Ο παππούς είχε μια ιδιαίτερη συνήθεια: να συλλέγει ρολόγια. Ρολόγια χειρός, ρολόγια τοίχου, ρολόγια αθόρυβα και άλλα που έκαναν εκείνο το γνώριμο «τικ-τακ», υπενθυμίζοντάς μας —ακόμα κι αν δεν τα κοιτάζαμε— τον χρόνο που κυλά αδιάκοπα. Μα, πάνω απ’ όλα, ξεχώριζε ένα ρολόι· το αγαπημένο του. Ήταν παράξενο, γιατί δεν είχε δείκτες. Κρεμασμένο πάντα στο κέντρο του σαλονιού, καθαρό και καλοσυντηρημένο, αποτελούσε για εκείνον κάτι παραπάνω από ένα απλό αντικείμενο. Κάθε φορά που του προτείναμε να το αντικαταστήσουμε με ένα νέο, λειτουργικό ρολόι που θα μας έδειχνε πραγματικά την ώρα, εκείνος αντιδρούσε κατηγορηματικά. Δεν δεχόταν κουβέντα.
Όταν ήμασταν μικροί, δεν μας εξηγούσε ποτέ το γιατί. Έλεγε μόνο πως ήμασταν πολύ μικροί για να καταλάβουμε. Όμως, μεγαλώνοντας, ειδικά όταν μπήκα στην εφηβεία, άρχισα να στοχάζομαι. Κάθε φορά που περνούσα από το σαλόνι και έβλεπα τη συλλογή από ρολόγια του παππού, ένιωθα την ανάγκη να γράψω. Να γράψω για τον χρόνο που κυλά αδιάκοπα, για τον χρόνο που μας διαφεύγει, για τον χρόνο που σταματά. Άρχισα να συνειδητοποιώ πως η εμμονή του παππού με τα ρολόγια είχε κάτι βαθύτερο, κάτι συμβολικό. Ο χρόνος μπορεί να είναι ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα, όμως στην πραγματικότητα από τον τρόπο που τον διαχειριζόμαστε εξαρτάται η ουσία της ζωής μας. Αν μάθουμε να τον χρησιμοποιούμε σωστά, μπορούμε να βάζουμε όρια στον εαυτό μας, να είμαστε τυπικοί στις υποχρεώσεις μας, αλλά και να αφήνουμε χώρο για τις στιγμές που αξίζουν πραγματικά· για τις εξόδους, τα ταξίδια, τους φίλους, τους έρωτές μας.
Κι ίσως, σκέφτομαι, ο χρόνος να μην είναι εχθρός, αλλά ένας καθρέφτης των επιλογών μας. Όσο περισσότερο τον γεμίζουμε με αγάπη, τόσο λιγότερο μας φοβίζει η φθορά του. Κάθε λεπτό που περνά, είναι μια ευκαιρία να θυμηθούμε ποιοι είμαστε, ποιον αγαπάμε και τι αξίζει να κρατήσουμε μέσα μας.
Και σε εκείνον τον τελευταίο, τον πιο γλυκό τομέα της ζωής, τον έρωτα, ο χρόνος μοιάζει να παύει να υπάρχει. Όταν κοιτάς στα μάτια τον άνθρωπο που είσαι ερωτευμένος, όλα σταματούν. Τα ρολόγια σιωπούν. Ίσως γι’ αυτό ο παππούς αγαπούσε τόσο πολύ εκείνο το ρολόι χωρίς δείκτες. Ίσως γιατί του θύμιζε τη γιαγιά· εκείνη που, όσο ζούσε, έκανε τον χρόνο να σταματά για λίγο, να μη μετρά.
Σιγά σιγά άρχισα να συνθέτω τα κομμάτια της ιστορίας. Από τότε που η γιαγιά «έφυγε», ο παππούς βυθίστηκε σε μια σιωπή, μια στάση που έμοιαζε ακίνητη μέσα στον χρόνο.
Μια μέρα, παίρνοντας θάρρος, τον ρώτησα για το ρολόι. Με δάκρυα στα μάτια, μου είπε πως είχα δίκιο. Μου εξήγησε πως εκείνο το ρολόι συμβόλιζε τις στιγμές μετά τον χαμό της γιαγιάς, τότε που ο χρόνος άρχισε να τον προσπερνά ενώ εκείνος στεκόταν ακίνητος στο ίδιο σημείο. «Ο χρόνος», μου είπε, «δεν χρειάζεται να κάνει θόρυβο για να κυλά. Μερικές φορές, όταν μένεις μόνος με τη θλίψη σου, κινείται πιο γρήγορα απ’ όσο νομίζεις και σε αφήνει πίσω».
Κι έτσι, κάθε φορά που αντικρίζω το ρολόι χωρίς δείκτες, σκέφτομαι πως ο χρόνος δεν συμπονάει, δεν χαρίζεται και… δεν χρειάζεται να μετριέται τόσο με ώρες, λεπτά και δευτερόλεπτα, όσο με στιγμές που ζούμε και κάποιες μένουν ακλόνητες μέσα μας.
Ιωάννα Χαντζαρά
