Αγάπη μου…
Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;
Έχω χάσει πια την αίσθηση του χρόνου. Όμως ποτέ δεν ξέχασα. Ποτέ δεν προχώρησα.
Δεν μπορούσα να σε εγκαταλείψω. Επειδή δεν είμαι πια εδώ, δεν σημαίνει ότι σε άφησα. Είμαι εδώ. Ακριβώς δίπλα σου. Τις νύχτες φυλώ το προσκεφάλι σου. Φροντίζω να κοιμάσαι καλά. Όταν, φυσικά, τα καταφέρνεις. Βιώνεις αρκετούς εφιάλτες με μάτια ανοιχτά. Χρειάζεσαι, πού και πού, ένα μικρό διάλειμμα. Για να αντέξεις. Κι ας μην αντέχεις.
Συνέβη αηδιαστικά γρήγορα. Πάνω που νιώσαμε μια στάλα ευτυχίας να μας δροσίζει. Ξέρεις, μωρό μου, τώρα που περιφέρομαι το έμαθα καλά ·ο Θεός ζηλεύει την ευτυχία των ανθρώπων. Είναι η θνητή υπόσταση που την κάνει οργανική και μοναδική. Σαν το τραγούδι των αγγέλων. Οι θνητοί διψούν για ευτυχία ·αυτός είναι ο λόγος που τη μοιράζει με το σταγονόμετρο πριν τη πάρει πίσω. Κι αν κάποιοι βουτήξουν στα καθαρά νερά της, αν κανείς τολμήσει να αιχμαλωτίσει περισσότερα από όσα αναλογούν, τα κλέβει. Γρήγορα. Ύπουλα. Εκδικητικά.
Έτσι έκανε και με εμάς. Πόσο άδικο! Ήμασταν και οι δύο στραπατσαρισμένα παιδιά. Από οικογένειες που τιμούσαν το θεσμό μόνο στις απαιτήσεις. Από σχέσεις τοξικές που μας ρούφηξαν το αίμα. Ένωσε τα μονοπάτια μας μόνο για να μας χωρίσει. Ίσως μας υποτίμησε. Μάλλον δεν περίμενε να αγαπηθούμε τόσο. Κάποιες φορές, όταν δύο παιδιά με τσακισμένα φτερά συναντιούνται, πραγματικά αυτοθεραπεύονται! Αυτό κάναμε μαζί. Δώσαμε μια στα μισογκρεμισμένα θεμέλια της ζωής μας και τα διαλύσαμε για να τα χτίσουμε ξανά. Μαζί. Για πάντα μαζί. Μπορεί σε αυτόν τον άγονο κι ατσούμπαλο τόπο που ονομάζουμε Γη να φέραμε μπόλικο Παράδεισο. Τόσο που χωρίς να το καταλάβουμε κλέψαμε λίγο από τους ουρανούς. Για αυτό τον χάσαμε τόσο ανελέητα.
Πήγαμε βόλτα. Δεν γιορτάζαμε τίποτα. Δεν κάναμε κάτι ξεχωριστό. Ήταν μια από τις συνηθισμένες μέρες όπου βιώνεται η καθημερινότητα. Οι αγαπημένες μου. Σε αυτές φωλιάζει σαν πουλάκι η ζωή πριν κάνει τα αυγά της. Στα απλά, καθημερινά και δεδομένα. Με αυτά πορεύεται όμορφα ο άνθρωπος. Όσο κι αν τα αποστρέφεται. Με πήγες, λοιπόν, βόλτα με τη μηχανή. Ήξερες πόσο μου άρεσε και θέλησες να μου φτιάξεις το κέφι. Στα πρώτα μας ραντεβού η μηχανή σου ήταν πρωταγωνιστής. Είχαμε γυρίσει όλους τους δρόμους μαζί. Και κάθε που γύρναγες λίγο το κεφάλι για να μου πεις κάτι δυνατά, ήξερα ότι είσαι εσύ ο ένας. Στη μηχανή μαζί σου ένιωθα σαν να πετάω. Κάποιες φορές, μάλιστα, σήκωνα τα χέρια ψηλά, σαν φτερά, και χανόμουν στα ουρλιαχτά του ανέμου. Νόμιζα ότι δεν με έβλεπες. Όμως, αργότερα, μου εξομολογήθηκες ότι αυτή την εικόνα μου παράφορα ερωτεύτηκες. Όταν το άγαρμπό μου πέταγμα τελείωνε, σε έσφιγγα πάνω μου. Μέχρι να σου κόψω την ανάσα. Ήθελα να σε νιώσω πάνω μου, να αισθάνομαι την αλήθεια σου. Φοβόμουν μην σε χάσω. Όλοι εκείνοι που είχα αγαπήσει βαθιά με είχαν αφήσει. Έκοβαν τα φτερά μου και τα πατούσαν πριν αποχωρήσουν. Όχι εσύ. Εσύ με έπαθες να πετάω από την αρχή.
Κι εκείνη τη νύχτα πετάξαμε μαζί. Αλλά, αυτή τη φορά, χωρίς να το θέλουμε. Εκείνο το βράδυ μας έπιασε βροχή. Μου είπες να σταματήσουμε. Όμως, εγώ επέμενα να συνεχίσουμε. Ήμασταν κοντά στο σπίτι μας. Πώς να ήξερα; Ακόμη, μου άρεσε η αίσθηση της βροχής στα αόρατα φτερά μου. Ήταν για μένα πράξη επαναστατική. Είχα ζήσει τόση καταπίεση στη σύντομη ζωή μου, που οτιδήποτε εκτός κανόνων ήταν φαντασμαγορικό. Ακόμη και μια συνηθισμένη βροχή στην άσφαλτο. Θα είχαμε φτάσει σπίτι. Δεν ήταν δικό μας το λάθος. Δεν μας έφταιγε η βροχή. Ήταν που εκείνος δεν σταμάτησε στο κόκκινο. Η μηχανή καταστράφηκε. Εσύ έσπασες όλα σου τα κόκκαλα. Το θυμάμαι γιατί το άκουσα τρομακτικά καθαρά. Κι εγώ; Εγώ κομματιάστηκα πριν σωριαστώ στην λεωφόρο. Μας έσπρωξαν στην αγκαλιά του Θανάτου. Το μόνο ευχάριστο ήταν πως μόνο εμένα άγγιξε με τα παγωμένα του χέρια. Εσύ είχες ακόμη πολλή ζωή στο γραμμένο σου. Χωρίς εμένα.
Δεν θα το μάθεις ποτέ, μα, κατάλαβα πως πέθανα όταν έπαψα να πονάω. Καθώς ντεραπάριζα ανεξέλεγκτα στην άσφαλτο, το μόνο που ένιωθα ήταν ένα απόλυτο κενό. Μια άδεια σακούλα σκουπιδιών στον αέρα είχε περισσότερη ψυχή. Δεν ήμουν πια εγώ, αλλά η ανάμνησή μου. Κι όταν είδα το κουφάρι μου μέτρα μακριά από εσένα, δεν μπόρεσα να κλάψω. Οι αναμνήσεις δεν κλαίνε ποτέ. Μονάχα σκιάζουν τις άδειες γωνιές του δρόμου. Σαν το κάρβουνο που μένει στο τζάκι αφού καίγονται τα κούτσουρα.
Έμεινες μήνες στο νοσοκομείο.
Κοιμόσουν καιρό. Η οικογένειά σου μοιρολογούσε. Τότε μόνο σε θυμήθηκε. Όπως κι εμένα. Όσο ήμουν ζωντανή με πότιζαν δηλητήριο. Άρπαζαν τη ψυχή μου και τη ζούλαγαν μέχρι να ματώσει. Κάθε που δάκρυζα, με χλεύαζαν. Μέχρι που έκοψα επαφές. Ίσως αυτό να ήθελαν γιατί δεν με ενόχλησαν ξανά. Πόσο αγανάκτησα με τους θρήνους τους! Πόσο υποκριτικός μου φαινόταν ο πόνος τους. Αγάπη μου! Πόσα λεφτά χάλασαν για να με θάψουν! Έτσι υπολογίζεται η αγάπη για αυτούς ·με τη ποιότητα του μαρμάρου που θα με σκεπάσουν. Όταν ξύπνησες και δεν με είδες δίπλα σου το κατάλαβες. Πόσο έκλαψες! Πόσο ανήμπορος δέχτηκες το τελευταίο χτύπημα. Ούρλιαξες το όνομά μου. Το όμορφο πρόσωπό σου παραμορφώθηκε από την απώλεια. Πολλές φορές σε νάρκωσαν για να κλείσεις για λίγο τα μάτια σου. Όμως κανείς δεν ξέρει ότι η ξαφνική σου γαλήνη οφειλόταν στο αμυδρό μου άγγιγμα. Οι ανώτερες δυνάμεις, εκείνη τη πρώτη εποχή, μου επέτρεπαν πού και πού να σε αγγίζω. Λιγάκι. Ίσα ίσα. Με τα ακροδάχτυλα.
Αληθινά κι αμετάκλητα με αγάπησες. Δεν άντεχες χωρίς εμένα. Έπαψες να μιλάς στη μάνα σου, γιατί ποτέ της δεν με δέχτηκε. Αλλά κι εκείνη δεν επιθύμησε ποτέ αυτό το τέλος. Κάθε φορά που της θύμιζες όλα της τα καψόνια, κάθε στιγμή που με απέρριψε, έσκυβε πικρά το κεφάλι. Οι τύψεις χάραξαν νέες, βαθιές ρυτίδες γύρω από τα μάτια της. Ποτέ δεν υπήρξε εχθρός μου · απλά ήσουν η προέκταση του εαυτού της. Στη κηδεία μου μού φόρεσε κρυφά το δαχτυλίδι σου. Εκείνο που μου είχες πάρει λίγες μέρες πριν. Οι διασώστες το βρήκαν στη τσέπη σου ενώ το αίμα μου είχε ποτίσει σαν φθινοπωρινή βροχή το κόσμο. Είχες πολλές ευκαιρίες για να μου το δώσεις. Σε όλες τις στιγμές δίστασες. Αναρωτιέμαι, πια: φοβόσουν μην με χάσεις ή ένιωθες ότι θα με χάσεις; Αν;…
Άργησες πολύ να αναρρώσεις. Τα τραύματα δεν ήταν τίποτα μπροστά στο μαράζι σου. Δεν ξεπέρασες ποτέ τη σκέψη ότι η μηχανή σου έφταιγε που έφυγα. Δεν μιλάς σε κανέναν πια. Πηγαίνεις παντού μόνο με τη συγκοινωνία. Φοράς μόνο τα ρούχα που σου έκανα δώρο. Χτύπησες το όνομά μου τατουάζ. Πάνω ακριβώς στο σημείο που λάτρευα να σε φιλώ. Εκεί που ο παλμός χτυπά δυνατά στο λαιμό σου. Κοιμάσαι με κόπο τις μέρες και τις νύχτες σηκώνεσαι. Όπως σε εκείνο το τραγούδι που ο εραστής σκάβει το τάφο της κοπέλας για να τη φιλήσει ξανά. Ευτυχώς δεν το έχεις κάνει αυτό. Μόνο με αναζητάς. Ακόμη και στη σιωπή σου. Παγιδευμένος στη νέα πραγματικότητα. Περιμένεις να εμφανιστώ ή απλά περιμένεις να πεθάνεις. Όσο κι αν προσπαθείς δεν τα καταφέρνεις. Ο άνθρωπος δεν πεθαίνει από θλίψη. Μόνο τα ζώα και τα όνειρα. Το μοιραίο μας είναι να αρρωσταίνουμε από θλίψη. Να λιώνουμε αλλά να συνεχίζουμε να περπατάμε. Έστω και παραπατώντας. Έτσι μας έπλασε η φύση. Να αντέχουμε. Ειδικότερα όταν δεν αντέχουμε.
Εφτά χρόνια είμαι εδώ. Όσο κι αν μου φωνάζουν να πετάξω ψηλά, εγώ δεν σε αφήνω. Όχι πριν συνέλθεις. Μόνο όταν πάψεις να είσαι και να νιώθεις τόσο μόνος. Τόσο ανήμπορος. Προσεύχομαι για σένα · έτσι περπάτησες ξανά και επέστρεψε η ισορροπία στη ζωή σου. Βρήκες τη δουλειά που ονειρευόσουν χωρίς να παιδευτείς. Έκανες ένα ταξίδι μόνο με ένα σακίδιο. Παίζεις πάλι μουσική. Όλο το καιρό που έχασες τη πίστη σου κι απέρριψες την ευτυχία εγώ πίστευα και για τους δυο μας. Ήταν αρκετό για τη χαμένη σου ψυχή. Δεν θα επέτρεπα ποτέ να περάσεις στην επικίνδυνη πλευρά. Πάλεψα με νύχια και με δόντια για να μην σε αρπάξουν τα κακά πνεύματα. Νίκησα. Για σένα.
Κάποιοι φίλοι μας ακόμη σου μιλούν. Διακριτικά δηλώνουν παρουσία. Δεν σε ρωτούν ποτέ τι κάνεις. Γιατί ξέρουν πόσο πονάς. Αυτοί ήταν που πραγματικά μας αγαπούσαν. Ούτε εκείνοι έχουν συνέλθει ακόμη. Μόνο εκείνοι ήταν πια η οικογένειά μας. Παιδιά σαν εμάς. Απλά. Πονεμένα. Αληθινά. Είναι ακόμη ζωντανοί. Έτσι πρέπει. Συνεχίζουν να περπατούν στο δρόμο που εγώ έσβησα. Με σκέφτονται πάντα όταν περνούν από εκεί. Κάθε φορά σφίγγουν το τιμόνι και δαγκώνονται. Πάντα εκεί τρεμοπαίζουν τα δάκρυα, στην άκρη των ματιών. Απλά, όταν στερεύουν από υγρά, γίνονται γυαλάδα και κοκκίνισμα. Γιατί η ζωή συνεχίζεται. Κανόνας που ισχύει και για σένα. Όσο κι αν τον απαρνιέσαι.
Βρήκα το τρόπο να προχωρήσεις. Κατάφερα να σε ξεγελάσω.
Ένα βράδυ εμφανίστηκα στον ύπνο σου. Χαμογελαστή. Ντυμένη στα λευκά. Δεν σου είπα τίποτα. Μονάχα σε φίλησα. Πετάχτηκες. Λουσμένος στον ιδρώτα. Παγωμένος στον κατακαλόκαιρο. Έβαλες τα κλάματα. Προσπάθησες να με θυμηθείς. Φαντάστηκες ότι κάτι σου είπα. Άγγιξες τα χείλη σου τρέμοντας σαν το ψάρι. Λυπάμαι πολύ. Μα έπρεπε να το κάνω. Χρειαζόσουν ένα σημάδι για τη συνέχεια. Έκανες βόλτα στα παλιά μας στέκια. Εκεί που πίναμε καφέ με τα παιδιά. Που τρώγαμε μόνοι. Σε έναν ανοιχτό δρόμο όπου ο ουρανός άλλαζε καθαρότερα χρώματα. Πλανήθηκες παντού. Δεν θυμάσαι τίποτα πλέον. Όχι γιατί δεν θέλεις, αλλά επειδή δεν αντέχεις. Ο εγκέφαλός σου διέγραψε τις λεπτομέρειες. Μόνο τα συναισθήματα υπάρχουν. Κι ορισμένες εικόνες που συμβολίζουν όσα ένιωθες. Ήσουν αφηρημένος. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό που έμεινε ακλόνητο μέσα στη κατάρρευσή σου. Σε αυτό βασίστηκα. Και τότε το άκουσες. Ένα αδύναμο κλάμα γεμάτο παράπονο. Κοίταξες τριγύρω. Όταν βεβαιώθηκες ότι πραγματικά άκουσες κάτι, ακολούθησες τον ήχο. Έφτασες στα σκουπίδια. Έσκυψες, κοίταξες με προσοχή. Και το βρήκες.
Σε μια σακούλα ήταν πέντε κουτάβια. Μόνο το ένα ήταν ακόμη ζωντανό. Ένα μαύρο με ανοιχτά ματάκια. Τα χρώματά μου. Το έπιασες με προσοχή. Φάνταζε τόσο εύθραυστο στο ραγισμένο σου βλέμμα! Το χάιδεψες και το έκλεισες στην αγκαλιά σου. Κοίταξες με θλίψη τα αδέρφια του που δεν σε είχαν προλάβει. Το φίλησες τρυφερά.
“Πόση μοναξιά πρέπει να νιώθεις…”, σε άκουσα να του λες διώχνοντας το πρώτο μου βάρος.
Απομακρύνθηκες χωρίς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Και μόνο μερικές στιγμές μετά συνειδητοποίησες πού είχες φτάσει. Κοίταξες σοκαρισμένος πίσω σου. Χωρίς να το καταλάβεις είχες προσπεράσει το δρόμο μου. Το σημείο όπου είχα πεθάνει. Ο άνεμος περνούσε ακόμη βαρύς από εκεί. Γιατί βρισκόμουν ακόμη στη γη. Ένας λυγμός ανέβηκε στο λαιμό σου. Αλλά για πρώτη φορά δεν βλαστήμησες ούτε καταράστηκες. Έφερες το κουτάβι στο πρόσωπό σου. Εκείνο σε έγλειψε τρυφερά. Το αγάπησες. Πολύ. Κι από εκείνη τη στιγμή θα ήσασταν αχώριστοι. Το ήξερα ότι θα το κάνεις.
Η συνέχεια μου άρεσε ακόμη περισσότερο. Όσο κι αν με πόνεσε.
Το τόλμησες, επιτέλους! Κάθισες στο μαγαζί μας. Εκεί όπου πίναμε το καφέ μας το πρώτο καιρό. Οι άνθρωποι που δούλευαν εκεί χάρηκαν πολύ που σε είδαν ξανά. Σου έφτιαξαν το καφεδάκι σου και χάιδεψαν τρυφερά την χαριτωμένη σου παρέα. Καθόσουν στην ίδια θέση με τότε. Χαμένος. Ταραγμένος. Μα… ήρεμος. Δεν μπορούσες να το καταλάβεις τότε. Εγώ όμως το έβλεπα.
Κι έτσι όπως έπαιζες με το μικρούλη πέρασε Εκείνη.
Ήταν πολύ καλή και γλυκιά. Σαν μέλι και σοκολάτα μαζί. Δεν είχαμε ίδια χρώματα. Ούτε ίδιο στυλ. Το μοναδικό μας κοινό ήταν το χαμόγελο. Ένιωσε όπως εγώ όταν σε είχα δει πρώτη φορά. Ανταλλάξατε ένα αθώο βλέμμα. Αυθόρμητα ανταπέδωσες το χαμόγελο. Μετά το τράβηξε η ενοχή σου. Εκείνη, όμως δεν έφυγε. Το κουτάβι χασμουρήθηκε και έχασε το μυαλό της. Σε ρώτησε αν μπορεί να το χαϊδέψει. Εσύ το παρέδωσες στην αγκαλιά της. Μετά σε ρώτησε πώς το λένε.
Είπες το όνομά μου. Της άρεσε πολύ. Έτσι τη συμπάθησες.
Πριν το καταλάβετε καθίσατε παρέα. Η ζωντάνια της σου έφτιαξε το κέφι. Το μυαλό και η ψυχή σου άρχισαν να ξυπνάνε. Δειλά και συνεσταλμένα. Κι έτσι θα ένιωθες για πάντα δίπλα της. Ξανά ζωντανός. Γιατί σου αξίζει να ζήσεις. Χωρίς εμένα.
Τη στιγμή που σου έσφιξε το χέρι εγώ πέταξα μακριά σου.
Ήμουν για πολύ καιρό τα φτερά της ψυχής σου.
Τώρα που την έπαιρνες πίσω, είχε φτάσει η στιγμή να σε αποχαιρετήσω.
Θα σε αγαπώ για πάντα. Κι εσύ το ίδιο.
Θα τα ξαναπούμε. Ίσως σε κάποιο όνειρο… ή σε κάποια ανάμνηση.
Αντίο Αγάπη μου. Να προσέχεις.
Μάργκω
