουταλιού σταφύλι και οι δικοί τους συγγενείς τύλιγαν καλύτερα τα κουφέτα σε τούλινα πουγκάκια. Αφρούς έβγαζε ο κυρ Θανάσης μα του χάιδευε το χέρι η Μαιρούλα να τον ηρεμήσει. Τους είπε πως θα τα σκεφτεί όλα αυτά και έκανε νόημα με το χέρι στην οικογένειά του να σηκωθούν να φύγουν. Επιτέλους σήκωσε το βλέμμα της η Αυγή από το πάτωμα και κοίταξε τον μελλοντικό της άντρα. Στεκόταν ακόμα δίπλα στην μάνα του και χαμογελούσαν και οι δύο. Με το ίδιο χαμόγελο.
Ήξερε βαθιά μέσα της τι απόφαση έπρεπε να πάρει, μα την έπιασε η ντροπή και ο εγωισμός και δεν την άφηναν να μιλήσει, να αντιδράσει πριν να είναι αργά. Και άρχισαν οι ετοιμασίες του γάμου και πέρασαν οι μέρες και τα έβλεπε πλέον όλα να παίρνουν σάρκα και οστά μπροστά της. Και το άλλοτε όνειρο ήταν πλέον μπροστά της ζωντανός εφιάλτης.
Μέχρι που δεν άντεξε άλλο και έπιασε μάνα και πατέρα και αδερφές και τα έβγαλε όλα από μέσα της. Τι να περιμένει δεν ήξερε. Τους ντρόπιασε που έκανε πίσω τελευταία στιγμή; Τους είχε καταχρεώσει οικονομικά και κοινωνικά; Τους είχε απογοητεύσει; Αν της έλεγαν εκείνη τη στιγμή να σηκωθεί να φύγει από το σπίτι, μα τω Θεώ, θα έφευγε.
Σηκώθηκαν όμως όλοι και την αγκάλιασαν. Εκεί, την έκρυψαν μέσα στα χέρια τους και την προστάτευσαν μέσα την αγκαλιά τους. Γιατί μπορεί οι αδελφές της να παντρεύτηκαν νωρίς μα πήραν καλούς άντρες και ήθελαν και η μικρή τους αδερφή να βρει την ίδια ευλογία. Η μάνα κρατούσε το χέρι του πατέρα, εκείνου του άντρα που την σεβάστηκε και χρόνια τώρα την είχε κορώνα στο κεφάλι του. Και ο Θανάσης γύρισε και είδε την Μαιρούλα του που του χαμογελούσε και ήθελε αυτό το ίδιο χαμόγελο να έχει και η κόρη του.
Πέρασαν οι μέρες, τα κουτσομπολιά, οι βαριές κουβέντες και οι κατακρίσεις. Λόγια που τα έβαλε η μάνα του Νάσου. Αφού έφερε την καταστροφή και είδε ότι δεν την υποστήριξαν οι χωριανοί που ήξεραν τι κουμάσι ήταν ο γιος της, σηκώθηκαν και έφυγαν από το χωριό.
Μα πάλι ο γάμος της Αυγής ήταν το πρώτο θέμα στο χωριό. Είπε ο πατέρας στο κορίτσι να ετοιμαστεί, να στολιστεί και να κατέβει στο σαλόνι. Εκεί της έπιασε ξανά το χέρι μα αυτή τη φορά το άφησε πάνω στο χέρι του Στέλιου. Έλιωνε το παλικάρι ακόμα μόνο που την κοιτούσε. Τώρα όμως η Αυγή ήταν ενήλικη και ο άντρας που θα παντρευόταν την περίμενε όλα αυτά τα χρόνια. Και τώρα γιόρταζε όλη η οικογένεια και όλη η πλάση αυτό το γεγονός. Γιατί ήταν ευλογημένο να γίνει έτσι.
Ο γάμος της Αυγής με τον Στέλιο ήταν η αρχή μιας νέας ζωής γεμάτη αγάπη και σεβασμό ο ένας στον άλλον. Ήταν το τέλος της περιφρόνησης και της δυστυχίας. Όλοι στέκονταν περήφανοι δίπλα της και την καμάρωναν που έλαμπε από ευτυχία. Όταν παρέδωσε την κόρη του, ο Θανάσης κοίταξε τον ουρανό και είπε στην μάνα του και στην γιαγιά του πως τελικά τα κατάφερε.
CC

One response to “Ο γάμος της Αυγής”
[…] Ο γάμος της Αυγής Θαμμένα μυστικά […]