Πιπερόριζα

Μια αίσθηση κινδύνου του έκοψε την ανάσα. Κοίταξε γύρω του σαν χαμένος. Μόνο όταν είδε το μισάνοιχτο παράθυρο, κατάλαβε πως ήταν σπίτι του. Κοίταξε το ρολόι. Το κεφάλι του πονούσε. Η καρδιά του σάλευε αλλοπρόσαλλα. Σύρθηκε μέχρι το παράθυρο κι άναψε τσιγάρο. Κοίταξε έξω με βλέμμα θολό. Το θλιμμένο φεγγάρι θύμιζε μαργαριτάρι σε εβένινο βελούδο. Ο βερολινέζικος νυχτερινός ουρανός είχε μια γοητεία που έβρισκε τρομερά ακαταμάχητη. Σκέπαζε τα κοιμισμένα βιομηχανικά κτήρια με έναν απειλητικό υπόγειο ερωτισμό. Μαρτυρούσε όσα έκρυβε η νεκρική σιγή. Δίδασκε πως ποτέ τίποτε δεν είναι αυτό που φαίνεται. Όλοι είναι ικανοί για τα πάντα. Ακόμη και οι πιο ανίκανοι.

Το ένα τσιγάρο διαδεχόταν το άλλο καθώς σκεφτόταν σαν μανιακός. ‘’Πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά, Πίτερ. Για το παιδί, για σένα.. για εμάς…’’.

Ίσως εκείνη ήταν που τον είχε σηκώσει. Ύστερα από έξι μήνες χωρισμού, η ραγισμένη της φωνή στο τηλέφωνο τον ζητούσε πίσω. Η Λάουρα τον αγαπούσε ακόμη. Αλλά εκείνος το άντεχε; Είχαν κανονίσει να βρεθούν στο σπίτι της για να μιλήσουν. Σχεδίαζε να της πάει λουλούδια. Ίσως θα έτρωγαν κάτι και μετά… ποιος ήξερε τι θα συνέβαινε μετά, σωστά;

Καθώς χανόταν στον εαυτό του, βήματα ήχησαν έξω από το διαμέρισμα. Εκείνος δεν άκουσε τίποτα. Ένα σύρσιμο κάτω από τη πόρτα και το φάντασμα χάθηκε στην απεραντοσύνη της νύχτας. Μόνο όταν στράφηκε αφηρημένα προς τη πόρτα του το παρατήρησε. Ένας μικρός φάκελος στο χρώμα του αίματος. Αποκλειστικά και μόνο για αυτόν. Πλησίασε. Το πήρε στα χέρια του. Σφίχτηκε ολόκληρος. Όταν η ψυχή είναι ναρκωμένη μόνο το σώμα αναγνωρίζει τα σημάδια. Μόλις τον άνοιξε, απλώθηκε ένα άρωμα που τον νάρκωσε. Βαρύ κι επικίνδυνο. Συντρόφευε μια επιστολή. Γράμματα καλλιγραφικά σε μαύρο μελάνι. Ρομαντικός χαρακτήρας, τραχιές γωνίες και αδυσώπητος λόγος. Το διάβασε πολλές φορές. Ήταν εξωφρενικό.

“Ζητείται άντρας με ανοιχτά μάτια και κλειστό στόμα για να ταπεινωθεί με ευλάβεια”. Από πίσω ένας άγνωστος αριθμός τηλεφώνου. Αναρωτήθηκε αν ακόμη ονειρευόταν.

Σχημάτισε τον αριθμό στο κινητό του σαν υπνωτισμένος. Κάλεσε για αρκετή ώρα. Κάθε κουδούνισμα κι ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η σιωπή τον κατάπινε. Οι λέξεις τον ρουφούσαν σαν μαγικό ξόρκι. Την ήθελε πριν καν την ακούσει. Όταν η άλλη γραμμή άνοιξε, μια δυνατή ανατριχίλα τον διαπέρασε. Μια βαριά θηλυκή φωνή που τάραξε όλη του την ύπαρξη.

“Μίλα”

Κατάπιε τη γλώσσα του. Ήταν εντολή. Λιτή κι αυταρχική.

“Μόλις έλαβα την αγγελία…” ψέλλισε κοιτώντας το κενό.

Παγερή σιωπή.

“Ενδιαφέρεσαι;”

Δίστασε. Όμως το άρωμα ακόμη γαργαλούσε τα ρουθούνια του. Έφερε το χαρτί στη μύτη του και μύρισε βαθιά. Τον συνεπήρε. Σαν ναρκωτικό. Σαν κτηνώδης υπόσχεση. Τα μάτια του γυάλισαν από επιθυμία.

“Ναι…”

Ξανά σιωπή. Μια παθητική επιθετικότητα που σιγά σιγά τέντωνε τα νεύρα του. Ένα ένα. Για λίγο νόμιζε ότι είδε την αντανάκλασή της στο παράθυρο.

“Θα αλλάξεις;”

Μνήμες από τη πρώτη φάση της νιότης του αναβόσβησαν. Όταν μετά μανίας προσπαθούσε να ξεχάσει.

“Ναι…”

“Θα λυγίσεις;” ήθελε να γίνει το τσιγάρο στα χείλη της.

“Ναι!”

“Θα υποταχθείς;” έσταζε δηλητήριο.

“Μόνο αν με αναγκάσουν”, του είχε λείψει να νιώθει τόσο ζωντανός.

“Πολύ καλά…” ψυχρότητα κι αδιαφορία “…σε μια ώρα να είσαι έτοιμος”

Το έκλεισε. Κοίταξε σαν χαμένος την οθόνη του. Ύστερα έτρεξε να ετοιμαστεί. Πυξίδα του μονάχα το ερωτικό ένστικτο.

Οι φύλακες άγγελοι απουσιάζουν μετά τα μεσάνυχτα. Κάνουν μια σύντομη στάση στους ουρανούς. Ακόμη κι εκείνοι χρειάζονται λίγη ανάπαυση στην αιωνιότητα. Στις πρώτες πρωινές ώρες παρακολουθούν μόνο τα μάτια του Διαβόλου. Αν νιώσεις ποτέ μοναξιά πριν ξημερώσει, μην ενδώσεις στο πειρασμό. Οι δαίμονες προσπαθούν να σε αιχμαλωτίσουν. Γιατί η ψυχή σου γίνεται στοίχημα.

Μια ώρα αργότερα ήταν έτοιμος. Κοιτούσε νευρικά το κινητό περιμένοντας ένα σημάδι, όταν είδε φώτα από το παράθυρο. Έτρεξε κοντά για να δει. Μια λιμουζίνα είχε παρκάρει έξω από τη πολυκατοικία. Ο οδηγός αναβόσβησε τα φώτα και περίμενε. Ο Πίτερ ξεροκατάπιε. Ήταν αλήθεια. Φόρεσε το τζάκετ του και έριξε μια ματιά στον καθρέφτη του. Τον κοίταξε ένας κομματιασμένος άντρας. Έφυγε. Με μια πίκρα στην άκρη της γλώσσας του και την εικόνα της Λάουρας να τον στοιχειώνει.

Κατέβηκε από τις σκάλες για να μην κάνει θόρυβο το ασανσέρ. Βγαίνοντας στο δρόμο μούδιασε από το κρύο. Πλησίασε σκυφτός τη λιμουζίνα. Η πόρτα άνοιξε από μέσα. Ταλαντεύτηκε. Ύστερα μπήκε. Δεν είδε τον οδηγό. Το παραπέτασμα ήταν κλειστό. Ήταν μόνο εκείνος με τον εαυτό του. Άκουγε τα λάστιχα να χαρακώνουν την άσφαλτο.

Έξω ο κόσμος ήταν ένα διαφορετικό αίνιγμα. Τα κτήρια θύμιζαν δυστοπικούς πίνακες στην απόχρωση των ματιών του: το βαθύ γαλάζιο των ψευδαισθήσεων.

Βρέθηκαν στο κέντρο. Πάρκαραν έξω από ένα πολυτελές ξενοδοχείο. Μόλις βγήκε, παρακολούθησε το αμάξι να χάνεται στις σκιές. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ύστερα πλησίασε την είσοδο. Οι φύλακες τον σταμάτησαν. Τους έδειξε τον φάκελο. Τον ζύγισαν. Τα μάτια τους ήταν κατάμαυρα. Δεν είχαν λευκό, μόνο βρωμιά. Όταν κατάφερε να περάσει, ένιωσε πιο χαμένος από πριν.

Στη ρεσεψιόν δεν υπήρχε κανείς. Δεν έκανε στιγμή πίσω. Μπήκε αποφασιστικά στο ασανσέρ. Έριξε μια ματιά στους ορόφους… δεν υπήρχαν αριθμοί, μόνο γράμματα σε πολλές, διαφορετικές γλώσσες. Δεν του πήρε πολύ για να καταλάβει πού έπρεπε να πάει. Ήταν ο τελευταίος. Είχε το γράμμα D ανάποδα και σε μια ματωμένη απόχρωση. Σαν χαρακιά σε σάπιο δέρμα. Εκεί τον περίμενε. Αυτή που έκανε ονειρικό τον εφιάλτη. Η Domina.

Βγήκε στο διάδρομο. Στο τέρμα βρισκόταν η κάμαρά της. Το D τον παρακολουθούσε με τα ανύπαρκτα μάτια του. Θαρρείς πως τον κορόιδευε. Έκανε να χτυπήσει, μα, η γροθιά του αιωρήθηκε στον αέρα. Πριν το πάρει απόφαση, η πόρτα άνοιξε από μόνη της. Ένα κουρασμένο τρίξιμο έσπασε τη σιωπή. Πριν μπει κοίταξε πίσω του. Το ασανσέρ είχε κατέβει αφήνοντας ένα κενό. Σαν τη ζωή του.

Βγήκε σε ένα άδειο χολ. Ένα δωμάτιο αποστειρωμένο από συναισθήματα. Βρήκε επί σκοπού τοποθετημένα ένα τραπεζάκι με ένα κινητό κι ένα μπαούλο κοντά του. Το κινητό χτύπησε τόσο απρόσμενα που τινάχτηκε από τη θέση του. Το άνοιξε βιαστικά. Η φωνή της ήταν ξυράφι σε παγωμένο δέρμα. Οι διαταγές της έλιωσαν κάθε ίνα του κορμιού του.

“Γδύσου…”. Παύση. “…ντύσου...”. Παύση. “…έλα…”. Και έκλεισε.

Αμέσως άνοιξε το μπαούλο για να βρει τη στολή του. Θα φορούσε ένα δερμάτινο παντελόνι με ένα ζευγάρι μαύρες τιράντες. Στο λαιμό του θα περνούσε ένα χοντρό, δερμάτινο περιλαίμιο και τα μάτια του θα σφράγιζε μια βελούδινη μάσκα. Οι χειροπέδες γυάλιζαν προκλητικά. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Κακές μνήμες τον μαρμάρωσαν. Θα υπάκουε. Για την ώρα.

Καθώς άλλαζε, ένιωθε εκτεθειμένος. Σαν να τον έβλεπε μέσα από τους τοίχους. Η κρεβατοκάμαρα τον περίμενε με φώτα σβηστά. Η μάσκα και οι χειροπέδες είχαν μπλεχτεί νευρικά με τα δάχτυλά του. Μόλις μπήκε, το φως άναψε αυτόματα. Ένα υποτονικό κόκκινο χρώμα που τον αναγούλιασε. Στον αέρα πλανιόταν μια μίξη βανίλιας και καμένου δέρματος. Οι κουρτίνες ήταν αυστηρά τραβηγμένες. Ένας τεράστιος καθρέφτης κρεμόταν απέναντι. Μια πολυθρόνα δίπλα και στη μέση το στρωμένο κρεβάτι. Στα σατέν σεντόνια ήταν τοποθετημένο ένα τετράδιο. Το άνοιξε. Η γνωστή καλλιγραφία ξεδιπλώθηκε μαζί με τις οδηγίες της.

Σελίδα ένα: Άργησες.

Γύρισε στην επόμενη.

Σελίδα δύο: Γονάτισε.

Και στην επόμενη.

Σελίδα τρία: Μάσκα.

Και στην επόμενη.

Σελίδα τέσσερα: Χειροπέδες.

Και στη τελευταία.

Σελίδα πέντε: Περίμενε.

Έπραξε όπως έγραφε. Έτρεμε. Γονατιστός, με μάτια ερμητικά κλειστά, τόλμησε να τη φανταστεί. Τη θωριά της. Το άγγιγμα και την ανάσα της. Τα λεπτά φάνηκαν αιώνες. Είχε ήδη εθιστεί σε εκείνη.

Την ένιωσε να κατακλύζει το δωμάτιο. Ήταν το άρωμά της που την πρόδωσε. Αυτή η μεθυστική μυρωδιά που εξαρχής τον είχε αιχμαλωτίσει. Περπάτησε γύρω του. Τα τακούνια της κάρφωναν το πάτωμα. Ένα στιγμιαίο αεράκι γαργαλούσε τη πλάτη του κάθε που γυρνούσε. Ήδη βασανιζόταν.

“Γεια σου Domina…” τόλμησε να πει.

Απάντησε με ένα δυνατό χαστούκι.

“Δεν σου μίλησα”

Σιώπησε σαστισμένος. Ύστερα αφέθηκε. Τα μυτερά της νύχια χάραζαν δρομάκια κατά μήκος του αυχένα του. Στο λαιμό. Στο στέρνο. Έπιασε μια τιράντα και τη τέντωσε μέχρι τέλους. Αργά και σταθερά. Η ανάσα του βάρυνε. Όταν την άφησε, το λάστιχο τον χτύπησε σαν μαστίγιο. Γέλασε. Ξανά χαστούκι.

“Σιωπή!”

“Με τρελαίνεις…” χαμογελούσε πονηρά κοιτώντας το σκοτάδι.

“Είπα ησυχία”

“Θέλω να σε δω!”

“Σκασμός!”, ένα τρίτο χαστούκι και δάγκωσε κατά λάθος τα χείλη του. Μάτωσε. Πήγε να πιπιλήσει το στόμα του. Τον σταμάτησε.

“Μη!”

Έσκυψε κοντά του. Του έβγαλε τη μάσκα αργά με αργές κινήσεις. Ήρθε αντιμέτωπος με την αφέντρα του. Ένα ατσάλινο πρόσωπο με σκοτεινά μάτια και χείλη σε σχήμα καρδιάς. Εστίαζε στα πληγωμένα του χείλη. Φάνταζε υπερφυσική στα μάτια του. Απόκοσμη. Μοναδική.

“Σου αρέσει να πονάς…”

“Μόνο από σένα”

Πίεσε τα χείλη της στα δικά του. Ένα φιλί μεταλλικό. Εκείνος παραδόθηκε. Όμως εκείνη τραβήχτηκε απότομα. Την παρακολούθησε να περπατά σαν γάτα. Φορούσε μόνο τις μαύρες γόβες της. Τα μαύρα της μαλλιά ήταν πιασμένα σε μια ψηλή, αυστηρή κοτσίδα. Το όμορφο σώμα της ήταν γεμάτο τατουάζ. Δεν υπήρχε άσπιλο σημείο στο λευκό της δέρμα. Κάθε ίνα και μια ιστορία. Ακανόνιστα σύμβολα και γραμμές μιας φυλής που τρεφόταν μόνο από καθαρή σάρκα. Αν θα την άφηνε να την αγγίξει, θα ανακάλυπτε τις ουλές που με τόση μαεστρία έκρυβε. Ένα ζωντανό έργο τέχνης με πυρήνα όλες τις εκδοχές του πόνου. Εμφάνισε ένα βαζάκι. Μόλις άνοιξε το καπάκι μια έντονη μυρωδιά απλώθηκε στο δωμάτιο.

“Πιπερόριζα…”

Γονάτισε μπροστά του. Με μηχανικές κινήσεις πέρασε τη κρέμα πάνω στη πληγή του. Έμεινε ασάλευτος, παρά το τσούξιμο. Τη περιεργαζόταν. Μάτια άψυχα σαν κούκλας. Χείλη σφραγισμένα. Πρόσωπο στοιχειωμένο από τη θλίψη ολόκληρου του κόσμου. Άλειψε με πιπερόριζα κάθε γυμνό σημείο του σώματός του. Ο Πίτερ σπαρταρούσε αλλά δεν έβγαλε άχνα.

“Σου αρέσει να πονάς…”

Τον φίλησε ξανά. Σαν να ήθελε να ρουφήξει και τη τελευταία σταγόνα της ψυχής του. Συνέχισαν. Εκείνη κυριαρχούσε. Εκείνος υποτασσόταν. Η πιπερόριζα τους έκαιγε. Τα νύχια της λεπίδες που άνοιγαν πληγές. Τον άλειφε συνέχεια με την κρέμα της, πονώντας τον περισσότερο. Αδιαφορούσε. Γιατί μετά τον φιλούσε. Στα χείλη της ο πόνος είχε τη πιο γλυκιά γεύση. Τα πόδια του δεν τον κρατούσαν άλλο. Ήθελε περισσότερα. Εκείνη το κατάλαβε. Σηκώθηκε απότομα κι απομακρύνθηκε.

“Πού πας;” τη ρώτησε ζαλισμένος. Σαν να τον είχε σηκώσει από βαθύ ύπνο.

Δεν του απάντησε ποτέ. Τα φώτα έσβησαν για να έρθει το τέλος. Έπειτα, ένα δυνατό φως τον τύφλωσε. Όταν είδε ξανά, η αλήθεια αποκαλύφθηκε μέσα από τον καθρέφτη: ένα βίντεο πίσω του. Στην αρχή δεν κατάλαβε. Ήταν τόσο ακραίο που άργησε. Έπειτα ούρλιαξε από φρίκη. Ένα κορίτσι. Δεμένο. Πληγωμένο και καμένο. Έκλαιγε. Ένας άντρας το γυρόφερνε πριν αρχίσει να το αγγίζει. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Έμοιαζαν γνωστοί. Η αντρική φωνή έκανε τη σύνδεση στο μυαλό του.

“Σου αρέσει να πονάς”, ήχησε στα αυτιά του σαν εφιάλτης.

Παρέλυσε από τρόμο. Ο άντρας ήταν ντυμένος σαν αυτόν. Το κορίτσι είχε τα μάτια της. Πήγε να αντιδράσει. Τότε ένιωσε ένα καλώδιο να τυλίγεται γύρω από το λαιμό του. Η ζωή του άστραψε σαν φλας. Πετάχτηκε όρθιος. Παραπατούσε. Ήθελε να φωνάξει μα πνιγόταν. Εκείνη γαντζώθηκε πάνω του. Το βίντεο έπαιζε ανενόχλητο. Η φρίκη άλλαζε διαρκώς πρωταγωνιστές. Προσπαθούσε να τη ρίξει. Ήταν τρομακτικά δυνατή. Το σώμα του τον εγκατέλειπε. Άρχισε να χάνεται. Τότε το χαμόγελο της κόρης του άστραψε λίγο πριν το τέλος. Ήταν αρκετό. Γιατί ράγισε τη καρδιά του τόσο βαθιά που χτύπησε ξανά. Με όση δύναμη του είχε απομείνει, έπεσε πάνω στο καθρέφτη. Έγιναν ένα με τα θρύψαλα.

Ο Πίτερ έτρεμε. Κομμάτια είχαν καρφωθεί στο πληγωμένο του σώμα. Ένα απρόοπτο “κρακ” και οι καρποί του ελευθερώθηκαν. Σηκώθηκε. Την έψαξε στα τυφλά. Ένα χτύπημα στο κεφάλι κι έγινε ένα με το πάτωμα. Ένας λυγμός του έφραξε τον αέρα. Εκείνη στάθηκε από πάνω του. Τα μανιασμένα μάτια της έσταζαν αίμα. Ένα τέρας πλασμένο από τέρατα. Πίεσε τη γόβα στο λαιμό του. Τότε την κάρφωσε με ένα μεγάλο κομμάτι γυαλί. Η Domina ούρλιαξε σπαραχτικά. Την γράπωσε και την πέταξε στο πάτωμα δίπλα του. Πάλεψαν πολύ. Αίμα, πόνος και θάνατος. Το αισθησιακό της άρωμα είχε σβήσει. Τώρα έζεχνε από τη βρωμιά που είχε ποτιστεί η ψυχή της. Καθώς πάλευε για τη ζωή του, εκείνη γελούσε υστερικά. Ένιωσε να τρελαίνεται. “Είσαι άνθρωπος ή δαίμονας;”. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει.

Και τότε η Domina ξέσπασε σε λυγμούς. Εκείνος μαρμάρωσε.

Στηρίχτηκε από πάνω της. Τα στενάχωρα μάτια της συνάντησαν τα δικά του. Παράπονο. Αδιέξοδο. Πίσω τους το βίντεο είχε τελειώσει. Χιόνια που αναβόσβηναν έσπαγαν το σκοτάδι. Ο Πίτερ έβλεπε να του φανερώνεται το πληγωμένο παιδί. Θρηνούσε στα σκοτεινά χρώματα της βίας. Έφερε τα δάχτυλα στο παραμορφωμένο της πρόσωπο. Εκείνη μαζεύτηκε τρομαγμένη. Και τη χάιδεψε. Σαν να άγγιζε το πιο εύθραυστο πλάσμα του κόσμου. Της κόπηκε η ανάσα. Πέρασε το χέρι στο κεφάλι της απαλά. Εκείνη κοκκάλωσε. Δεν άντεχε τη τρυφερότητα όσο κι αν την αποζητούσε.

“Σκότωσέ με…” ψιθύρισε απεγνωσμένα.

“Όχι!” πανικοβλήθηκε “…είπα όχι!”

Τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Κόλλησε το πρόσωπό της στο δικό του. Μάτια γουρλωμένα κι απεγνωσμένα. Ένα ανθρώπινο κουφάρι που υπέφερε σε κάθε χτύπο της καρδιάς του. Ήταν τόση μεγάλη η ζημιά, τόσο αρρωστημένη η φυλακή της, που δεν υπήρχε γυρισμός. Για αυτήν θα ήταν λύτρωση.

“Σε παρακαλώ…” η φωνή της τον κομμάτιασε “…σκότωσέ με!”

Τον παρακάλεσε. Ξανά και ξανά. Κι εκείνος αντιστάθηκε… μέχρι που υπέκυψε. Για τελευταία φορά θα υπάκουε στις διαταγές της… αλλά θα τις εκτελούσε με το δικό του τρόπο. Ξεκίνησε με χάδια. Λάτρεψε και φίλησε το πρόσωπό της. Ψιθύρισε στο αυτί της πόσο λυπόταν. Ξανά και ξανά. Εκείνη αποκάλυψε την ιστορία της. Μια μαριονέτα στο θέατρο των σκιών. Διάσημα ονόματα. Τοποθεσίες πολυτελείας. Πράξεις άρρωστες κι ανήθικες με την υπογραφή των ευυπόληπτων. Ένα θύμα που έγινε θύτης για να δικαιωθεί. Κι όταν η δικαίωση έπαψε να την ικανοποιεί, εθίστηκε σε αυτήν. Τόσο που μπερδεύτηκε. Σε σημείο που χάθηκε.

Η ώρα έφτασε όταν ολοκληρώθηκε η αφήγηση. Τα μάτια τους αντάλλαξαν μια απόκοσμη λάμψη. Μια συμφωνία πριν το τέλος. Το έκανε -και ο κόσμος έχασε λίγη από την ανθρωπιά του. Όταν τελείωσε, είδε ένα δάκρυ που δεν κύλησε ποτέ. Είχε παγώσει πάνω από τις βλεφαρίδες της. Σαν τη ζωή που της είχαν κλέψει πριν καν ξεκινήσει. Τινάχτηκε από πάνω της ξεσπώντας σε κλάματα. Χτυπιόταν. Ήθελε απεγνωσμένα να φύγει αλλά είχε χάσει την έξοδο. Έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια του. Δεν υπήρχε επιστροφή. Σε καμία ζωή. Σε καμία στιγμή. Ήταν πια καταραμένος. Όπως εκείνη.

Η επόμενη νύχτα απλώθηκε μελαγχολικά πάνω από τη πόλη.

Η Λάουρα καθόταν αμίλητη στο σαλόνι. Η τηλεόραση έπαιζε χωρίς θεατή. Είχε κανονίσει να κοιμηθεί η μικρή στη γιαγιά της. Ήταν για το καλύτερο. Όμως ο Πίτερ δεν ήρθε ποτέ. Και η μοναξιά της την κατάπινε ανελέητα.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, τη τάραξε ένα χτύπημα στη πόρτα. Έτρεξε σκοντάφτοντας. Ίσως ήταν εκείνος. Μα δεν ήταν κανείς. Μόνο ένας κόκκινος φάκελος. Προορισμένος αποκλειστικά για εκείνη. Προβληματίστηκε πολύ. Τον περιεργάστηκε με προσοχή πριν τον ανοίξει. Όταν έσκισε το χαρτί, τη συνεπήρε ένα δυνατό άρωμα. Πιπερόριζα… και μια αγγελία. Μια μελανή σειρά με όμορφα, καλλιγραφικά γράμματα που ξεπερνούσε τα όρια.

“Ζητείται γυναίκα με κλειστά μάτια κι ανοιχτό στόμα για να ταπεινωθεί με ευλάβεια”

Μάργκω

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading