Η τριανταφυλλιά

«Και θα με δεχτεί; Πώς είναι αυτός;» ρώτησε αγχωμένη η Κατερίνα που πήγαινε πάνω κάτω στο σαλόνι και έσφιγγε την κοιλιά της.

«Για να σε δεχτεί γκαστρωμένη από άλλον, θα είναι ή πολύ χαζός ή πολύ καλός. Θα το ανακαλύψεις η ίδια», είπε η γιαγιά Ουρανία που κανόνισε να την αποκαταστήσει το συντομότερο δυνατόν για να αποφύγει τα ρεζιλίκια στο χωριό.

Η γιαγιά ήξερε κατά βάθος ότι δεν έφταιγε αυτή, μα εκείνος ο λεχρίτης ο Αποστόλης, που την παράτησε μόλις έμαθε ότι περιμένει το παιδί του. Μα εκείνη την εποχή, όπως και σήμερα, το στίγμα το κουβαλούσε η γυναίκα. Και ούτε που κατάλαβε πώς πέρασε ο καιρός και το πεντάχρονο κορίτσι που πήρε στα χέρια της, μεγάλωσε και έγινε γυναίκα. Πώς πέρασαν δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια από τότε που ανέλαβε να την φροντίζει μετά τον θάνατο των γονιών της. Έτσι έμειναν οι δύο τους να προσπαθούν να ξεγλιστρήσουν από το πένθος που πάλευε να τις καταπιεί ζωντανές και να πατήσουν ξανά στα πόδια τους. Η μία να στηρίζει την άλλη για να βγει και η επόμενη μέρα. Να της μάθει όσα δεν πρόλαβε η μάνα της και ο πατέρας της. Να μαγειρεύει, να φροντίζει τα ζώα, να φυτεύει, να πλένει, να ποτίζει, να φροντίζει το σπίτι, να διαβάζει, να έχει τρόπους και σωστή συμπεριφορά. Να περπατά με το κεφάλι όρθιο ενώ κουβαλά την ρετσινιά του ορφανού στην πλάτη της, γιατί ακόμα και σε αυτά τα θέματα έχει άποψη ο κόσμος. Μα δεν έχει βγει λέξη ακόμα για την μάνα που χάνει το παιδί της και έτσι η γιαγιά Ουρανία ήταν πάντα η τραγική ηρωίδα της ιστορίας. Που τώρα έπρεπε να πάρει την πιο δύσκολη και σκληρή απόφαση της ζωής της. Να διώξει μακριά τον μοναδικό άνθρωπο που αγαπούσε, την εγγονή της, για να γλυτώσει από την ρετσινιά το μωρό που είχε στα σπλάχνα της. Ας σωζόταν εκείνο τουλάχιστον.

Είχε έρθει το κάρο και η ώρα για το μεγάλο ταξίδι. Μόνη της θα έφευγε η Κατερίνα κρατώντας μια βαλίτσα με τα προικιά της και φορώντας ένα λευκό φόρεμα για να πάει κατευθείαν στην εκκλησία να γίνει ο γάμος. Ούτε μέρα δεν έπρεπε να χαθεί και γι’ αυτό θεωρούσε κατόρθωμα που κατάφερε η γιαγιά της να της βρει άντρα τόσο γρήγορα. Έπρεπε να ταιριάζει η μέρα του γάμου με την μέρα της γέννας. Για να μην μπορεί κανείς να υποπτευθεί σε εκείνο το χωριό που πήγαινε ότι το παιδί δεν ήταν του Στρατή, του άντρα που θα παντρευόταν. Μόνο το όνομά του ήξερε και τίποτα άλλο. Και σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής το μόνο που ευχόταν ήταν να αντικρίσει έναν καλό άνθρωπο. Και ας μην ήταν καλός μαζί της τουλάχιστον να ήταν με το παιδί. Να σωζόταν εκείνο τουλάχιστον.

Η Κατερίνα έφτασε στο χωριό το ξημέρωμα. Κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας έγινε ο γάμος. Έριχναν κλεφτές ματιές όσο στέκονταν ο ένας δίπλα στον άλλον. Εκείνη έβλεπε τον ψηλό άντρα με τα μαύρα μαλλιά, τα νευρικά χέρια και το γλυκό χαμόγελο. Αυτόν που θα της έδινε μια ευκαιρία να ζήσει μια νέα ζωή πλάι του. Εκείνος έβλεπε την αδύνατη κοπέλα με τις ξανθές μπούκλες και το μυστικό που έκρυβε κάτω από το νυφικό της. Εκείνη θα του έδινε μια ευκαιρία να ζήσει όσα είχε χάσει. Ένα μωρό σαν αυτό που πέθανε μαζί με την γυναίκα του στην γέννα. Και οι δύο ένιωθαν ευγνωμοσύνη. Μα κανείς τους δεν ένιωθε ούτε αγάπη ούτε έρωτα.

«Είναι μικρό μα είναι δικό μας», άνοιξε την πόρτα και της έδειξε το σπίτι.

«Είναι όμορφο», είπε εκείνη χαμηλόφωνα σχεδόν ψιθυριστά.

«Εδώ είναι το σαλόνι. Η κουζίνα. Και πίσω το δωμάτιό μας», κόμπιασε για μια στιγμή γιατί σκέφτηκε μήπως δεν ήθελε ακόμη να κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι μαζί του.

Εκείνη έσυρε την βαλίτσα της χωρίς να μιλήσει και πήγε στο υπνοδωμάτιο. Ένα μεταλλικό κρεβάτι ήταν στο κέντρο και δύο μικρά κομοδίνα στην κάθε πλευρά. Έβαλε πάνω την βαλίτσα και άρχισε να βγάζει τα πράγματά της.
Ο Στρατής μπήκε στο δωμάτιο και άνοιξε την ντουλάπα για να της δείξει πού να τα τοποθετήσει. Έκανε γρήγορα στην άκρη για να μην βρεθεί απέναντί της μόλις γυρίσει το πρόσωπό της. Έκατσε στην άκρη και σκεφτόταν τι να της πει.

«Πάω να κάνω ένα τσάι. Θα ήθελες και εσύ;»

«Εγώ θα στο κάνω», άφησε τα φορέματα να πέσουν από τα χέρια της. «Δείξε μου πού το φυλάς».

Ο Στρατής ντράπηκε, μα της έκανε νόημα με το χέρι να τον ακολουθήσει. Ήταν δύο χρόνια τώρα που έκανε τα πάντα μόνος του στο σπίτι και δεν περίμενε μια έγκυο κοπέλα να του κάνει τσάι. Ούτε την συγχωρεμένη τη γυναίκα του δεν άφηνε να κουράζεται όταν ήταν έγκυος. Μα τώρα δεν ήξερε τι ήταν σωστό και λάθος και ένιωθε ότι κάθε του κίνηση ήταν μια απογοήτευση.

Το βράδυ, η Κατερίνα ετοίμασε σούπα με ό,τι λαχανικά βρήκε και την σέρβιρε ζεστή. Έκατσαν στο μικρό τραπέζι της κουζίνας ο ένας απέναντι από τον άλλον. Από την πρώτη μπουκιά κατάλαβε τι λάθος είχε κάνει. Είχε μπερδέψει το αλάτι με την ζάχαρη και η σούπα ήταν πετιμέζι. Ευτυχώς που δεν ήταν εκεί η γιαγιά της να δει τι έκανε. Με το ζόρι κατάπινε, ενώ έβλεπε τον Στρατή να τρώει με όρεξη.

«Σου αρέσει;» τον ρώτησε παραξενεμένη και η κουβέντα της έσπασε την σιωπή στα δύο.

«Ναι, είναι πολύ ωραία», καθάρισε το πιάτο του με μια μπουκιά ψωμί και σηκώθηκε πριν προλάβει η Κατερίνα να τον σταματήσει. Πάντα εκείνη μάζευε το τραπέζι και τώρα της κακοφάνηκε.

Ο Στρατής πήρε ένα βιβλίο και έκατσε στον καναπέ να το διαβάσει. Έγυρε το κεφάλι του στα πλάγια και έκλεισε τα μάτια. Έτσι έκανε την Κατερίνα να νομίσει ότι τον πήρε εκεί ο ύπνος και πήγε μόνη της στην κρεβατοκάμαρα να κοιμηθεί.

Το πρωί, την χαιρέτισε πριν φύγει για την δουλειά, στο δικηγορικό γραφείο που δούλευε στην πόλη. Ουρά έκαναν οι δεσποινίδες τάχα μου για μία του νομική συμβουλή, μα η αλήθεια είναι ότι ήθελαν μόνο μία του ερωτική κουβέντα. Εκείνος όμως δεν σήκωνε τα μάτια για καμία. Ούτε πριν ούτε τώρα. Μπορεί να μην αγαπούσε την γυναίκα που παντρεύτηκε, μα την σεβόταν και είχε υποσχεθεί να την φροντίζει και εκείνη και το παιδί. Το παιδί. Ο λόγος που έγινε αυτός ο γάμος. Ανίκανος να σώσει την δική του γυναίκα και το μωρό τους, είδε σαν λύτρωση την ευκαιρία να βοηθήσει μια άλλη γυναίκα.

Την επόμενη Κυριακή, δεν πρόλαβε να σχολάσει η εκκλησία και μαζεύτηκαν γύρω από το νέο ζευγάρι οι άνθρωποι με τις ερωτήσεις τους.

