Μη με ψάχνεις ούτε στο παρελθόν ούτε στο παρόν. Επειδή δεν υπάρχω, δεν θα με βρεις

Στεκόταν απέναντί του, με το βλέμμα γεμάτο με μία ελπίδα που έσβηνε σιγά σιγά, όπως η φλόγα ενός κεριού σε ένα δωμάτιο χωρίς αέρα. Ο Μάξιμος την κοίταξε σκληρά – το παρελθόν, αν τολμούσε κανείς να το αγγίξει, μπορούσε να τους καταστρέψει. Κι εκείνος δεν είχε καμία διάθεση να καταστραφεί ξανά.

«Μην προσπαθήσεις να μου θυμίσεις το παρελθόν», της είπε με φωνή κοφτερή σαν λεπίδα. «Θα σε ισοπεδώσει. Ό,τι κι αν σκέφτηκε η φίλη σου, ήταν λάθος. Αν ήξερα ότι ήσουν εδώ, δεν θα ερχόμουν».

Εκείνη προσπάθησε να κρατήσει σταθερή τη φωνή της, μα τα λόγια της έμοιαζαν ήδη θρυμματισμένα. Δεν ήθελε μίσος. Δεν άντεχε να είναι κάποια που δεν θα μπορούσε να αντέξει ούτε λεπτό. Ήθελε απλώς να του θυμίσει ποιοι ήταν κάποτε. Να τον φέρει έστω για μία στιγμή πίσω. Όμως ο Μάξιμος δεν άκουγε πια.

«Φτάνει Σινιορίνα! Σε μία γυναίκα όπως εσύ, δεν ταιριάζει να επιμένει».
Το βλέμμα της μαλάκωσε, σα να ήθελε να του πει πώς δεν ήταν επιμονή, αλλά ανάγκη. «Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο», απάντησε. Εκείνος με βλέμμα ειρωνικό της είπε: «Ποιο πράγμα θέλεις να μου εξηγήσεις; Τι να μου εξηγήσεις; Δεν συζητήσαμε τότε εκείνα που έπρεπε να πούμε; Λέγε, δεν τα είπαμε; Υπάρχουν πράγματα που αφορούν το παρελθόν που πρέπει να ξέρω;».

Σιώπησε για λίγο. Οι λέξεις ένα κουβάρι στο στόμα της.
«Ταλαντεύομαι», είπε τελικά, «μάλλον είναι πολύ βαρύ».
Ο Μάξιμος έκανε ένα βήμα πίσω, με το βλέμμα να κοιτάει προς τη θάλασσα.
Σα να ήθελε να απομακρυνθεί από καθετί ανθρώπινο. «Τότε κάθισε και περίμενε να τελειώσει το ταξίδι, όπως εγώ. Μην παίζεις με το παρελθόν».

Ένα σιωπηλό δάκρυ γέμισε τα μάτια της. Η καρδιά της χτυπούσε σε έναν ρυθμό που μόνο η απώλεια μπορούσε να καταλάβει. «Τι έπαθες Μάξιμε; Πώς μεταμορφώθηκες έτσι; Η καρδιά σου έγινε πέτρα!». Εκείνος γύρισε και την κοίταξε κατάματα. «Εγώ είμαι ακόμα ο ίδιος. Εσύ είσαι που με μία πέτρα (μονόπετρο) η καρδιά σου έγινε πέτρα, όχι εγώ». Το βλέμμα του διαπέρασε το είναι της. «Σκέφτεσαι τι ψέμα θα πεις; Μην αφήνεις το αγόρι σου να ανησυχεί. Απάντησε στο τηλέφωνο».

Το κινητό της χτυπούσε ασταμάτητα στο κάθισμα του καραβιού. Ήταν εκείνος. Το νέο της παρόν. Ή μήπως το άλλοθί της; «Εσύ μου το λες αυτό;», είπε με θυμό. «Εσύ που έκανες χιλιόμετρα για μένα απ’ την Ευρώπη για να ‘ρθεις Θεσσαλονίκη; Εσύ που μπήκες στο σπίτι μου σαν ξένος; Που έγινες φίλος με το αγόρι μου;». Ο Μάξιμος χαμογέλασε πικρά. «Δεν κρύβω τίποτα από το αγόρι σου. Αν με ρωτούσε, θα του έλεγα ότι ζήσαμε κάτι απλό στο παρελθόν με τη κοπέλα του».

Τα μάτια της γέμισαν με οργή. «Πόσο φτηνά τα έχεις κάνει όλα…». Εκείνος της είπε «Σου αρέσουν τα ακριβά; Ακόμα και οι αναμνήσεις σου έχουν τιμή». Τα λόγια του έπεφταν βαριά αμετάκλητα. «Μάξιμε, αυτή τη στιγμή, τι διαφορά έχεις με το αγόρι μου; Πες μου. Άκου τι λες, λεφτά, δύναμη, εξουσία. Έχεις τυφλωθεί μ’ αυτά». Εκείνος αδιάφορα της είπε: «Εγώ, δεν έχω τις ίδιες αξίες με εσάς». «Εσύ δεν ξέρεις τίποτα για κάποιους σαν εμάς. Ούτε για μένα».
Ο Μάξιμος έσφιξε τα χείλη του. «Κι ούτε θέλω να μάθω».

Σήκωσε το χέρι του, δείχνοντας τον καρπό του. «Κοίτα το χέρι μου. Το σημάδι έσβησε. Ό,τι είχε σχέση με εσένα, ήτανε τραύμα. Αυτό έκλεισε και τέλειωσε. Δεν είμαστε ένα πια εμείς. Ούτε μπορούμε να γίνουμε. Όταν έφυγες, χάλασες την ισορροπία. Πήρες μαζί σου και την Δέσποινα. Κατέστρεψες και τον Μάξιμο».
Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, τελευταία φορά. «Και μη με ψάχνεις ούτε στο παρελθόν, ούτε στο παρόν. Επειδή δεν υπάρχω, δεν θα με βρεις». Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του.

Και εκείνη, για πρώτη φορά, ένιωσε τι σημαίνει να χάνεις κάτι που δεν μπορείς ούτε να το διεκδικήσεις, αλλά ούτε να το σώσεις.

Max Mcgrath

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading