Το μήλο στεκόταν πάνω στο τραπέζι, γυμνό, εκτεθειμένο, έξω από τη γαβάθα που ήταν η ζώνη προστασίας του. Φαινομενικά, έμοιαζε με ένα κατακόκκινο, ζουμερό, φρέσκο μήλο. Ξαφνικά, μια μικρή τρύπα άνοιξε στη σάρκα του. Από μέσα ξεπρόβαλε το κεφάλι ενός σκουληκιού. Ήταν μικρό, σχεδόν ασήμαντο, μα τη ζημιά την είχε κάνει. Σύρθηκε πάνω στην κατακόκκινη φλούδα, άφησε πίσω του ένα γυαλιστερό ίχνος και ύστερα ξαναχώθηκε μέσα, ανοίγοντας νέα τρύπα.
Και συνέχισε να τρυπά το μήλο, μέχρι που η σάρκα του έγινε σουρωτήρι· μέχρι που το κόκκινο χρώμα της φλούδας στράγγιξε και άρχισε να χύνεται στο πάλλευκο τραπέζι σαν αίμα. Και συνέχισε να το κατατρώει από μέσα, μέχρι που δεν έμεινε τίποτα. Μέχρι που…
Η εικόνα θρυμματίστηκε. Εκείνη συνήλθε απότομα. Καθόταν στην καρέκλα με το βλέμμα καρφωμένο στο φρούτο, προσπαθώντας απεγνωσμένα να εστιάσει σε κάτι άλλο για να τραβήξει μακριά το μυαλό της από αυτό που συνέβαινε. Το μήλο έστεκε ακόμη εκεί. Αγέρωχο. Ανέπαφο. Φαινομενικά τέλειο. Φαινομενικά υγιές. Και όμως, θα ορκιζόταν ότι είδε το σκουλήκι να ξεπροβάλλει από μια μικρή τρύπα. Θα ορκιζόταν ότι το είδε να κατατρώει τη σάρκα ώσπου δεν έμεινε τίποτα. Θα ορκιζόταν ότι είδε τη φλούδα να αιμορραγεί. Θα ορκιζόταν πως…
Θα ορκιζόταν πως εκείνη ήταν το μήλο. Και πως οι φωνές του, που αντηχούσαν πάνω από το κεφάλι της, ήταν το σκουλήκι που της κατέτρωγε τα σωθικά.
Θυμήθηκε πως πάντα της έλεγε ότι θα την προστάτευε από κάθε κακό· μόνο που το κακό τελικά είχε τη μορφή του. Εκείνη έμοιαζε όμορφη απ’ έξω. Έμοιαζε αγέρωχη, ανέπαφη, υγιής. Και ήταν. Σωματικά ήταν υγιής. Η ψυχική της σάρκα όμως είχε αρχίσει να στραγγίζει, να συρρικνώνεται, να μαραίνεται, να πεθαίνει. Και σιγά σιγά, θα έβγαινε στην επιφάνεια.
«Η λεκτική βία», της είχαν πει, «είναι το ίδιο με τη σωματική».
Δεν τους πίστευε. Δεν το περίμενε. Δεν ήταν έτσι στην αρχή. Στην αρχή οι τρύπες στη σάρκα της, όπως στη σάρκα του μήλου, ήταν πολύ μικρές και επουλώνονταν. Τώρα όμως, είχαν πολλαπλασιαστεί. Και πριν προλάβει να κλείσει η μία, άνοιγε η επόμενη. Και το σκουλήκι θα της κατέτρωγε τα σωθικά μέχρι που δεν θα έμενε τίποτε από αυτήν.
Σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Φώναζε. Ωρυόταν. Σάλια πετάγονταν από το στόμα του· σάλια που ήταν ποτισμένα με δηλητήριο· σάλια τοξικά, που της κατέτρωγαν τη σάρκα. Μόλις ακουμπούσαν το δέρμα της, το τσουρούφλιζαν.
Εκείνη έφταιγε για όλα. Εκείνη ήταν η αιτία της δυστυχίας τους. Εκείνη τον έπνιγε. Εκείνη…
Το φως του ήλιου έπεφτε πάνω στο τραπέζι. Την τύφλωνε.
Έκλεισε τα μάτια. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που την κατηγόρησε. Ήταν μια μικρή τρύπα τότε. Τώρα, είχε γίνει κρατήρας.
Το κουδούνι χτύπησε. Ήξερε ότι ήταν η γειτόνισσα που άκουγε τον θυμό του. Ήξερε ότι έπρεπε να ανοίξει, να δείξει ότι όλα ήταν καλά, αγέρωχα. Μα δεν μπορούσε να κουνηθεί. Το σκουλήκι την είχε καθηλώσει.
Η φωνή του ανέβηκε μια οκτάβα. Και τότε το μήλο κύλησε στην άκρη του τραπεζιού και έπεσε με έναν δυνατό, κούφιο θόρυβο. Έμοιαζε σαν να μην άντεξε άλλο τον κλονισμό των φωνών του.
Κάρφωσε το βλέμμα της στο πάτωμα. Εκεί, δίπλα στο ελαφρώς χτυπημένο μήλο, είδε το σκουλήκι να ξεπροβάλλει, πανικόβλητο από την πτώση. Ήταν η αρχή. Ήξερε πως αν το άφηνε, θα το κατέτρωγε.
Της ήρθε η εικόνα της σάρκας που αιμορραγούσε˙ της σκέψης ότι θα γινόταν κι εκείνη έτσι, άδεια. Δεν υπήρχε πια χώρος για επούλωση, μόνο για οριστικό τέλος. Έπρεπε να το σταματήσει τώρα.
Σηκώθηκε όρθια, χωρίς να τον κοιτάξει. Πάτησε το σκουλήκι με δύναμη, μέχρι που εξαφάνισε κάθε ίχνος του.
Το κουδούνι χτύπησε ξανά. Άνοιξε την πόρτα. Μια γυναίκα στεκόταν απ’ έξω, με ανήσυχο βλέμμα.
«Όλα καλά;» τη ρώτησε.
Χαμογέλασε ήρεμα.
«Ναι. Τώρα, ναι».
Έκλεισε την πόρτα, μάζεψε το μήλο απ’ το πάτωμα και το κράτησε στα χέρια της. Χάιδεψε τη μικρή τρύπα που είχε αφήσει το σκουλήκι. Μπορεί να έπαιρνε χρόνο, αλλά στο τέλος θα επουλωνόταν.
Το φως του ήλιου έπεφτε ακόμη πάνω στο τραπέζι. Μα τώρα δεν την τύφλωνε. Για πρώτη φορά, την έκανε να νιώσει ζεστασιά.
Ερωδίτη Παπαποστόλου