«Πώς γνωριστήκατε;»

«Σε ένα βιβλιοπωλείο. Πάνω από το αγαπημένο μου βιβλίο ‘Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας’», ανέλαβε η Κατερίνα να απαντήσει στις δύσκολες ερωτήσεις με τον δικό της τρόπο.

«Και ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά;»

«Χρειάστηκε και μια δεύτερη».

«Και πού σε πήγε πρώτο ραντεβού;»

«Σε μία λίμνη. Τρελαίνομαι να κολυμπώ».

«Πότε θα κάνετε παιδάκι;»

«Όταν το φέρει ο πελαργός».

«Και δεύτερο παιδάκι;»

«Θα δω το πρόγραμμα του πελαργού και θα σας ενημερώσω αμέσως».

Ο Στρατής παραδόξως διασκέδασε με την θρασύτητα της γυναίκας του και την πήρε αγκαζέ να πάνε στο αυτοκίνητο. Όταν μπήκαν μέσα εκείνη του ζήτησε συγγνώμη μα αυτός απλά έβαλε μπροστά χαμογελώντας.

Μία από τις επόμενες μέρες γύρισε σπίτι κρατώντας ένα δώρο τυλιγμένο σε μια χάρτινη συσκευασία. Όταν η Κατερίνα το έσκισε είδε μέσα το αγαπημένο της βιβλίο.

«Είδα ότι δεν το κρατούσες και σκέφτηκα μήπως το ξέχασες πίσω».

«Δεν… Δεν το έχω διαβάσει ποτέ».

«Μα, νόμιζα ότι…»

«Ναι, είναι το αγαπημένο μου. Από τον τίτλο. Δεν το έχω διαβάσει ποτέ. Σε ευχαριστώ. Τώρα θα μπορέσω», πλησίασε και τον φίλησε στο μάγουλο.

Ο Στρατής έμεινε να αγγίζει το πρόσωπό του με τα δάχτυλα. Ήταν η πρώτη φορά που τον φιλούσε. Άφησε την ζεστή πνοή της πάνω στα μάγουλά του. Και ένιωσε αυτή τη ζεστασιά να τον τυλίγει ολόκληρο.

Στο επόμενο ρεπό που πήρε, της είπε ότι έπρεπε να πάνε σε ένα πολύ σημαντικό μέρος.

«Ελπίζω να μην είπες ψέματα και για αυτό», έκλεισε πίσω του την πόρτα του αυτοκινήτου.

«Δεν ξέρω να κολυμπώ!» έτρεξε ενθουσιασμένη και έπεσε με τα ρούχα μέσα στο ποτάμι. Πόσο της άρεσε το νερό! Αυτή η αίσθηση ότι αφήνεσαι σε κάτι πιο δυνατό από εσένα να σε παρασύρει!

Ο Στρατής έβγαλε γρήγορα τα παπούτσια του και έτρεξε ξοπίσω της. Την είχε ικανή να πνίγει στα ρηχά νερά.

«Έλα να σου δείξω!»

«Το κουστούμι σου!»

Εκείνο το πρωί, της έμαθε να κολυμπάει. Κάτι όμως πιο σημαντικό που της έμαθε ήταν να τον εμπιστεύεται.

Στο πρώτο ραντεβού στον γιατρό που πήγαν μαζί, έμαθαν ότι όλα ήταν καλά. Ο γιατρός ήταν σίγουρος, η Κατερίνα ήσυχη μα ο Στρατής φοβισμένος.

«Γιατί τρέμεις;» τον ρώτησε όταν μπήκαν στο αμάξι.

«Δεν θέλω να σας χάσω».

«Τι ανόητες σκέψεις είναι αυτές! Γιατί να μας χάσεις;» ρώτησε, μα ζήτησε συγγνώμη αμέσως γιατί θυμήθηκε ότι ήταν χήρος και είχε ήδη χάσει μια γυναίκα.

«Εγώ πρέπει να ζητήσω συγγνώμη. Που φοβάμαι για εσένα. Φοβάμαι για το μωρό. Δεν θα αντέξω ξανά…»

«Ήταν έγκυος;»

«Ναι».

«Αυτό δεν το ήξερα. Κοίταξέ με!», έπιασε απαλά το πρόσωπό του και τον κοίταξε στα μάτια. «Σου υπόσχομαι ότι αυτό το μωρό θα το πάρεις αγκαλιά. Θα ακούσεις το πρώτο του κλάμα και τις πρώτες του λέξεις. Θα το μάθεις να περπατά και να κάνει ποδήλατο. Θα το ακούσεις να σε λέει ‘πατέρα’ γιατί αυτό θα είσαι για εκείνο. Και όσον αφορά εμένα… Σου υπόσχομαι ότι θα δεις τα ξανθά μου μαλλιά να ασπρίζουν. Σου υπόσχομαι ότι θα είμαστε μαζί μέχρι τα βαθιά γεράματα. Θα είμαι στο πλάι σου μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος. Όπως υποσχεθήκαμε στον Θεό. Αυτό θα κάνουμε».

Ο Στρατής έγυρε πάνω της και ακούμπησε το κεφάλι του στον ώμο της. Εκείνη τη μέρα άφησε και την καρδιά του πάνω της. Λίγα λίγα τα κομμάτια τους έβρισκαν την θέση τους, λίγα λίγα τα τραύματα έκλειναν.

Ένα πρωινό, η Κατερίνα ξύπνησε από τον θόρυβο. Βγήκε από το δωμάτιο με αργά βήματα και κρατούσε την κοιλιά της που είχε πια αρχίσει να φαίνεται. Στάθηκε στο παράθυρο του σαλονιού και κοίταξε έξω. Ο ήλιος μόλις είχε βγει και ο άντρας της ήταν απ’ έξω και έσκαβε στην είσοδο του σπιτιού να φυτέψει μια τριανταφυλλιά.

«Δεν έπρεπε να σου πω ότι είναι το αγαπημένο μου λουλούδι», άνοιξε το παράθυρο και γέλασε. «Έτσι θα πας στην δουλειά με τα χώματα;»

«Έπρεπε να προλάβω!»

«Μία θα βάλεις μόνο; Πώς και δεν γέμισες όλον τον κήπο;»

«Αυτή είναι η δικιά σου. Όταν γεννηθεί το παιδί θα βάλω κι άλλη».

«Όλα τα έχεις σκεφτεί. Και αν ποτέ αποφασίσεις ότι δεν σου αρέσει η τριανταφυλλιά μου πια; Αν μαλώσουμε και μου την ξεπατώσεις;»

«Δεν θα το έκανα ποτέ αυτό!»

«Απόδειξέ το!»

«Πώς;»

«Δεν ξέρω. Κάτι θα σκεφτείς», έκλεισε το παράθυρο και ίσιωσε την κουρτίνα ενώ το χαμόγελό ήταν ακόμα στο πρόσωπό της. Της άρεσε να τον πειράζει. Αυτός παράτησε το φτυάρι και μπήκε μέσα.

«Ορίστε!» την πλησίασε με τις χούφτες κλειστές και άφησε στα χέρια της ένα πουγκί. «Αυτές εδώ είναι οι χρυσές λύρες που μου άφησε ο παππούς μου».

«Δεν έχω ξαναδεί ποτέ», τις επεξεργάστηκε η Κατερίνα. Είχε μεγαλώσει έτσι που κάποια πράγματα μόνο ακουστά τα είχε.

«Είναι δικές σου τώρα. Θα τις θάψω κάτω από την τριανταφυλλιά σου. Έτσι αν ποτέ αποφασίσεις να με αφήσεις, να ξέρεις ότι θα τις έχω εκεί κρυμμένες. Και έτσι εσύ θα ξεπατώσεις την τριανταφυλλιά σου!»

«Άδικο!» γέλασε και σταύρωσε τα χέρια της. «Μου την έφερες!»

Ο Στρατής ικανοποιημένος που μια φορά την νίκησε σε πονηριά, βγήκε έξω και όντως τις έθαψε κάτω από την τριανταφυλλιά.

«Και γιατί τις αφήνεις σε εμένα; Δεν τις θες;»

«Η αλήθεια είναι πως αυτές είναι ό,τι έχω από τον παππού μου. Και μπορεί τα πράγματα να είναι καλά τις περισσότερες μέρες, αλλά έχουν υπάρξει και φορές που σκέφτηκα να τις πουλήσω. Μα πιστεύω ότι για να το κάνω αυτό θα πρέπει να υπάρξει πολύ σημαντικός λόγος. Πολύ σοβαρός. Πλέον όμως εσύ είσαι το πιο σημαντικό πράγμα στην ζωή μου. Και γι’ αυτό τις δίνω σε εσένα. Θέλω να ξέρεις ότι υπάρχουν και πού είναι σε περίπτωση που μου συμβεί κάτι».

«Κουνήσου από την θέση σου! Αν, λοιπόν, συμβεί κάτι σοβαρό θα ξεπατώσω την τριανταφυλλιά μου και θα τις πάρω. Δεν θα χρειαστεί να σε ρωτήσω;»

«Όχι. Είναι δικές σου».

«Σε ευχαριστώ», τον φίλησε στο μάγουλο ξανά μα εκείνο το πρωί και λίγο πιο κοντά στα χείλη.

Όσο η εγκυμοσύνη προχωρούσε, τόσο περιόριζαν τις εξόδους, τις γιορτές, τις βόλτες τους. Πλέον περνούσαν τον περισσότερο καιρό μέσα στο σπίτι, εκείνη πλέκοντας ρούχα για το μωρό και εκείνος διαβάζοντας βιβλία για το μεγάλωμα του παιδιού.

Είχε μπει μόλις στον μήνα της όταν ένα πρωινό που ήταν μόνη χτύπησε αναπάντεχα η πόρτα.

«Αποστόλη;»

Ο άντρας που στεκόταν μπροστά της έμοιαζε να είναι έτοιμος να εκραγεί. Εκείνη πρόλαβε και πιάστηκε από την πόρτα να μην σωριαστεί κάτω.

«Έψαξα γη και ουρανό για να σε βρω».

«Τι θες εδώ;»

«Ήρθα για αυτά που είναι δικά μου», δήλωσε και μπήκε μέσα παρά τις αντιρρήσεις της Κατερίνας. «Μην φοβάσαι, δεν με είδε κανείς στην γειτονιά. Αυτός που πρέπει να φοβάται είναι ο λιμοκοντόρος που πήγες και βρήκες. Αυτός μωρέ ο χλεχλές θα μεγαλώσει το παιδί μου;»

«Μη μιλάς έτσι! Αν θυμάσαι καλά εσύ με παράτησες όταν έμαθες ότι είμαι έγκυος και αυτός ο λιμοκοντόρος που λες, πήρε την ευθύνη να με φροντίσει. Την δική σου ευθύνη!»

«Ναι, στον θίξαμε! Τι έγινε, Κατερίνα; Μεγαλοπιάστηκες τώρα και δεν βλέπεις καθαρά; Έμαθα για αυτόν. Ένας κακομοίρης είναι που έχασε γυναίκα και παιδί και βρήκε αντικαταστάτρια!»

«Δεν είναι έτσι…» χαμήλωσε τα μάτια της. Δεν μπορεί να ήταν έτσι.

«Εγώ ήρθα να σου πω την αλήθεια. Αν θες άνοιξε τα αυτιά σου να την ακούσεις. Δεύτερη ήρθες εδώ και δεύτερη θα είσαι πάντα! Και αν θες να ξέρεις, εγώ έφυγα γιατί δεν ήμουν έτοιμος»

«Και τι ήρθες τώρα να μου πεις, ότι είσαι;»

«Ναι! Τα ξαναβρήκα με τον πατέρα μου και με πήρε πίσω στην δουλειά. Αύριο μεθαύριο το μαγαζί του θα είναι δικό μου. Έστρωσα το μέλλον μου, παράτησα το ποτό, τα πάντα. Για χάρη σου! Αλλά δεν μπορούσες να περιμένεις λίγο να δεις πόσα θα έκανα για εσένα. Βιάστηκες να με αφήσεις»

«Εγώ σε άφησα;»

«Ναι! Κι αν λέω ψέματα, απόδειξέ το. Μάζεψε τα πράγματά σου να φύγουμε μαζί. Τώρα!»

«Όχι. Δεν μπορώ. Δεν μπορώ να…»

«Να του το κάνεις αυτό; Τι να του κάνεις; Αυτός σε λίγο καιρό θα βρει άλλη πάλι να βάλει στην θέση σου. Αυτόν λυπάσαι; Ή το παιδί μας που θα μεγαλώσει χωρίς τον πατέρα του;»

«Εκείνος…»

«Εκείνος δεν είναι ο πατέρας του παιδιού σου. Σε περιμένω στο αμάξι»

Η Κατερίνα διαλύθηκε. Κοίταξε το σπίτι. Τα πλεκτά πάνω στον καναπέ. Τις φωτογραφίες της με τον Στρατή. Την κούνια στο υπνοδωμάτιό τους. Εκεί που λίγο καιρό μόνο πριν μπήκε και ξάπλωσε δίπλα του. Σαν αληθινό ζευγάρι. Πέρασε από την πόρτα κρατώντας μια τσάντα με τα πράγματά της και βγαίνοντας τραβήχτηκε η ζακέτα της στην τριανταφυλλιά της. Σαν να της έλεγε και εκείνη να μείνει.

Όταν ο Στρατής γύρισε σε ένα άδειο σπίτι, παραξενεύτηκε. Όσο περνούσε η ώρα και δεν γυρνούσε η Κατερίνα, ανήσυχε. Βγήκε στην γειτονιά να δει μήπως είχε ξεχαστεί και έπινε καφέ με καμία γειτόνισσα. Όταν του είπαν ότι δεν ήξεραν πού ήταν, αλλά την είδαν να φεύγει με έναν άγνωστο άντρα και μια τσάντα στο χέρι, κατάλαβε. Ως εκεί ήταν η ιστορία τους και αυτό ήταν το τέλος της.

Η Κατερίνα ξύπνησε παράξενα εκείνο το πρωινό. Δεν είχε βρει ένα τριαντάφυλλο δίπλα στο μαξιλάρι της όπως κάθε πρωί. Δεν είχε βρει πρωινό στο τραπέζι, στυμμένο χυμό πορτοκάλι και μπισκότα από τον φούρνο. Αντί για αυτό, βρήκε έναν άντρα που υποτίθεται είχε κόψει το ποτό να βρωμάει αλκοόλ και να της ζητάει να του ετοιμάσει να φάει. Γρήγορα κατάλαβε ότι η τόσο μεγάλη επιθυμία του Αποστόλη να ενωθούν ως οικογένεια, ήταν ο τεράστιος εγωισμός του ότι έχασε αυτό που είχε και κάποιος άλλος το είχε κάνει δικό του. Ότι κάποιος άλλος είχε κάνει καλύτερα αυτό που έπρεπε ο ίδιος να κάνει. Και δεν θα άφηνε κανέναν να τον νικήσει. Η Κατερίνα μετάνιωσε τόσο για το λάθος που έκανε να τον ακολουθήσει, που δεν ήξερε πια τι έπρεπε να κάνει. Σαν να ήταν σε ένα αδιέξοδο που δεν είχε άλλο δρόμο. Τόσο μεγάλη ήταν η ντροπή της. Σκέφτηκε να γυρίσει στην γιαγιά της, μα δεν θα το άντεχε να την κοιτάξει στα μάτια. Να γυρίσει στον Στρατή ούτε λόγος. Αρκετά τον είχε πληγώσει. Μα όσο περνούσε ο καιρός ένιωθε λες και είχε ένα σχοινί γύρω από τον λαιμό της και την έσφιγγε τόσο πολύ που θα την έπνιγε.

Όταν την έπιασαν οι πόνοι, ένα βροχερό βράδυ, πήρε την τσάντα με τα πράγματά της και χάθηκε στους δρόμους. Δεν ήξερε πόση ώρα περπατούσε. Δεν έβλεπε από την βροχή και τα δάκρυα στα μάτια. Μόνο προχωρούσε και προσευχόταν. Για ένα σημάδι. Σταμάτησε και έκατσε κουρασμένη σε μια άκρη στον δρόμο. Σκούπισε τα μάτια της και κοίταξε το σπίτι απέναντί της. Είχε έναν όμορφο κήπο. Γεμάτο τριανταφυλλιές. Ήξερε πού έπρεπε να πάει.

«Στρατή…»

Δεν πίστευε ότι θα την ξαναδεί. Η Κατερίνα στεκόταν ολόβρεχτη στην πόρτα και κρατούσε την κοιλιά της. Έλεγε μόνο το όνομά του και έκλαιγε. Εκείνος την έπιασε από τους ώμους και την έβαλε γρήγορα μέσα στο σπίτι. Κοίταξε έξω να δει μήπως την είχε ακολουθήσει κανείς.

«Σε πείραξε;»

«Γεννάω, Στρατή…»

«Έλα, κάτσε εδώ. Θα φέρω βοήθεια», την έβαλε να ξαπλώσει στον καναπέ και πήρε το παλτό του πριν βγει έξω τρέχοντας.

Χτύπησε την πόρτα μιας ηλικιωμένης γειτόνισσας που ήταν μαία στα νιάτα της και την έπεισε να τον ακολουθήσει.

«Δεν είναι καλά τα πράγματα», είπε με την πρώτη ματιά.

Ο Στρατής πήγαινε πάνω κάτω στο σαλόνι ταραγμένος. Την είχε ξανακούσει αυτήν την κουβέντα.

«Πονάω!», ούρλιαζε η Κατερίνα.

«Πώς να μην πονάς που το έσφιγγες το μωρό να μην βγει! Πόση ώρα περπατούσες;» έριξε μια κουβέρτα πάνω στα μουσκεμένα της ρούχα.

«Μια ώρα», είπε πριν βγάλει άλλη μια κραυγή.

«Θα κάνω ό,τι μπορώ. Κάλεσε τον γιατρό γρήγορα», τον πρόσταξε η ηλικιωμένη.

Ο Στρατής έπιασε το σταθερό και κάλεσε στο νοσοκομείο της πόλης. Κάθε ουρλιαχτό της ήταν άλλη μία μαχαιριά στα σωθικά του. Πονούσε εκείνη, πονούσε και αυτός. Έκλαιγε εκείνη, έκλαιγε και αυτός γυρισμένος στο παράθυρο να περιμένει να δει τον γιατρό να έρχεται. Μα η καταιγίδα λύσσαγε έξω και οι δρόμοι είχαν μετατραπεί σε ποτάμια. Αν είχε αργήσει η Κατερίνα δεν τα είχε καταφέρει.

Το κλάμα του μωρού ακούστηκε και τους έκανε όλους και σώπασαν. Απόλυτη σιωπή, να ακουστεί εκείνο, το μικρό κοριτσάκι που πάλεψε και κέρδισε γενναία την ζωή του. Η μαία ανακουφισμένη βγήκε έξω να πλυθεί. Η Κατερίνα χαμογελούσε και κρατούσε στην αγκαλιά της το μωρό. Ο Στρατής βουρκωμένος πλησίασε κοντά. Έσκυψε και γονάτισε δίπλα της.

«Μου το είπες ότι θα ακούσω το πρώτο του κλάμα. Μου το υποσχέθηκες ότι θα το πάρω αγκαλιά. Έπρεπε να σου έχω πιο πολλή εμπιστοσύνη. Πίστεψα ότι δεν θα ξαναγυρίσεις», της είπε απαλά.

«Συγγνώμη», πλάνταξε, γιατί δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η καρδιά του ήταν τόσο ταπεινή, που μέσα σε λίγη ώρα κατάφερε να την συγχωρήσει.

«Μην ζητάς συγγνώμη. Είσαι εδώ. Αυτό έχει σημασία. Τίποτα άλλο», την φίλησε στο μέτωπο, μα εκείνη σήκωσε το πρόσωπο της και μισάνοιξε τα χείλη της για να την φιλήσει.

Εκεί έδωσαν το πρώτο τους φιλί, πάνω από το νεογέννητο μωρό τους που σφράγισε την αγάπη τους για πάντα.

Όταν κόπασε η καταιγίδα και κατάφερε να έρθει ο γιατρός, επιβεβαίωσε ότι ήταν ένα υγιέστατο και πολύ τυχερό μωρό. Γιατί κατάφερε να κρατηθεί στην ζωή και γιατί θα την περνούσε μέσα σε μια όμορφη οικογένεια. Αλλά η ησυχία δεν κράτησε για πολύ.

Ένα από τα επόμενα βράδια, η πόρτα του σπιτιού χτύπησε τόσο πολύ που νόμιζαν ότι θα πέσει. Ο Στρατής σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι και έβγαλε το μωρό από την κούνια. Το έβαλε στα χέρια της Κατερίνας και της ζήτησε να μην βγει από το δωμάτιο. Ό,τι και να γίνει.

«Έρχομαι!» φώναξε και άνοιξε την πόρτα. Την έκλεισε πίσω του πριν προλάβει να μπουκάρει μέσα ο Αποστόλης. Με το χέρι του τον απώθησε και τον έσπρωξε κάτω από τα σκαλιά.

«Πόση ώρα έκανες να ανοίξεις;» παραπάτησε με ένα μπουκάλι στο χέρι.

«Τι θες εδώ τέτοια ώρα; Και σε αυτήν την κατάσταση;»

«Ήρθα να δω τι κάνετε. Πώς είναι το μωρό μου; Έμαθα ότι γέννησε η Κατερίνα».

«Είναι καλά και οι δύο. Είναι καλύτερα όμως χωρίς εσένα».

«Σοβαρά; Είναι καλύτερα χωρίς τον πατέρα του;» ρώτησε και ήπιε μια γερή γουλιά από το μπουκάλι.

«Εγώ είμαι ο πατέρας του! Εγώ είμαι ο άντρα της! Εσύ καλά θα κάνεις να φύγεις και να μην γυρίσεις ποτέ ξανά!»

«Έχω δικαιώματα! Δεν σου τα ‘πανε καλά. Επειδή εσύ έχασες την γυναίκα και το παιδί σου θες να τα χάσω και εγώ τώρα; Ναι! Τι κοιτάς σαν χάνος; Φυσικά και ξέρω το παρελθόν σου».

«Εγώ μπορεί να μην ξέρω το παρελθόν σου, αλλά βλέπω το παρόν και κρίνω το μέλλον σου. Καμιά ελπίδα δεν έχει η Κατερίνα να είναι ευτυχισμένη μαζί σου. Είσαι αμετανόητος! Δεν ξέρω πώς κατάφερες και την έπεισες να φύγει μαζί σου, αλλά γύρισε και δεν πρόκειται να ξαναφύγει».

«Είσαι σίγουρος;»

«Ναι, απόλυτα»

«Πώς το ξέρεις;»

«Γιατί αυτή είναι η τελευταία φορά που πλησιάζεις αυτό το σπίτι!»

«Εντάξει, εντάξει, μη φωνάζεις. Ξέρεις όμως, εμείς είχαμε όνειρα και σχέδια. Και εσύ τώρα μου λες να τα ξεχάσω όλα. Πώς μπορώ να το κάνω αυτό;»

«Πόσα θες;»

«Όσα έχεις»

«Θα στα δώσω»

«Να δω μετά αν θα σε θέλει μπατίρη η Κατερίνα», γέλασε και ήπιε ό,τι είχε μείνει στο μπουκάλι.

«Νομίζεις ότι είναι μαζί μου για τα χρήματα;»

«Γιατί άλλο;»

«Ανόητε! Τυφλός είσαι από εγωισμό και δεν μπορείς να δεις. Μα αν ποτέ μάθεις ξανά νέα της, να ξέρεις θα σου πουν ότι γεράσαμε μαζί».

Ο Αποστόλης στάθηκε εκεί στην άκρη και τον έβλεπε να σηκώνει το φτυάρι και να ξεπατώνει την τριανταφυλλιά. Όταν τελείωσε το σκάψιμο, έσκυψε και ξέθαψε ένα πουγκί και του το έδωσε στα χέρια.

«Πολλά φαίνονται», το κούνησε στην παλάμη του χασκογελώντας.

«Λίγα είναι για να μην ενοχλήσεις ξανά την οικογένειά μου. Γιατί αν τολμήσεις να έρθεις εδώ πάλι και να ζητήσεις και άλλα, θα βάλω εσένα κάτω από την τριανταφυλλιά»

Ο Αποστόλης έκανε μερικά βήματα πίσω και έχωσε το πουγκί στην τσέπη του. Γύρισε και έφυγε και δεν γύρισε ποτέ ξανά εκεί.

«Έφυγε;»

«Ναι, έφυγε. Τι κοιτάς από το παράθυρο;»

«Την τριανταφυλλιά μου».

«Συγγνώμη, το ξέρω ότι σου είχα υποσχεθεί ότι ήταν δικά σου».

«Στρατή μου…» έπιασε με τα χέρια της το πρόσωπό του. Τα μάτια του την κοιτούσαν σαν να ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο. Και το ένιωθε και εκείνη ότι ήταν μαζί του.

«Με συγχωρείς, Κατερίνα;»

«Δεν έκανες κάτι λάθος. Αν δεν την ξεπάτωνες εσύ, θα το έκανα εγώ. Θα έκανα τα πάντα για να διορθώσω τα πράγματα. Λυπάμαι μόνο που όσα σου άφησε ο παππούς σου τα πήρε ο Αποστόλης».

«Εσένα δεν πήρε. Αυτό με νοιάζει»

«Με αγάπησες τόσο τελικά;»

«Τόσο. Εσύ πόσο;»

«Τόσο», τον έσφιξε στην αγκαλιά της, στο καταφύγιό του και αυτός την τύλιξε με τα χέρια του, στο δικό της καταφύγιο.

Το κορίτσι τους το ονόμασαν Ουρανία, μετά από απαίτηση του Στρατή να πάρει το όνομά της γιαγιάς της. Της γυναίκας που τους ένωσε. Η Κατερίνα ήθελε να δώσει το όνομα της γυναίκας του ή αυτό που θα έδιναν στο μωρό του, μα εκείνος αρνήθηκε. Της είπε ότι ζουν μέσα στην καρδιά του και από εκεί μέσα δεν θα χαθούν ποτέ.

Σε όλη τη ζωή που έζησαν μαζί, ο Στρατής φύτεψε ξανά μια τριανταφυλλιά για την Κατερίνα, μια για την μικρή Ουρανία και άλλες τρεις ακόμη για τα παιδιά που έκαναν μαζί. Φύτεψε και μια για την γυναίκα και το παιδί που έχασε. Η οικογένειά του έμεινε ενωμένη για πάντα και τίποτα δεν μπήκε ποτέ ανάμεσά τους.

Η γιαγιά Ουρανία έφυγε μετά από λίγα χρόνια, ήσυχη και ήρεμη που κατάφερε να χαρίσει στην εγγονή της μια όμορφη ζωή. Σε εκείνο το κορίτσι που ξεκίνησε πριν χρόνια με ένα κάρο, ένα νυφικό και ένα μωρό στην κοιλιά να βρει έναν άντρα που δεν γνώριζε και δεν αγαπούσε. Έναν άντρα που σήκωνε και αυτός το δικό του σταυρό και δεν πίστευε ότι θα καταφέρει να αγαπήσει ξανά. Και τώρα το σπίτι γέμισε ζωή και γέλια παιδιών και το χαμόγελο δεν έφυγε ποτέ ξανά από τα χείλη τους. Ακριβώς όπως του υποσχέθηκε εκείνη τη μέρα μέσα στο αυτοκίνητό η Κατερίνα. Έζησαν μαζί ως τα βαθιά γεράματα, είδε τα ξανθά μαλλιά της να ασπρίζουν και δεν άφησε ποτέ ο ένας τον άλλον. Ήταν ενωμένοι ως το τέλος.

CC

One response to “Η τριανταφυλλιά”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading