Ένα ακόμα, συνηθισμένο, πρωινό τσαγκαροδευτέρας. Ίσα που έβλεπε μπροστά της από την βαριά διάθεση, μετά από το Σαββατοκύριακο της χαλάρωσης. Ούτε κατάλαβε πώς πήρε διαφορετικό στενό από κείνο που συνήθως πήγαινε στη δουλειά της. Άναψε δεξί φλας, γύρισε το κεφάλι αριστερά να ελέγξει τον δρόμο και γυρνώντας το δεξιά, τα μάτια άνοιξαν αυτόματα διάπλατα, το τιμόνι ξέφυγε από τα χέρια, το αμάξι ανέβηκε στο κράσπεδο, η καρδιά χτυπούσε δυνατά, η ανάσα κόπηκε αρχικά κι έπειτα απέκτησε ένα γρήγορο ρυθμό, το μυαλό δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε δει μόλις τώρα. Πόσα χρόνια είχε να τον δει! Και τι δουλειά είχε εκείνος στη γειτονιά της; Μακάρι να μπορούσε να αφήσει πάνω στη γωνία το αυτοκίνητο και να τρέξει, να τον αγκαλιάσει, να του μιλήσει, να του πει όσα δεν τόλμησε ποτέ κι άφησε τόσο χρόνο να περάσει έχοντας ένα μόνιμο απωθημένο κι εκείνο το αιώνιο “τι θα γινόταν αν”. Από τον καθρέφτη τον είδε να γυρίζει το κεφάλι του προς τα πίσω. ” Με είδε; Με κατάλαβε; Γιατί γύρισε το κεφάλι του πίσω;”, αναρωτιόταν αναστατωμένη και πια τον έχασε από το οπτικό της πεδίο.
Καθώς έκανε με τα πόδια, τη συνηθισμένη διαδρομή προς τη δουλειά του, αφού δεν προτιμούσε το αυτοκίνητο, περνώντας τον κεντρικό, στη διασταύρωση, του φάνηκε ότι την είδε να οδηγεί. Μπας και το φαντάστηκε; Ζούσε πάλι στη Θεσσαλονίκη; Και τι έκανε στη γειτονιά του τόσο πρωί; Ποτέ δεν έπαψε να είναι το απωθημένο του. Τότε, εκείνο το διάστημα που βρέθηκαν στην ίδια θεατρική ομάδα, δεν τόλμησε να της δείξει τι ένιωσε από την πρώτη στιγμή που την είδε. Ήταν όλα εναντίον του! Και τώρα, τόσα χρόνια μετά, τον κοιτούσε; Τον κατάλαβε; Θα ορκιζόταν ότι τον κοίταξε επίμονα.
Ο Αχιλλέας ήταν στη θεατρική ομάδα από δεκαέξι χρονών. Το διάβασμα δεν ήταν ποτέ αγαπημένη του συνήθεια, ίσα που περνούσε τις τάξεις. Το θέατρο όμως, ήταν ο τρόπος να εκφράζεται, ο τρόπος να επικοινωνεί, να αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Βοηθούσε στα σκηνικά, στην οργάνωση, στην καθαριότητα, όπου χρειαζόταν. Η Μαρία, ιδιοκτήτρια του ισογείου, ιδρύτρια και σκηνοθέτης της ομάδας, τον είχε ξεχωρίσει αμέσως, τον έκανε άτυπα το δεξί της χέρι, βλέποντας την λατρεία που έτρεφε για την ομάδα, τις παραστάσεις, την υποκριτική και την ίδια. Της είχε αδυναμία, αφού είχε την ηλικία της μαμάς του και ήταν ιδιαίτερα προστατευτική και δοτική κι εκείνη. Τον πείραζε ότι τον ήθελε για γαμπρό της, αφού η κόρη της ήταν περίπου στην ηλικία του.
Η Κλειώ ενσωματώθηκε στην θεατρική ομάδα, το καλοκαίρι που την χώρισε ο σύντροφος της. Ήταν μαζί τρία χρόνια, μοιραζόντουσαν την αγάπη τους για την σχολή που σπούδαζαν, την χημεία, την έρευνα που ονειρεύονταν να ασχοληθούν και το σπίτι, αφού τον τελευταίο χρόνο, είχε αφήσει τον συγκάτοικό του και μετακόμισε στο δικό της. Η ζωή της κυλούσε ήρεμα, τα είχε όλα, μέχρι εκείνο το βράδυ που όλα άλλαξαν. Γύρισε από το babysitting που έκανε περιστασιακά για το χαρτζιλίκι της και τον είδε να μαζεύει τα ρούχα του.
– Μωρό μου, τι κάνεις;
– Φεύγω Κλειώ.
– Φεύγεις; Πού πας;
– Δεν χρειάζονται μελοδραματισμοί. Είμαι αλλού. Δεν θέλω να σε κοροϊδεύω.
– Μωρό μου τι συμβαίνει; Τι λες;
– Μπορούμε να μείνουμε φίλοι. Θα βλεπόμαστε στην εξεταστική έτσι κι αλλιώς.
Πήρε τον σάκο του κι έφυγε, χωρίς άλλη κουβέντα. Δεν του το έκανε πιο δύσκολο. Έπνιξε το “γιατί” που την έκαιγε κι έμεινε μόνη με τα δάκρυά της. Στην εξεταστική δεν της χάρισε ούτε ένα βλέμμα κι ας το αναζητούσε η Κλειώ. Λίγο καιρό μετά έμαθε ότι ήταν ζευγάρι με μια πρωτοετή. Έψαχνε διέξοδο και τότε μια συμφοιτήτριά της, της είπε για την θεατρική ομάδα που ήταν εκείνη μέλος και σκόπευαν να ανεβάσουν την Ιουλιέτα. Δεν το σκέφτηκε πολύ, δέχτηκε.
Την ημέρα που τη σύστησε στα υπόλοιπα παιδιά, ο Αχιλλέας ερωτεύτηκε για πρώτη φορά. Ήταν δεκαεπτά χρονών και η Κλειώ είκοσι τριών. Εκείνο το μελαγχολικό της βλέμμα, τρύπωσε κατευθείαν στη καρδιά του, το χαμόγελό της που έκρυβε θλίψη, χαράχτηκε στη ψυχή του. Στη χειραψία τους ένιωσε το σώμα του να ξυπνά. Δεν φανέρωσε τίποτα.
Τρεις φορές την εβδομάδα ήταν οι προγραμματισμένες συναντήσεις των μελών. Ζούσε για κείνα τα απογεύματα. Η Μαρία το κατάλαβε αμέσως, τον ήξερε πια καλά. Λίγο καιρό μετά, καθώς όλοι μαζί βοηθούσαν στην κατασκευή των σκηνικών, έβαφε κάτι που κρατούσε σταθερά ο προστατευόμενός της.
– Τι θα λέγατε να δοκιμάσουν ο Αχιλλέας και η Κλειώ για το πρωταγωνιστικό ζευγάρι;
Η Κλειώ σάστισε, ο Αχιλλέας έμεινε χωρίς ανάσα.
– Μα εγώ είμαι πολύ καινούργια! Δεν ξέρω καν αν μπορώ να παίξω κάποιο ρόλο, πόσο μάλλον αυτόν της Ιουλιέτας.
– Νομίζω ότι ταιριάζετε πολύ εμφανισιακά. Η ηλικία σας είναι κοντά, ίδιο ύψος, είστε κουκλιά και οι δύο. Νομίζω θα είστε υπέροχοι μαζί.
– Μαρία, στο περσινό έργο είχα ένα μικρό πέρασμα. Δεν νομίζω να μπορώ να πρωταγωνιστήσω.
– Εσύ είσαι γεννημένος πρωταγωνιστής παιδί μου, του είπε και του έκλεισε το μάτι. Τι λέτε οι υπόλοιποι;
Τον Αχιλλέα τον συμπαθούσαν όλοι. Ήταν ο πιτσιρικάς της παρέας, όλοι οι άλλοι ήταν τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτεροί του. Ήταν πάντα υποστηρικτικός και δίπλα σε όλους, από το να τους κρατάει τις ατάκες, να τους βοηθάει με τα κοστούμια να ντυθούν, να τους χειροκροτεί, να τους θαυμάζει. Φώναζαν ρυθμικά το όνομά του και του έκαναν ξεκάθαρο πως τον ήθελαν για Ρωμαίο. Το ίδιο υποστήριξαν και την Κλειώ κι ας μην την ήξεραν καλά. Ήταν ένα ευγενικό και ήσυχο κορίτσι που τους κέρδισε αμέσως. Άλλωστε για να το προτείνει η σκηνοθέτης της παρέας, κάτι παραπάνω ήξερε.
Οι πρόβες άρχισαν. Ο Αχιλλέας την έβλεπε κι έλιωνε. Ο ρόλος του Ρωμαίου του ταίριαζε γάντι. Κάθε λέξη, κάθε άγγιγμα, έβγαιναν φυσικά μέσα από την ψυχή του.
“- Κοίτα πως ακουμπάει το μάγουλο στο χέρι της! Ω, να’ μουν γάντι στο χεράκι αυτό, για ν’ άγγιζα το μάγουλό της!
– Αλί μου.
– Μιλάει. Ω, μίλα πάλι, ολόφωτε άγγελε γιατ’ είσαι δόξα λαμπρή της νύχτας πάνω απ’ το κεφάλι μου.
………
Τι ‘ν’ τούτο εδώ; Γυαλί στο χέρι του καλού μου! Ήταν φαρμάκι βλέπω το άκαιρο του τέλος. Το’ πιες όλο σκληρέ! Δεν άφηνες σα φίλος μια στάλα για να Μ’ έφερνε κοντά σου! Θα φιλήσω τα χείλια σου: ίσως έχει ακόμα εφτού σταθεί λίγο φαρμάκι, να με γλυκοθανατώσει. Τα χείλια σου ζεστά ‘ναι ακόμα. Έρχονται κι ας βιαστώ. Λεπίδι τυχερό μου! Εδώ ‘ ναι το θηκάρι σου. Αναπάψου εφτού κι άσε με να πεθάνω”.
Πόσες φορές τις ίδιες σκηνές. Πόσο καρδιοχτύπι όταν τα χείλη της ακουμπούσαν τα δικά του. Όταν ο θάνατός της απαιτούσε να πέφτει πάνω του. Κοκκίνιζαν τα μάγουλά του, ένιωθε ότι δεν έφτανε ο ρόλος να τον κάνει να κρύψει τα αισθήματά του, μα ούτε είχε το θάρρος να τα εκφράσει. Κρυβόταν πίσω από τον Ρωμαίο. Έβλεπε παντού εμπόδια. Ήταν μεγαλύτερη, σε λίγους μήνες ορκιζόταν, έπαιρνε πτυχίο και θα έφευγε στον τόπο της κι εκείνος, μαθητής ακόμα, μπροστά του είχε το φανταριλίκι και μετά θα δούλευε στο φούρνο του θείου του. Με τι προσόντα να την πολιορκούσε; Τι σημασία είχε να της πει πώς ένιωθε αφού δεν είχε καμία ελπίδα μαζί της;
Για την Κλειώ δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Άλλωστε υπέφερε ακόμα για τον πρώην της και τον τρόπο που την παράτησε. Σύντομα όμως την κέρδισε, τον ερωτεύτηκε κι ας φοβόταν την σύγκριση μεταξύ των δύο αντρών. Ο τρόπος που μιλούσε, που φερόταν σε όλους, η ευγένειά του, η ευαισθησία του, δεν άφησαν κανένα περιθώριο δισταγμού. Ένα τόσο νεαρό παιδί με συμπεριφορά ώριμου άντρα. Άρχισε να της γίνεται απαραίτητη η παρουσία του, μα δεν επέτρεψε να φανεί τίποτα. Τον περνούσε έξι χρόνια. “Θα με μπουζουργιάσουν για αποπλάνηση ανηλίκου” σκεφτόταν και γελούσε με πίκρα.
Η παράσταση είχε μεγάλη επιτυχία. Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα έζησαν τον θεατρικό τους έρωτα στη σκηνή για έξι παραστάσεις και έθαψαν τον αληθινό, εκείνον που σπαρταρούσε μέσα τους, αλλά και οι δύο δεν άφηναν να εκδηλωθεί. Η Κλειώ πήρε πτυχίο, τους αποχαιρέτησε όλους και γύρισε στην Φλώρινα, στους δικούς της. Ο Αχιλλέας κράτησε φυλαχτό την τελευταία τους συνάντηση, την αποχαιρετιστήρια, τα φιλιά στα μάγουλα, την αγκαλιά, το χτύπημα στη πλάτη, το “δεν χανόμαστε”. Χάθηκαν τελικά κι ας είπαν ότι θα ανταλλάσσουν μηνύματα.
Κανένας δεν έκανε το πρώτο βήμα, κανένας δεν τόλμησε. Η Κλειώ βρήκε δουλειά σε ένα ξενοδοχείο και τα όνειρά της γύρω από την επιστήμη της πήραν αναβολή επ αόριστον. Έκανε καιρό να προσαρμοστεί στη ζωή στα πάτρια εδάφη, με μια δουλειά που μισούσε. Για αρκετό διάστημα ήταν κλεισμένη στον εαυτό της. Γνώρισε τον Σάκη και χωρίς να νιώθει ούτε στο μισό από όσα ακόμα έκρυβε για τον Αχιλλέα, έγιναν ζευγάρι. Ο κατά έξι χρόνια μικρότερός της, πίσω στη Θεσσαλονίκη, συνέχιζε να δίνει όλο του τον εαυτό σε πρόβες και ετοιμασίες παραστάσεων. Μια νέα κοπέλα, στην ηλικία του, που εντάχθηκε στην ομάδα, τον πολιορκούσε στενά. Προσπάθησε πολλές φορές να την αποφύγει ευγενικά. Ο επιμένων όμως νικά. Από την πρώτη στιγμή της φανέρωσε ότι το μυαλό και η καρδιά του ήταν δοσμένα αλλού. Η Λένα πήρε το ρίσκο γιατί ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του.
Οι άνθρωποι δυστυχώς αφήνουμε τον χρόνο να φεύγει. Έτσι συμβιβάστηκε ο Αχιλλέας σε ένα δεσμό που δεν του παρείχε τίποτα άλλο πέρα από ηρεμία. Δεν ζητούσε πολλά η Λένα. Της αρκούσε που ήταν δικός της κι ας ήξερε ότι η καρδιά του δεν της ανήκε. Με τον ίδιο τρόπο συμβιβάστηκε και η Κλειώ σε μια ζωή που την έπνιγε.
Πρώτη φορά, μετά από μια ολόκληρη σχολική χρονιά στο λύκειο που διορίστηκε, που δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Το μυαλό της έτρεχε στη διασταύρωση που τον πέτυχε οδηγώντας. Γυρνώντας το μεσημέρι, ακολούθησε την πρωινή διαδρομή, μήπως και φανεί πάλι τυχερή. Μάταια. Έσπρωχνε τη νύχτα, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Το επόμενο πρωί, έκανε ακριβώς τις ίδιες κινήσεις, ελπίζοντας. Λίγα μέτρα πριν την διασταύρωση, τον είδε να κατηφορίζει ακριβώς απέναντί της. Άναψε αλάρμ, βγήκε από το αμάξι, τον κοιτούσε και χαμογελούσε. Ο Αχιλλέας επιτάχυνε χωρίς να μπορεί να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Λίγο πριν την πλησιάσει, άνοιξε τα χέρια του και φώναξε ” Κλειώ!”. Αγκαλιάστηκαν κι έμειναν έτσι κάποια δευτερόλεπτα. Ο ένας ρουφούσε το άρωμα του άλλου.
– Πόσα χρόνια πέρασαν!
– Επτά, μα εσύ είσαι ίδια! Δεν πέρασε ο χρόνος από πάνω σου!
– Είμαι μια τριαντάρα πια!
– Φαίνεσαι δεκαοχτώ όμως!
– Ψέματα!
– Για πες, επέστρεψες Θεσσαλονίκη;
– Διορίστηκα στο 3ο λύκειο εδώ κοντά.
– Τέλεια! Διδάσκεις την μεγάλη σου αγάπη δηλαδή, την χημεία!
– Επιτέλους ναι!, απάντησε η Κλειώ, κοιτώντας την ώρα, ενώ δεν ήθελε να φύγει μακριά του.
– Πρέπει να φύγεις, καταλαβαίνω.
– Ναι, έχω πρώτη ώρα.
– Θα χαρώ πολύ να πιούμε έναν καφέ, να τα πούμε Ιουλιέτα μου!
Η Κλειώ έλιωσε. Έμεινε να τον κοιτάζει. Πόσο της είχε λείψει η φωνή του, το χαμόγελό του…
– Σημείωσε το κινητό μου.
– Αν δεν έχεις αλλάξει νούμερο, το έχω.
– Δεν έστειλες όμως τόσα χρόνια ένα μήνυμα.
Χαμήλωσε το κεφάλι ο Αχιλλέας.
– Θα στείλω, να κανονίσουμε.
Αυτή τη φορά δεν άφησε τον χρόνο να κυλήσει. Κανόνισαν την επόμενη μέρα κιόλας.
Ο Αχιλλέας της είπε ότι είναι σε σχέση με τη Λένα, ότι συγκατοικούσαν και γι’ αυτό βρέθηκε σε αυτή τη γειτονιά, ότι συνεχίζουν τις παραστάσεις στην θεατρική ομάδα. Το μόνο που δεν της είπε ήταν ότι επτά χρόνια τώρα δεν έπαψε στιγμή να τη σκέφτεται.
Η Κλειώ του είπε ότι είχε μια πολυετή σχέση που έληξε λίγες μέρες πριν, στις διακοπές του Πάσχα, όταν πήγε στη Φλώρινα. Του είπε ότι έφταιγε η απόσταση. Το μόνο που δεν του είπε ήταν ότι επτά χρόνια τώρα δεν έπαψε στιγμή να τον σκέφτεται. Κανόνισαν να ξαναβρεθούν.
Η μία φορά έγιναν δύο, τρεις, πολλές. Απολάμβαναν ο ένας την παρέα του άλλου. Τα μάτια τους έλεγαν όσα δεν τολμούσαν οι λέξεις. Ένα βράδυ κρατούσε δύο εισιτήρια από τον κινηματογράφο της περιοχής τους, που κάποια βράδια είχε αφιερώματα, προβολές παλιών ταινιών. Η Ολίβια Χάσεϊ ως Ιουλιέτα και ο Λέοναρντ Γουάτινγκ ως Ρωμαίος, τους θύμισαν την παράσταση που πριν χρόνια τους έφερε κοντά. Το χέρι του έψαξε το δικό της στο ημισκόταδο. Δεν γύρισε κανείς το κεφάλι του. Δεν κοιτάχτηκαν στα μάτια. Άφησαν την αφή να τα πει όλα. Τα δάχτυλά τους μπλεγμένα σφιχτά, προκαλούσαν αναστάτωση και στους δύο. Κάποιες στιγμές μετά, έγειρε το κεφάλι του και της ψιθύρισε “αν δεν σε φιλήσω τώρα, θα σταματήσει η καρδιά μου”. Αργά, γύρισε προς το μέρος του, του απάντησε “αν δεν με φιλήσεις τώρα θα σταματήσει η καρδιά μου” και τα χείλη τους ενώθηκαν.
– Ιουλιέτα μου!
– Ρωμαίο μου!
Όταν την συνόδευσε στο σπίτι, του ζήτησε να ανέβει επάνω. Τα δάχτυλά του απαλά άγγιζαν τα χείλη της, τον λαιμό της, το στήθος της. Ανατρίχιαζε σύγκορμη, είχε τον πλήρη έλεγχο του μυαλού και του σώματός της. Με βογγητά, σπασμούς στο σώμα και κομμένη ανάσα, έμεινε γυμνή πάνω του κι εκείνος, την τύλιξε με τα χέρια του. Κάποια δευτερόλεπτα μετά, σήκωσε τον κορμό της, στηρίχτηκε στο στέρνο του με τις παλάμες της ενώ τα σώματά τους ήταν ακόμα ενωμένα και του εξομολογήθηκε ότι ήταν σα να έκανε έρωτα για πρώτη φορά. Κανένας άντρας μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε καταφέρει να την κάνει να νιώσει αυτή την ανατριχίλα, την έξαψη. Ο Αχιλλέας άδραξε την στιγμή.
– Επτά χρόνια που ήσουν μακριά μου αλλά και τους μήνες που τότε μοιραστήκαμε στη θεατρική ομάδα, αυτήν εδώ τη στιγμή ονειρευόμουν.
– Τι θέλεις να πεις;
– Θέλω να πω πως από την πρώτη μας χειραψία, από την πρώτη μας ματιά, η καρδιά μου χτυπάει για σένα. Τα θεατρικά φιλιά μας ήταν τυράννια και όαση ταυτόχρονα. Σε φιλούσα, σε άγγιζα και δεν σε είχα.
Η Κλειώ τον κοιτούσε δακρυσμένη.
– Γιατί δεν μου το είπες ποτέ; Ξέρεις πόσα χρόνια θα γλυτώναμε;
– Θα γλυτώναμε;
– Ναι βρε χαζομικρούλη. Αφού έτσι ένιωθα κι εγώ.
Τα κορμιά τους απέδειξαν πολύ γρήγορα, για μία ακόμα φορά, αυτό που ένιωθαν.
Την επόμενη κιόλας μέρα ο Αχιλλέας χώρισε με τη Λένα και μετέφερε τα πράγματά του στο σπίτι της αγαπημένης του. Ορκίστηκαν να μην αφήσουν άλλο χρόνο. Ορκίστηκαν να αξιοποιήσουν την ευλογία της δεύτερης ευκαιρίας που τους δόθηκε, από μια τυχαία στιγμή που βρέθηκαν και οι δύο την κατάλληλη ώρα στην κατάλληλη θέση.
Αν η ευτυχία είχε πρόσωπο, τότε θα ήταν αυτά του Αχιλλέα και της Κλειώς. Ο χρόνος απέκτησε νόημα. Μόνο οι ώρες εργασίας τους χώριζαν. Η ζωή τους, μετατράπηκε σε κινηματογραφική, ρομαντική ταινία. Μαγείρευαν μαζί, μετατρέποντας την κουζίνα σε τοπίο στην ομίχλη, πετώντας αλεύρι ο ένας στον άλλον, αδιαφορώντας για τον χαμό που προκαλούσαν. Τα γέλια από τον αλευροπόλεμο και τα αλευρωμένα φιλιά, γέμιζαν χαρά τις ψυχές τους. Στο άσπρο, πάτωμα, τα ιδρωμένα κορμιά τους, άφηναν τα ίχνη του έρωτά τους.
Πήγαιναν βόλτες με τα ποδήλατα, έκαναν πεζοπορίες, έπαιρναν το αυτοκίνητο χωρίς να έχουν συγκεκριμένο προορισμό. Στο πορτ μπαγάζ είχαν πάντα τα sleeping bags τους και απολάμβαναν στη φύση την ανατολή και την δύση του ηλίου. Εκεί, με μάρτυρες τα αστέρια και το φεγγάρι, έδιναν όρκους αιώνιας αγάπης και ο παθιασμένος έρωτάς τους, επισφράγιζε τα λόγια τους.
Ένα χρόνο μετά, στην επέτειο σχέσης τους, ο Αχιλλέας οργάνωσε ένα ρομαντικό δείπνο. Κανόνισε με την κολλητή της Κλειώς να βρει μια δικαιολογία ώστε να την βγάλει από το σπίτι, για να μπορέσει εκείνος να διακοσμήσει το χώρο όπως ήθελε. Η φίλη της, εξέπεμψε ψεύτικο συναγερμό έκτακτης ανάγκης και η Κλειώ, που ήταν πάντα πρόθυμη για βοήθεια την ακολούθησε. Ο Αχιλλέας γέμισε το πάτωμα πέταλα από κόκκινα τριαντάφυλλα, τα βάζα επίσης με μπουκέτα μεγάλα, το τραπέζι είχε σαμπάνια με φράουλες και αναμμένα κεριά. Το cd έπαιζε σε επανάληψη το αγαπημένο τους τραγούδι. “Ανάσα μου η ανάσα σου αστέρι μου. Δώς μου δροσιά τη δίψα μου να σβήσω. Για μένα μόνο να φυσάς αγέρι μου. Στον ίσκιο της αγάπης σου να ζήσω”. Στο πάτωμα, ανάμεσα από τα ροδοπέταλα, με ρεσώ αναμμένα, είχε σχηματίσει την φράση “Κλειώ, θα με παντρευτείς;”. Το κουτάκι με το μονόπετρο ήταν στην τσέπη του.
Όταν άνοιξε η Κλειώ την πόρτα και είδε το σκηνικό που είχε στήσει ο Αχιλλέας, έμεινε ακίνητη με τα δάκρυα να τρέχουν ασταμάτητα και αναφώνησε: “Ρωμαίο μου, τι καλό έχω κάνει σε αυτή τη ζωή για σε αξίζω;”. Όρισαν ημέρα γάμου, την ημερομηνία που ανέβηκε η πρώτη παράστασή τους, τότε στη θεατρική ομάδα. Μαζί στις προετοιμασίες. Η απλότητα κυριαρχούσε στις επιλογές τους. Τα στέφανα, τα προσκλητήρια, οι μπομπονιέρες, η ανθοδέσμη, ο στολισμός της εκκλησίας, όλα λιτά και απέριττα, όπως απλή και λιτή ήταν η ζωή τους. Όσο λιτή, ξεκάθαρη και απόλυτη ήταν και αγάπη τους. Δεν χρειαζόταν να το φωνάζουν με αστραφτερά χαρτιά και τούλια, ούτε με πολυτέλειες. Το μαζί ήταν ο πλούτος τους.
Πόση ευτυχία μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος; Πολλές φορές νόμιζε θα σταματήσει η καρδιά της από την πολλή ευτυχία. Κάποιοι όμως, σίγουρα δεν μπορούν να αντέξουν την ευτυχία των άλλων. Η ζήλια και η κακία θολώνουν τον άνθρωπο, βγάζουν από μέσα του το τέρας που ίσως τελικά όλοι κρύβουμε.
Ο Αχιλλέας μόλις είχε αφήσει την Κλειώ στο κομμωτήριο για την πρόβα του νυφιάτικου χτενίσματος. Ό,τι μόνο αφορούσε το νυφικό, το χτένισμα και το μακιγιάζ, ήταν κι εκείνα που δεν πήγαινε μαζί με την μέλλουσα γυναίκα του. Ήταν γρουσουζιά τους έλεγαν. Δεν πίστευε εκείνος σε τέτοια, μα αφού αυτά τους έλεγαν, τα τηρούσαν όλα. “Πόσο πιο όμορφη να γίνεις;”, της είπε, έδωσαν ένα πεταχτό φιλί, πάτησε γκάζι κι έφυγε. Η Λένα μέρες περίμενε την ευκαιρία να πετύχει μόνη της την Κλειώ. Από τους φίλους του πρώην αγαπημένου της, μάθαινε τα πάντα, ήξερε κάθε τους κίνηση. Πριν καν προλάβει να κοιτάξει αριστερά δεξιά για να περάσει το δρόμο, από το πουθενά, κρυμμένη πίσω από ένα αμάξι πετάχτηκε η Λένα μπροστά της, σε απόσταση πολύ κοντινή, κρατώντας ένα σκεύος και έριξε βιτριόλι πάνω της, κυρίως στο πρόσωπο και στο λαιμό κι αφού πέταξε το δοχείο κάτω, εξαφανίστηκε. Η Κλειώ ούρλιαζε, άνοιξε τα χέρια της και στον αέρα έψαχνε κάπου να στηριχτεί. Ένας ηλικιωμένος άντρας που ήταν κάποια μέτρα μακριά, άρχισε να φωνάζει “βοήθεια, βοήθεια, έριξε οξύ στο κορίτσι!”. Τα ουρλιαχτά της Κλειώς ακούστηκαν μέχρι το κομμωτήριο. Έντρομοι όλοι βγήκαν έξω να δουν τι συμβαίνει και το θέαμα ήταν σοκαριστικό. Η κομμώτριά της, κάλεσε το 166 και με όσο πιο γρήγορες κινήσεις γινόταν, επέστρεψε κ έριξε πάνω της ένα μπουκαλάκι νερό. Μέχρι να φτάσει το ασθενοφόρο, προσπαθούσαν όλοι κάπως να ανοίξουν το πουκάμισο που έλιωνε πάνω της από το οξύ, ενώ τα ουρλιαχτά από τον πόνο, δεν θύμιζαν ανθρώπινη υπόσταση.
Ο Αχιλλέας δεν έφευγε από το νοσοκομείο. Ήθελε να την δει, μα δεν τον άφηναν. Την νάρκωσαν για να αποφύγουν το ολιγαιμικό σοκ από την μεγάλη απώλεια υγρών λόγω των σοβαρών εγκαυμάτων. Την τρίτη μέρα, μετά την ανάνηψη, αυτό που αντίκρισε τον έκανε να χαμηλώσει το βλέμμα. Του έλεγαν οι γιατροί ότι το πρόσωπό της έχει δεχτεί 90% ζημιά, αλλά δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί αυτό που είχε μπροστά του. Είχε παραμορφωθεί εντελώς, από τα εγκαύματα, αφού δεν είχε μαλλιά, στην κορυφή του κρανίου, δεν υπήρχε δέρμα, ήταν ολόκληρο το πρόσωπο μια ανοιχτή πληγή, τα όργανα είχαν διαβρωθεί, δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου από το δεξί μάτι. Με δυσκολία μιλούσε και χωρίς να καταλαβαίνουν τι λέει. Όταν τον είδε, κούνησε τα δάχτυλα του χεριού της. Ο Αχιλλέας γονάτισε, ακούμπησε το μάγουλό του στο χέρι της, της είπε ότι την αγαπάει πολύ και τον έβγαλαν έξω. Τα χειρουργεία διαδέχονταν το ένα το άλλο. Ο Αχιλλέας είχε γίνει η σκιά του εαυτού του. Οι μέρες δεν είχαν σημασία πια. Την έβλεπε να υποφέρει από τους πόνους και πονούσε διπλά. Του ζητούσε να φύγει, να την αφήσει, να συνεχίσει τη ζωή του κι εκείνος της απαντούσε πως η ζωή του ήταν εκείνη.
Η αστυνομία πολύ σύντομα έφτασε στη Λένα. Στη δίκη ο Αχιλλέας προκάλεσε ένταση, φώναζε, ζητούσε την παραδειγματική της τιμωρία, ο πόνος του ήταν έκδηλος σε όλο του το είναι. Καμιά τιμωρία όμως δεν θα γυρνούσε τον χρόνο πίσω. Καμία τιμωρία δεν θα μαλάκωνε το μαρτύριο που ζούσε ο άνθρωπός του. Του κατέστρεψε τη ζωή και στο βλέμμα της φαινόταν η ικανοποίηση.
Ένα μήνα μετά, της έδειξαν το πρόσωπό της, μετά από τρία χειρουργεία. Τους είπε ότι καλύτερα να την άφηναν να πεθάνει. Ο Αχιλλέας ένιωσε ότι του έσχισαν τα σωθικά. “Μη το ξαναπείς ποτέ αυτό, ακούς;”, της απάντησε κι εκείνη γύρισε το βλέμμα της. Όταν την πλησίασε, ψυχρά, αργά αργά, για να γίνει κατανοητή, του ανακοίνωσε ότι δεν άντεχε, δεν ήθελε να την βλέπει άλλο, ότι δεν είχε μείνει τίποτα από εκείνη που αγάπησε, από κείνη που πόθησε. Σα να μην την άκουσε, σα να μην ειπώθηκε ποτέ τίποτα, έκατσε δίπλα της, της έπιασε το χέρι και της είπε “δεν υπάρχω χωρίς εσένα”.
Ήταν πολύ επίπονος και ψυχοφθόρος ο δρόμος της αποκατάστασης. Έδινε καθημερινό αγώνα να την βοηθήσει να αποδεχτεί τη νέα της εικόνα και να αποβάλλει τις τάσεις αυτοκτονίας. Δεν ήταν καθόλου εύκολο, μα δεν λύγισε στιγμή. Ήξερε πως έπρεπε να σταθεί δυνατός και για τους δύο. Ήξερε πως τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο, μα ορκίστηκε στην αγάπη τους ότι θα παλέψει με όλες του τις δυνάμεις. Ο άτιμος ο χρόνος ήταν πάντα εχθρός τους. Χάθηκε κι άλλος, αλλά ήταν ζωντανή, αυτό τον ένοιαζε μόνο. Θα συνέχιζαν από κει που είχαν παγώσει τα πάντα.
Ένα χρόνο μετά, αφού είχε κάνει πολλές επεμβάσεις, το πρόσωπό της είχε αποκατασταθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, το ίδιο και η όρασή της από το δεξί μάτι. Με ειδικό κομμάτι από φυσικές τρίχες, που κάλυπτε το σημείο πάνω από το μέτωπο, η συνολική της εικόνα θύμιζε τον εαυτό της πριν τον εφιάλτη. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι κατάφεραν μαζί, να επιστρέψει το χαμόγελό της. Δεν την ένοιαζαν πια τα αδιάκριτα βλέμματα, η λύπηση κάποιων, η αηδία κάποιων άλλων. Είχε βρεθεί από την απόλυτη ευτυχία, μέσα σε μια στιγμή, να παλεύει για τη ζωή της, να αντέχει αφόρητους πόνους, να μπαινοβγαίνει στα χειρουργεία. Δεν ήταν όμως ποτέ μόνη. Υπήρχαν εκεί έξω άνθρωποι που τις δοκιμασίες της ζωής τις περνούσαν μόνοι. Εκείνη, ήταν τυχερή, είχε τον Ρωμαίο της, που ήταν πάντα εκεί, να πιει το φαρμάκι για κείνη ή να την πιάσει από το χέρι και να την τραβήξει από τον ψυχικό θάνατο. Είχε τον Ρωμαίο της που όπου οι άλλοι έβλεπαν καμένο δέρμα και αποκρουστικό πρόσωπο, εκείνος έβλεπε την ίδια γυναίκα με πριν.
Δεν έκρυψε ποτέ το πρόσωπό της. Δεν την εμπόδισε ποτέ από το να κάνει όλα όσα έκανε και πριν. Ο γάμος τους έγινε ακριβώς όπως τον είχαν σχεδιάσει, με καθυστέρηση ενός χρόνου. Ήταν η πιο ωραία μέρα της ζωής τους, μέχρι την ημέρα που γέννησε την κόρη τους κι έγινε η μέρα που η αγάπη νίκησε κάθε πίκρα, κάθε πόνο.
Την ονόμασαν Ρωμυλία, για να τους θυμίζει πάντα φωνάζοντάς την, το ζευγάρι που τους ένωσε, τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα που στην σύγχρονη εκδοχή τους, ονομάζονταν Αχιλλέας και Κλειώ.
Χρυσούλα Καμτσίκη
