Ένα κομμάτι τούρτα

Έναν καλό λόγο, μια αγκαλιά, μια προσευχή, ένα σημάδι ότι όλα θα πάνε καλά. Τι χρειάζεσαι για να σου δώσει ξανά ελπίδα; Για ένα κοριτσάκι θα ήταν απλώς ένα κομμάτι τούρτα.

Η Φωτεινή εργαζόταν τρία χρόνια σε ένα ζαχαροπλαστείο στο κέντρο της πόλης που ζούσε. Πάντα είχε υπομονή με τους ανθρώπους που περνούσαν την πόρτα της δουλειάς και της ζωής της. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι περνάνε οι άλλοι, όπως της έλεγε η μαμά της από όταν ήταν πολύ μικρή. Είχε λόγο που της το έλεγε.

Η μαμά της Φωτεινής ζούσε από πολύ νέα με μια αναπηρία. Μια αρρώστια από αυτές που δεν φαίνονται, που κρύβονται στο μυαλό και κανείς δεν μπορεί να τις δει. Μόνο οι κοντινοί της άνθρωποι το γνώριζαν, εκείνοι που ζούσαν δίπλα της. Οι υπόλοιποι απλά έκαναν υποθέσεις. Ότι δεν μπορούσε να στεριώσει σε δουλειά επειδή ήταν τεμπέλα και κοιμόταν πολλές ώρες επειδή βαριόταν. Έκριναν τόσο εύκολα από αυτά που έβλεπαν. Ενώ μέσα της η γυναίκα αυτή πάλευε με την ασθένεια και τις παρενέργειες των φαρμάκων της. Ο άντρας της δεν μπόρεσε ποτέ να την καταλάβει και έφυγε όταν η Φωτεινή ήταν εφτά χρόνων.

Οι δύο τους μεγάλωσαν μαζί και πέρασαν όλα τα καλά και τα δύσκολα που έφερε η ζωή. Μπορεί η Φωτεινή να επέλεξε να μην σπουδάσει για να μείνει κοντά στην μητέρα της, μα δούλευε ασταμάτητα από τότε που τελείωσε το σχολείο. Τώρα στα 35 της, ζούσε ακόμα μαζί της. Και κάθε μέρα κατάφερνε να βλέπει τους ανθρώπους σαν ακτινογραφίες, όχι μόνο αυτό που φαίνεται από έξω, αλλά και αυτό που κρύβεται μέσα τους. Αυτή η ικανότητα που είχε αναπτύξει, έκανε την ζωή της όχι μόνο πιο εύκολη, αλλά και πιο όμορφη. Γιατί όταν δεν κρίνεις, η καρδιά δεν γεμίζει κακές σκέψεις. Είναι ήρεμη. Είναι γαλήνια. Είναι ελεύθερη.

Η Φωτεινή ήθελε να βλέπει με αγάπη τα πάντα γύρω της. Ακόμα κι όταν εκείνος ο μεσήλικας έβγαλε όλα τα νεύρα πάνω της γιατί ο καφές του δεν ήταν όπως τον ήθελε. Εκείνη του χαμογέλασε και αυτός ντράπηκε. Ακόμα και όταν εκείνα τα πιτσιρίκια την κορόιδεψαν και αυτή έκανε ότι δεν άκουγε τα χαχανητά τους. Σταμάτησαν τα γέλια όταν είδαν ότι δεν έπιαναν τόπο τα πειράγματά τους. Ακόμα κι όταν κάποιοι συνάδελφοι δεν πήραν το μέρος της και την άφησαν ξεκρέμαστη. Τους κακοφάνηκε που πήρε την ευθύνη χωρίς να διαμαρτυρηθεί. Σε κάποιους ανθρώπους έχει αποτέλεσμα αυτή η τακτική, σε κάποιους άλλους όχι. Αλλά δεν την ένοιαζε τι επιλογές έκαναν αυτοί μα τι διάλεγε η ίδια.

Προτιμούσε να εστιάζει στο χαμόγελο του παιδιού που έπιανε με λαχτάρα το κρουασάν που του έδινε. Στον παππού που πάντα έπαιρνε δύο προφιτερόλ, γιατί ήταν τα αγαπημένα της γυναίκας του. Στον νεαρό που επιτέλους βρήκε το θάρρος να πάρει το κέικ σε σχήμα καρδιάς για την κοπέλα που του άρεσε. Στην μαμά που χρειαζόταν μεγάλη κούπα καφέ για να ανταπεξέλθει σε μια δύσκολη μέρα. Στον άντρα που ζητούσε να γράψει ένα σημείωμα πάνω στην κούτα με τα γλυκά που έπαιρνε για την γυναίκα του μια φορά το μήνα στις δύσκολες μέρες. Στον άντρα που από την πρώτη φορά που πήγε εκεί και την είδε, δεν σταμάτησε να πηγαίνει κάθε μέρα. Κάπως έτσι γνώρισε τον Γιάννη. Κάπως έτσι ξεκίνησε ο έρωτάς τους. Ήρθε απλά και φυσικά και εξελίχτηκε αβίαστα σαν αυτούς τους έρωτες που πρέπει να συναντηθούν. Που πρέπει να είναι μαζί.

Η δύσκολη απόφαση ήταν όταν του μίλησε για την ασθένεια της μαμά της. Δεν μπορούσε να του απαιτήσει να βαδίσει αυτό το μονοπάτι μαζί της, μα ούτε και να του κρύψει ότι πάντα στα βήματά τους θα ήταν και εκείνη μαζί τους. Μπορούσε μόνο να βασιστεί στην καρδιά του, πως ό,τι του έλεγε αυτός θα το έκανε. Και η καρδιά του ήταν δική της. Έτσι της κράτησε το χέρι και της υποσχέθηκε ότι θα περάσει την ζωή του με όσα φέρει στην πορεία μόνο μαζί της.

Έτσι πέρασαν δέκα χρόνια. Μέσα σε αυτά τα χρόνια καλωσόρισε την κόρη της και αποχαιρέτησε την μαμά της. Ο άντρας της, βράχος δίπλα της δεν την άφησε ποτέ να πέσει. Και έτσι πορεύτηκε η Φωτεινή στην ζωή της με αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα. Να αγαπάει.

Έκλεινε τα 46 και είχε ήδη βάλει στην άκρη την τούρτα της. Θα την έπαιρνε στο σχόλασμα μαζί για να την σβήσουν στο σπίτι με τον άντρα και την κόρη της. Ο κόσμος λιγοστός πια και επικρατούσε ησυχία. Ίσως και να σχολούσε νωρίτερα, σκεφτόταν, για να περάσει περισσότερη ώρα μαζί τους σήμερα. Είδε μια γυναίκα να μπαίνει μέσα κρατώντας την κόρη της από το χέρι. Ζήτησε έναν χυμό και μια πάστα. Έκατσαν έξω. Άκουσε τις υπόλοιπες κοπέλες να δυσανασχετούν που λίγο πριν το κλείσιμο μπήκαν πελάτες. Έπιασε τα δύο μπουκάλια νερό που ξέχασαν στο ταμείο και πήγε έξω να τα αφήσει στο τραπέζι τους.

«Σου αρέσει το γλυκό;» ρώτησε την μικρή και άφησε τα μπουκάλια τους.

«Ναι», απάντησε μπουκωμένη η μικρή και η Φωτεινή της χαμογέλασε φεύγοντας.

«Χρόνια πολλά, μωρό μου. Συγγνώμη που δεν μπορώ να κάνω κάτι περισσότερο», άκουσε την μητέρα να απολογείται.

«Προλάβαμε όμως, είδες;»

«Ναι, τουλάχιστον προλάβαμε και δεν είχαν κλείσει. Φάε γρήγορα, ε; Να μην τους καθυστερήσουμε. Όμως θα ήθελα κάτι παραπάνω…»

«Μαμά…» μουρμούρισε η μικρή. «Μου αρέσει η πάστα μου».

«Δεν είναι τούρτα όμως».

«Δεν με νοιάζει, μαμά».

«Σίγουρα; Μήπως το λες για να μην στεναχωρηθώ;»

«Είσαι ήδη λυπημένη. Και δεν θέλω να σε βλέπω να κλαις».

«Θέλω να τα καταφέρω αυτή τη φορά. Να στεριώσω στην δουλειά. Να μπορώ να…»

«Μαμά… Όλα θα πάνε καλά. Έχουμε η μία την άλλη. Έτσι δεν λες;»

«Σωστά. Πώς μπόρεσα να το ξεχάσω;» σκούπισε τα μάτια της η μαμά και χάιδεψε το χέρι της μικρής.

Το βράδυ που γύρισε σπίτι η Φωτεινή, ο άντρας της καθόταν στον καναπέ και έβλεπε ταινία με την κόρη τους που είχε αποκοιμηθεί πάνω του.

«Συγγνώμη, που άργησα», ψιθύρισε και άφησε το κουτί με την τούρτα πάνω στο τραπέζι.

«Δεν πειράζει, αγάπη μου. Να την ξυπνήσουμε;»

«Ναι», πήγε από πάνω της και την σκούντησε απαλά. «Μωρό μου, ήρθε η μαμά. Ξύπνα να σβήσουμε την τούρτα», είπε χαμηλόφωνα.

Η μικρή μόλις άκουσε την λέξη τούρτα, άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Φίλησε την μαμά της και πήρε θέση να δει την τούρτα. Μόλις η Φωτεινή άνοιξε το κουτί παραξενεύτηκαν.

«Λείπει ένα κομμάτι από την τούρτα, μαμά».

«Το ξέρω, αγάπη μου».

«Πού είναι;»

«Το έδωσα σε ένα κοριτσάκι που είχε γενέθλια και αυτό σήμερα».

«Ααααα. Γιατί δεν είχε να αγοράσει δική της;»

«Ακριβώς! Δεν πειράζει σωστά;»

«Καλά έκανες, μαμά. Θα χάρηκε πολύ!»

«Είναι ωραία τούρτα», γέλασε ο μπαμπάς της. «Και θυμάσαι τι έλεγε η γιαγιά σου. Πάντα να βοηθάς γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι περνά ο άλλος».

«Δεν το ξεχνώ ποτέ! Άντε, μαμά, κάνε μια ευχή!»

Εκείνη τη στιγμή, η Φωτεινή έκλεισε τα μάτια και έσβησε όλα τα κεριά. Τα άνοιξε και κοίταξε την οικογένειά της. Κοίταξε και το κομμάτι της τούρτας που έλειπε. Μακάρι κάποιος να το είχε κάνει αυτό και για την δική της μαμά. Μα όπως πάντα έβλεπε πρώτα τις δικές της επιλογές.

Ευχή δεν έκανε, γιατί δεν είχε άλλες. Δεν είχε κάτι άλλο να ζητήσει. Τα είχε όλα μπροστά της και μέσα στην καρδιά της.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading