Η Πελαγία λάτρευε την συγκεκριμένη μυρωδιά. Όπως το χώμα αδηφάγα καταβρόχθιζε τις σταγόνες τις φρέσκιας βροχής και πλημμύριζε την πλάση πετριχώρ, έτσι και αυτή με κάθε εκατοστό του κορμιού της προσπαθούσε να ρουφήξει και να φυλακίσει την οσμή. Γιατί την γέμιζε ελευθερία, γιατί ήταν η ανανέωση της πλάσης. Ό,τι και να έκανε, τα παρατούσε και άνοιγε την μπαλκονόπορτα της μονοκατοικίας τους για να εισπνεύσει όσο παραπάνω μπορούσε απ’ την αχνισμένη γη. Νιόπαντρη, την κορόιδευε ο άνδρας της. Με τα χρόνια, την παράτησε. Και τελικά κατέληξε να σέβεται την μοναδική κίνηση ανεξαρτησίας της σε όλη της τη ζωή.
Ο Μιχάλης όταν τον γνώρισε, τα είχε πατημένα τα τριάντα. Ηλεκτρολόγος μηχανικός στα λιγνιτωρυχεία, στα βήματα του πατέρα του, μόνιμος στο εργοστάσιο της ΔΕΗ. Απίστευτή η τύχη της που γύρισε να την κοιτάξει! Σε μόλις δυο μήνες πήγε και τη ζήτησε. Μεγάλη τύχη για την εικοσάχρονη χωριατοπούλα ο σπουδασμένος γαμπρός που πέρασε κατά τύχη εκείνο τον Αύγουστο απ’ το ετήσιο πανηγύρι τους.
Τον αγάπησε με όλη της την ψυχή η Πελαγία. Πριν κλείσουν δυο χρόνια, κάνανε τον πρώτο γιο, τον Ζήση. Στα επόμενα τρία, ήρθε και ο δεύτερος, ο Ανδρίκος. Ήταν σίγουρη πως τους βλέπανε και τους ζηλεύανε τόσο όμορφοι, ταιριαστοί και ευτυχισμένοι. Συνήθως προκαλεί η πασίδηλη ευδαιμονία. Η γιαγιά της έλεγε: να κρύβεις το πλουμιστό δένδρο της χαράς σου, γιατί αν εκθέτει στα βλέμματα όλο το μεγαλείο του, ο φθόνος θα χωθεί ίδιο σκουλήκι σ’ έναν καρπό του και σιγά σιγά θα το σαπίσει από μέσα!
Πριν προλάβει τα δεύτερά του γενέθλια ο Ανδρίκος, κάτι αδικαιολόγητες μελανιές με πυρετό χωρίς λόγο και η μόνιμη αδιαθεσία, τους οδηγήσανε σε γιατρούς και εξετάσεις. Διαγνώσθηκε με λευχαιμία. Αγωνία, ξενύχτια, και μια άνιση μάχη σε δύο μέτωπα. Έξω της να χαμογελά συνέχεια γιατί έπρεπε, ενώ μέσα της σχιζόταν η σάρκα της σε κομμάτια, κάθε φορά που τον αντίκριζε μετά τη θεραπεία. Τίποτα άλλο δεν υπήρχε γύρω της παρά ο γιος της. Ανέπνεε, περπάταγε γι’ αυτόν και αν μπορούσε θα πέθαινε για να ζήσει εκείνος! Γιατί δεν την έπαιρνε, γιατί δεν αρρώστησε η ίδια, τι έφταιγε το αθώο ψυχάκι; Ένα μαρτυρικό έτος που ευτυχώς τους λυπήθηκε ο Θεός και ήρθε η ανάστασή τους. Στέφθηκε νικητής ο Ανδρίκος.
Αγαλλίασε η Πελαγία. Παρόλο που της φαινόταν σαν κάτι να είχε σπάσει. Έτσι ένιωθε, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει τον αόρατο φόβο που την στοίχειωνε πλέον. Ενώ είχε ελαφρώσει απ’ το βάρος της ασθένειας, είχε αποκτήσει ένα μόνιμο σφίξιμο στο λαιμό. Τρία χρόνια της πήρε να καταλάβει, όντας απορροφημένη στην ανατροφή των γιων της, πως η «απουσία» του Μιχάλη ήταν η θηλιά της. Ήδη από τον καιρό στο νοσοκομείο, είχε διακρίνει πως ερχόταν στα επισκεπτήρια υποχρεωτικά και ποτέ δεν έπαιζε με τον Ανδρέα, παρά έψαχνε οθόνη να χαζέψει. Στον Γολγοθά που περνάγανε όμως, γνώριζε πως κάθε άνθρωπος το διαχειρίζεται διαφορετικά και το είχε σεβαστεί.
Ακόμα και όταν υποψιάστηκε πως η παραμονή του Μιχάλη στην εργασία του απ’ το πρωί ως το βράδυ δεν ήταν κάτι αναπόφευκτο αλλά επιλογή του. Στην αρχή τον δικαιολογούσε, τις χρειαζόταν τις υπερωρίες. Ήταν δύσκολο να τα βάλεις με δυο ατίθασα αγόρια, προτιμότερα τα υπάκουα μαστόρια! Και η Πελαγία είχε αφεθεί, δεν προλάβαινε ούτε να κοιτάξει τον εαυτό της πια στον καθρέφτη. Την είχε παντρευτεί λυγερόκορμη και ζουμερή και τώρα είχε γίνει… σαν το πριν στις διαφημίσεις των ινστιτούτων. Δεν υπήρχε μετά, όμως! Γι’ αυτό την απέφευγε, είχαν να συνευρεθούν απ’ την γέννηση του Ανδρίκου. Και αυτή συνεχώς προσπαθούσε να κάνει δίαιτα, επανειλημμένα αστοχούσε και αντιμετώπιζε με κατεβασμένο κεφάλι τα επικριτικά βλέμματα του άνδρα της και των πεθερικών της. Λίγη, πολύ λίγη ήταν απ’ την αρχή γι’ αυτό τον γάμο, το γνώριζε, καμπούριαζε από ντροπή και έτσι πέρναγε ο καιρός.
Μέχρι που θες από σεβασμό, θες από αγάπη, ο Ζήσης της μαρτύρησε τα μαντάτα. Ο μπαμπάς έχει άλλη. Τους είχε δει μαζί το παιδί και δεν μπόρεσε πάνω από βδομάδα να το κρατήσει κρυφό.
Θα έσκαγε η Πελαγία. Τα πάντα ανέχτηκε γιατί τον αγαπούσε, για τα παιδιά της, για να σώσει τον γάμο της και μόλις αντιλήφθηκε πως είχαν όλα βουλιάξει και πνιγεί στις βρωμιές του λατρεμένου της ανδρούλη.
Δεν του είπε τίποτα, σκεφτόταν και μάτωνε κατάστηθα στα κρυφά. Ο μεγάλος της έκλεινε τα δεκαέξι. Έπρεπε να κάνει υπομονή. Μόλις τα παιδιά αφήνανε το πατρικό, θα έφευγε και αυτή μακριά. Αρκεί να μην την ξεφτίλιζε με την μία και την άλλη ως τότε. Οπλίστηκε με θάρρος και του μίλησε ένα απόγευμα. Δέχτηκε και ο Μιχάλης να παραμείνουν τυπικά «παντρεμένοι» στην κοινή στέγη, σιγά μην έχανε τη βολή του, την πλύστρα, την καθαρίστρια και την τροφό των παιδιών του για λίγο ξενοπήδημα.
Η Πελαγία όμως μετρούσε αντίστροφα, σα χύτρα που βράζει. Με το που περνούσε και ο Ανδρίκος στην σχολή που ήθελε στην Θεσσαλονίκη, θα έκανε το σχέδιό της πραγματικότητα.
Εκείνο το πρωινό ξύπνησε αλλιώς. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είχε χάσει κάποια περιττά κιλά, δεν ήταν όπως στα νιάτα της, αλλά παρέμενε τσουπωτή και με πρόσωπο φεγγάρι. Μα η στεναχώρια της για τα πεταμένα χρόνια στα σκουπίδια, του έρωτα που τον πίστευε, και της ρουτίνας που τον ξεσκέπασε ενώ συνέχιζε να ανέχεται την ταπείνωση, όμοια με ασήκωτη κουρτίνα σκοτείνιαζε το βλέμμα της. Για να την ανοίξει, έπρεπε να πενθήσει την απώλεια, να πλαντάξει, να ξεράσει την πίκρα της. Το φαρμάκι που πότιζε την ύπαρξή της ήθελε να το ξεπλύνει, άργησε να καταλάβει ότι αυτή έφταιγε που δεν σήκωσε ανάστημα, δεν απαίτησε ό,τι της άξιζε, που θυσίασε τον εαυτό της σε βωμό ανύπαρκτου θεού. Και εκεί που τα αναφιλητά την πνίξανε, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας.
Άνοιξε διστακτικά με κατακόκκινα μάτια και αντίκρισε τον Άγη, τον κολλητό του μεγάλου της. Πέρασε να της αφήσει τα άπλυτα και να πάρει τα δεύτερα ακουστικά του γιου της. Αποσβολωμένος και αυτός απ’ το θέαμα, τόλμησε να την ρωτήσει τι έγινε. Χύθηκε πάνω του και έκλαιγε, έκλαιγε μέχρι που στέρεψε. Καθίσανε δίπλα δίπλα στον καναπέ και έγινε ο απρόσμενος εξομολόγος της. Μία ολόκληρη ώρα του μίλαγε, τα λόγια της τρέχανε κομπιαστά, σαν το πύον από κακοφορμισμένη πληγή.
Σιωπή λίγων λεπτών. Η συμβουλή του ήταν να μην τον χωρίσει τον άνδρα της! Πώς θα τα έβγαζε πέρα, ξεσπιτωμένη, χωρίς δουλειά; Η διατροφή που θα της έδινε δε θα έφτανε ούτε για τον καφέ της, ποιο ενοίκιο; Λίγο καιρό ακόμα ας παρέμενε, να έψαχνε να βρει έστω τετράωρη μόνιμη απασχόληση. Ξαφνιάστηκε η Πελαγία. Δεν περίμενε να ακούσει κάτι τέτοιο. Ήταν η σκληρή αλήθεια. Είχε δίκιο ο νεαρός.
Με αγγελίες, συνεντεύξεις και απογοήτευση κύλησαν τρεις μήνες. Μέχρι το βράδυ που ο Μιχάλης, βρομοκοπώντας αλκοόλ έκατσε στον κρεβάτι πλάι της. Της ανακοίνωσε πως θέλει διαζύγιο και άμεσα. Είχε ήδη απευθυνθεί στον δικηγόρο του, να τα μάζευε εντός της βδομάδας και να του άδειαζε την γωνιά το συντομότερο. Αρκετά την ανέχτηκε, έπρεπε να κάνει τη ζωή του, να βρει τον εαυτό του. Όρμησε πάνω του, λέαινα σε μουλάρι η Πελαγία. Την κλώτσησε, σπρώχνοντάς την δυνατά, έπεσε μπρούμυτα στο πάτωμα μπροστά του. Εκεί έμεινε ξαπλωμένη, ακίνητη, παγωμένη ως το διστακτικό φως της ανατολής. Τότε σηκώθηκε, φούντωσε την σόμπα και κατέβασε τα στόρια. Σύννεφα γεμάτος ο ουρανός, ερχόταν μπόρα και ο Μιχάλης ροχάλιζε μακαρίως. Ντύθηκε με το κόκκινο φουστάνι της, βάφτηκε ελαφριά, πήρε την μαύρη πασμίνα της, την ομπρέλα της, ξεκλείδωσε την εξώπορτα και έτρεξε στην αυλή, το χώμα ανάσαινε, η μυρωδιά του την καλούσε…
Με τα νεύρα που είχε, δεν θα επέστρεφε σπίτι. Ας φώναζε την γκόμενά του να του φτιάξει τον πρωινό καφέ να ξενερώσει. Η Πελαγία προτιμούσε να διασχίσει περήφανη και μουσκεμένη σχεδόν δυο χιλιόμετρα ως τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, παρά να τον ξαναδεί ύστερα απ’ τον βραδινό καβγά. Θα έφευγε, δε θα επέστρεφε ούτε αλλαξιά να πάρει, τόσο που καιγόταν η ψυχή της στη φωτιά του άδικου.
Η είδηση στον τοπικό σταθμό την επόμενη ήταν πως διευθυντικό στέλεχος της ΔΕΗ πέθανε από αναθυμιάσεις λόγω διαρροής υγραερίου θερμάστρας. Η σύζυγός του σώθηκε. Όχι από θαύμα, απ’ την συνήθειά της: βγήκε πρωί πρωί απ’ το σπίτι να την εξαγνίσει η φθινοπωρινή βροχή και το πετριχώρ της.
Κανείς δε φανταζόταν πως στα πενήντα της, η Πελαγία θα γινόταν μια ευκατάστατη χήρα, εισπράττοντας την παχυλή σύνταξη του μακαρίτη. Και μάλλον εύθυμη αντί βαρυπενθούσα. Όταν είχε τον άνδρα της ζωντανό, ήταν νεκρή η συντροφικότητα. Τώρα βρήκε πραγματική σχέση στην πολυετή μοναξιά της. Τον κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερο του Ζήση, τον φίλο του τον Άγη απ’ την πρωτεύουσα! Τόσα ακριβώς -ε, δε χάθηκε ο κόσμος για δυο κρυμμένες Άνοιξες- μικρότερο και απ’ την ίδια. Πιασμένοι χέρι-χέρι, ορμάγανε στην βεράντα απ’ το ρετιρέ τους στην Πτολεμαΐδα μόλις στον αέρα χορεύανε οι πρώτες στάλες και ξύπναγε το πετριχώρ που ήξερε να θάβει μέσα του τα μυστικά: από χαμένα χρόνια μέχρι… φονικές σόμπες γκαζιού!
Μαρίτσα Καρά
