Ο αγώνας της αγάπης

Τότε που οι κοινωνίες ήταν μικρές, «κλειστές», και όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, ο έρωτας ήταν ανύπαρκτος, τον συναντούσες μόνο στη λογοτεχνία και αυτό αν φυσικά γνώριζες ανάγνωση, αλλιώς έλπιζες σε μια τύχη καλή.

Τα προξενιά εκείνη την εποχή έδιναν και έπαιρναν. Η κυρά Φωτεινή, ζούσε στο τελευταίο σπίτι του δρόμου, ανάμεσα σε δυο χωριά. Χήρα η ίδια, παντρεμένη με έναν άνδρα τριάντα χρόνια μεγαλύτερό της, και άτεκνη, έβαλε σκοπό της ζωής της, να μην αφήσει κανένα κοριτσάκι να παντρευτεί έναν τόσο μεγαλύτερο άνδρα όπως εκείνη. Στην δική της περίπτωση ο Θεός βοήθησε και πέθανε ο άνδρας της, μα κατέπεσε πριν χαθεί οριστικά, τότε που η Φωτεινή ήταν μόλις είκοσι. Είχε ζήσει μια φρίκη μαζί του, ήταν βίαιος και ζηλιάρης. Την κτυπούσε με την παραμικρή αφορμή και δεν άφηνε να βγει καθόλου από το σπίτι. Ζούσε σε μια φυλακή, την οποία ήταν υπεύθυνη να καθαρίζει και να φροντίζει για εκείνον. Και όταν κατέπεσε, ο Θεός να τον συγχωρέσει γιατί εκείνη δεν θα το έκανε ποτέ, έφαγε τη βρόμα του. Ήταν υποχρέωσή της, όπως έλεγε η μάνα της. Η μάνα που δέχτηκε να την δώσει στον γέρο για λίγες λίρες.

Μετά τον θάνατο του γέρου, έφυγε από το χωριό της και εγκαταστάθηκε στο χωριό Βρύα, πέρα από το ποτάμι. Οι δικοί της θα ήταν είχαν πεθαμένη τόσα χρόνια, αναλογιζόταν και ανέπνεε καθαρό αέρα ελευθερίας. Στο νέο χωριό παρουσιάστηκε σαν ξένη από άλλη χώρα, πέθαναν οι δικοί της κατά την μετανάστευση έλεγε, και με την πειθώ της ανάγκης, κατάφερε σε λίγα χρόνια να ενσωματωθεί στην τοπική κοινωνία τόσο καλά, που πλέον στα σαράντα της, οι κάτοικοι την εμπιστεύονταν για τα προξενιά τους. Γνώριζε πολύ κόσμο και από τα δυο χωριά, μα το κυριότερο γνώριζε τους παπάδες των χωριών. Κάθε ημέρα επισκεπτόταν πρώτα τον παπά Γιώργη και έπειτα τον παπά Χρήστο.

«Τι σου εξομολογήθηκαν οι ερωτευμένοι πάτερ, πες μου». Από τις εξομολογήσεις των κοριτσιών κυρίως, προσπαθούσαν να ενώσουν με προξενιό τον έρωτα, όταν αυτός συνέβαινε, και έτσι το ζευγάρι παντρευόταν και οι γονείς ήταν ευχαριστημένοι. Φυσικά δεν ήταν όλα εύκολα. Υπήρχαν περιπτώσεις δύσκολες που την κοπέλα την ήθελε άλλος, μα τότε ήταν που η Φωτεινή δρούσε γρήγορα, παίνευε τον ερωτευμένο στους γονείς της κοπέλας, τους μιλούσε συχνά, τους έκανε να δουν με αγάπη, όσο μπορούσαν την ψυχή του παιδιού τους και κάποιες φορές λειτουργούσε με αίσιο τέλος.

Η περίπτωση της Μυρτώς όμως ήταν μοναδική! Η Μυρτώ, κορίτσι από φτωχή οικογένεια, άρμεγε την ημέρα που οι αντάρτες επισκέφτηκαν το χωριό. Ο πατέρας της ευπατρίδης με αληθινή αγάπη στα ιδανικά, έδωσε καταφύγιο στους αντάρτες, φαγητό και ξεκούραση στο στάβλο το βράδυ. Η Μυρτώ εκείνο το βράδυ δεν είχε ύπνο. Σηκώθηκε από την κάμαρά της και βγήκε στο κτήμα να περπατήσει, μα ξάφνου βγήκε για την ανάγκη του, ένας από εκείνους. Φορούσε μόνο το παντελόνι του και έτσι η μικρή «χάζεψε» στην εικόνα του μισόγυμνου άνδρα μπροστά της. Λεπτομέρειες ποτέ κανείς δεν έμαθε, την αποπλάνησε ή όχι ήταν αδιάφορο, στον μαινόμενο σύζυγο που την επέστρεψε στον πατέρα της, το πρώτο βράδυ του γάμου τους, γιατί δεν ήταν παρθένα. Έπεσε να την σκοτώσει ο πατέρας και αφού την κτύπησε άσχημα, μίλησε η Μυρτώ και αποκάλυψε το μυστικό της. Τι να κάνει πατέρας και αδελφός βγήκαν στα βουνά να αναζητήσουν εκείνον που ξεμυάλισε την μικρή.

Μα η κυρά Φωτεινή γνώριζε πρώτη, από τον παπά, τι είχε συμβεί. Η μικρή τερματισμένη από τις τύψεις ξομολογήθηκε στο παπά – Γιώργη τι είχε συμβεί, χωρίς να γνωρίζει ότι ο αντάρτης εξομολογήθηκε στον άλλο παπά – Γιάννη του διπλανού χωριού τον έρωτά του, φεύγοντας προς τα βουνά. Τι να κάνουμε κυρά Φωτεινή, ρώταγαν και αναρωτιόντουσαν και οι δυο παπάδες. Το πρόβλημα εκτός από το ότι δεν γνώριζαν πού μπορεί να βρισκόταν ο αντάρτης, ήταν ότι είχε εξομολογηθεί πως εκτός από ερωτευμένος με την Μυρτούλα ήταν ήδη παντρεμένος.

«Και τι θα απογίνει τώρα το πλάσμα;» αναρωτιόταν η κυρά Φωτεινή και έσπαγε το κεφάλι της να βρει μια καλή λύση. Το προξενιό με τον μαρμαρά φαινόταν μια λύση, μα… ήταν μεγάλος για την Μυρτούλα.
«Ορκίστηκα στην ζωή μου, ποτέ κορίτσι να μην πάρει γέρο. Όχι παπά, δεν θα το κάνω. Βρείτε τρόπο να φέρετε την κοπέλα στην εκκλησία θα βγούμε στα βουνά να τον βρούμε!»
«Τι λες Φωτεινή, είναι παντρεμένος!»
«Ναι, αλλά αυτό το γνωρίζουμε μόνο εμείς»
Το βράδυ καλπάζοντας με ορμή, η Φωτεινή με την Μυρτώ έφυγαν από το χωριό.
Μήνες έψαχναν τα βουνά να τον βρουν, δεν πίστευαν ποτέ ότι θα παραμείνουν ζωντανές. Ο πατέρας με τον αδελφό της, επίσης τον αναζητούσαν, χωρίς αποτέλεσμα.

Την άνοιξη που η φύση φοράει το καλό της φόρεμα, και τα βουνά ηρεμούν από το χιόνι, βρήκε τις δυο γυναίκες, ρημαγμένες από το κρύο και την πείνα. Η αναζήτησή τους, φαινόταν πλέον μάταιη. Χέρια τις σήκωσαν, χέρια τις φρόντισαν και από ημιλιπόθυμες ξύπνησαν στο λημέρι των ανταρτών, αντικρίζοντας εκείνον. Έπεσε η Μυρτούλα στην αγκαλιά του, και επιτέλους η κυρά Φωτεινή ανέπνευσε ευτυχισμένη που εκπλήρωσε τον σκοπό της. Μετά το συγκρατημένο γλέντι της επανένωσης του ζευγαριού, η κυρά Φωτεινή, έζεψε το άλογο και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

Στο χωριό την υποδέχτηκε ο παπά Γιώργης με περισσή χαρά, δεν περίμενε ότι θα επέστρεφε μετά από τόσο καιρό. Του εξιστόρησε τα γεγονότα, η Μυρτώ είχε μείνει στα βουνά, δεν υπήρχε άλλη λύση, η ζωή συνεχιζόταν.

Μέχρι εκείνο το βράδυ, που οι στρατιώτες τους έφεραν στο χωριό δεμένους και πληγωμένους και τους δυο, στην συνοδεία του στρατού ήταν ο πατέρας και ο αδελφού της. Έστησαν στην κεντρική πλατεία όλους τους αντάρτες και δίπλα και η Μυρτούλα, να περιμένει την εκτέλεσή της.
«Μισό λεπτό» φώναξε ο πατέρας. «Υπάρχει ακόμα μια συνεργός των ανταρτών» είπε και το βλέμμα του αμείλικτο έπεσε στην κυρά Φωτεινή.
«Κακούργε δεν λυπήθηκες το παιδί σου, θα λυπηθείς εμένα;». Την έσπρωξε δίχως να ακούει, οι στρατιώτες την έδεσαν και την έστησαν δίπλα στην Μυρτούλα.
«Κυρά Φωτεινή. Σε ευχαριστώ» ψέλλισε η Μυρτώ με ευγνωμοσύνη πριν η σφαίρα την διπλώσει στα δυο.
«Εγώ σε ευχαριστώ» απάντησε η κυρά Φωτεινή και σωριάστηκε νεκρή δίπλα της.
Βλέπετε ήταν μοιραίο τα θύματα της αγάπης να «πέσουν» πρώτα στον αγώνα ενός καλύτερου κόσμου.

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading