Όταν ο φόβος βρήκε φωνή

Νέα Υόρκη, 1874

– Είμαστε χρόνια φίλοι, σ’ εκτιμώ και σε σέβομαι όσο λίγους, αλλά… Έττα, ξέρεις πού ήρθες; ο Χένρι την κοιτούσε χτυπώντας νευρικά τα δάχτυλά του πάνω στο γραφείο του

– Ξέρω, Χένρι. Στο γραφείο του ιδρυτή της Εταιρίας Προστασίας Ζώων. του απάντησε κοιτώντας τον με θάρρος στα μάτια

– Ακριβώς, αγαπητή μου! Προστασίας ζώων! Εσύ όμως δεν μου μιλάς για κάποιο άλογο ή κάποιο σκύλο, μιλάς για παιδί! Πώς μπορώ να βοηθήσω εγώ σε μια τέτοια ιστορία; Η εξουσία μου, δεν…

– Αν υπάρχει νόμος που μπορεί να προστατεύσει ένα ζώο από τη βαρβαρότητα, γιατί να μην προστατεύει κι ένα παιδί, Χένρι;

Το ύφος της Έττα ήταν σκληρό κι έκανε εκείνο του Χένρι να μαλακώσει. Ο εξηντάχρονος άντρας έσφιξε τα χείλη κι έμεινε να την κοιτάζει για λίγα δευτερόλεπτα. Γνώριζε την Έττα πολλά χρόνια, ο σύζυγός της ήταν καρδιακός του φίλος και πάντα την θαύμαζε για την καλοσύνη και την οξυδέρκειά της. Ήταν μια γυναίκα με μεγάλη αγάπη στο Θεό κι ακόμη μεγαλύτερη στους ανθρώπους και φρόντιζε να βοηθάει με όποιο τρόπο μπορούσε, όποιον είχε ανάγκη. Η ιστορία του μικρού κοριτσιού, την είχε συγκλονίσει κι αυτό φαινόταν στα μάτια της, που ήταν υγρά απ’ την πρώτη στιγμή που μπήκε στο γραφείο του. Ο Χένρι ήταν σίγουρος πως η Έττα δεν υπερέβαλε, το κοριτσάκι πρέπει να βασανιζόταν βάναυσα απ’ τους γονείς του, όμως κι εκείνος, τι θα μπορούσε να κάνει;

– Θα στείλω γράμμα στον δικηγόρο της εταιρίας, βρίσκεται στη Φιλαδέλφεια και…

– Δεν έχουμε τόσο χρόνο, Χένρι! Το παιδί κινδυνεύει! Πρέπει να κινηθούμε άμεσα!

– Έχεις δίκιο, Έττα. Θα του στείλω τηλεγράφημα αμέσως. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για τη μικρούλα. Αν ο νόμος προστατεύει τα ζώα, ίσως τώρα ήρθε η ώρα να προστατεύσει και τα παιδιά μας!

Φτάνοντας στο σπίτι της, κάθισε στον μεγάλο γκρι καναπέ της και σκέπασε τα πόδια της μ’ ένα καφετί κουβερτάκι. Ήταν μια πολύ κρύα μέρα και την είχε περάσει στους δρόμους. Τα μηνίγγιά της χτυπούσαν σαν τρελά απ’ την πίεση που ένιωθε, ούτε το χαμομήλι που είχε φτιάξει, φαινόταν να βοηθάει. Το μόνο που θα μπορούσε να την κάνει να νιώσει καλύτερα, ήταν να ήξερε πως η μικρή Έλεν, θα ήταν ασφαλής.

Ήταν περίπου είκοσι μέρες πριν, που είχε πάει να επισκεφτεί την κυρία Σκοτ, στην Παλιά Ανατολική Συνοικία, για να της πάει φάρμακα και κάποια τρόφιμα απ’ την εκκλησία στην οποία ήταν εθελόντρια. Η κυρία Σκοτ είχε περάσει τους τελευταίους μήνες στο νοσοκομείο κι έτσι μόλις η Έττα πληροφορήθηκε πως είχε επιστρέψει στο σπίτι της, έσπευσε να την επισκεφτεί. Ήταν σίγουρη πως θα είχε ανάγκη από αρκετά πράγματα, αλλά κυρίως απ’ την παρέα της Έττα, μιας κι η κυρία Σκοτ ήταν μια ηλικιωμένη, ανήμπορη γυναίκα, χωρίς οικογένεια.

Όπως η Έττα ανέβαινε τα ξύλινα, ετοιμόρροπα σκαλοπάτια, κρατώντας στο δεξί της χέρι το καλάθι με τα πράγματα για την ηλικιωμένη, φωνές και κλάματα τράβηξαν την προσοχή της. Σύντομα κατάλαβε πως προέρχονταν απ’ το διαμέρισμα, δίπλα σ’ εκείνο της κυρίας Σκοτ. Ταράχτηκε, γιατί τα κλάματα που ακούγονταν ήταν σπαρακτικά, αλλά ήταν απ’ τους ήχους που είχε συνηθίσει τόσα χρόνια στα σπίτια που μπαινόβγαινε για βοήθεια. Σ’ εκείνες τις εποχές, ήταν σύνηθες οι γονείς να τιμωρούν τα παιδιά τους με ξύλο και φωνές. Για κάποιο λόγο όμως, η Έττα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.

– Έχετε καινούριους γείτονες, κυρία Σκοτ; ρώτησε με ενδιαφέρον η Έττα, αφού είχε τακτοποιήσει τα πράγματα στα ντουλάπια της ηλικιωμένης και της είχε φτιάξει ένα ζεστό χαμομήλι

– Ω, Έττα, γλυκιά μου… Έχει έρθει μια οικογένεια δίπλα, μ’ ένα μικρό κοριτσάκι. Να δεις πώς το λένε… Έλεν νομίζω… Ω ναι, Έλεν, έτσι το λένε. Οι γονείς του… δεν ξέρω… νομίζω ότι… δεν θέλω να πάρω κι αμαρτία, μα το είδα μια δυο φορές το παιδί και μοιάζει… είναι κατατρομαγμένο και γεμάτο σημάδια…

– Το χτυπούν εννοείτε; ρώτησε η Έττα κι ένιωσε ένα μούδιασμα στη σπονδυλική της στήλη

– Όχι Έττα μου, δεν το χτυπούν για πειθαρχία όπως όλοι… Αυτό είναι… τρόμαξα! Αν δεις το κοριτσάκι, θα καταλάβεις. Ούτε απ’ το σπίτι βγαίνει καλά καλά, ελάχιστες φορές το έχω δει. Δεν ξέρω… ο Θεός να βάλει το χέρι του.

Η Έττα έφυγε εκείνη τη μέρα απ’ το σπίτι της κυρίας Σκοτ μ’ έναν κόμπο στο λαιμό. Την είχαν ταράξει οι περιγραφές της ηλικιωμένης και σε συνδυασμό με τα σπαρακτικά κλάματα που είχε ακούσει κι η ίδια, άρχισε να φτιάχνει άσχημα σενάρια στο μυαλό της. Ναι, το ξύλο στα παιδιά απ’ τους γονείς τους εκείνες τις εποχές ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο, αλλά η διαίσθησή της της έλεγε πως αυτό ήταν κάτι διαφορετικό, πιο σκοτεινό.

Την επόμενη φορά που επισκέφτηκε την κυρία Σκοτ, μπήκε στο κτίριο κρατώντας δύο καλάθια στα χέρια της. Το ένα για την ηλικιωμένη γυναίκα και το άλλο για το διπλανό διαμέρισμα. Έπρεπε να δει τι συνέβαινε εκεί μέσα και το να παραστήσει πως πήγαινε βοήθεια, της φάνηκε ο μόνος τρόπος.

Χτύπησε την εξώπορτα δυνατά και σύντομα την είδε ν’ ανοίγει μπροστά της.

– Τι θέλετε; την ρώτησε η γυναίκα που άνοιξε την πόρτα

Η Έττα έμεινε να την κοιτάζει για λίγα δευτερόλεπτα. Τα μάτια της ήταν μικρά και ψυχρά και τα χείλη της σφιγμένα σε μια ίσια γραμμή. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα σ’ έναν ψηλό κότσο και φορούσε ένα καφέ μακρύ φουστάνι. Δεν φαινόταν πάνω από σαράντα χρονών.

– Είμαι από την εκκλησία του Αγίου Παύλου. Φέρνουμε τρόφιμα και φάρμακα σε οικογένειες της περιοχής που τα έχουν ανάγκη.

Το ύφος της γυναίκας μαλάκωσε, μα έμεινε εκεί, ακίνητη, φαινόταν απρόθυμη να της ανοίξει την πόρτα.

– Αν μ’ αφήσετε να περάσω, μπορώ να σας δώσω κάποια πράγματα τώρα και να μου πείτε τις ανάγκες σας, ώστε να φροντίσουμε και για την δική σας οικογένεια. Μόλις έφυγα απ’ το σπίτι της κυρίας Σκοτ, την επισκέπτομαι συχνά ξέρετε…

Η γυναίκα σαν να το σκέφτηκε κι έκανε ένα βήμα στο πλάι, αφήνοντας χώρο στην Έττα να μπει στο σπίτι. Η ατμόσφαιρα μέσα στο χώρο ήταν μουντή, οι τοίχοι ήταν ξεφλουδισμένοι σε σημεία και το μοναδικό παράθυρο του σαλονιού ήταν κλειστό. Τα λιγοστά έπιπλα ήταν εμφανώς παλιά και φθαρμένα. Η Έττα προσπάθησε να διατηρήσει το ευγενικό της ύφος και κάθισε σε μία πολυθρόνα. Κοίταξε τη γυναίκα χαμογελώντας κι άρχισε να της κάνει ερωτήσεις για το πόσα άτομα ζούσαν στο σπίτι, τι εισόδημα είχαν και όσα χρειαζόταν να ξέρει, σημειώνοντάς τα στο ντοσιέ που κρατούσε. Λεπτό το λεπτό η γυναίκα φαινόταν να χαλαρώνει και ν’ απαντάει πιο άνετα, η βοήθεια απ’ την εκκλησία ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη, μιας και με τα λιγοστά χρήματα που έβγαζε ο άντρας της, με το ζόρι κατάφερναν να επιβιώσουν.

Η Έττα, όσο ρωτούσε την γυναίκα για τις συνθήκες διαβίωσής τους και για τις ανάγκες τους, κοιτούσε διακριτικά γύρω της, αλλά το παιδί δεν φαινόταν πουθενά. Κάποια στιγμή κι αφού είχε ρωτήσει περισσότερα απ’ όσα όφειλε να γνωρίζει, σηκώθηκε απρόθυμα να φύγει, απογοητευμένη. Εκείνη την ώρα ήταν που μια μικρή φιγούρα φάνηκε στο άνοιγμα του μοναδικού δωματίου του σπιτιού. Ήταν εκείνη, η Έλεν.

– Η κόρη σας; Έλα γλυκιά μου! είπε με ενθουσιασμό η Έττα, κάνοντας ότι δεν έβλεπε τη γυναίκα που πήγε να μπει μπροστά της για να αποτρέψει αυτή τη συνάντηση

Η Έλεν έκανε λίγα διστακτικά βήματα προς το μέρος των δύο γυναικών. Η Έττα κάρφωσε το βλέμμα της πάνω στο κορίτσι. Πρέπει να ήταν γύρω στα δέκα, μα ήταν αρκετά μικροκαμωμένο. Τα μάτια της ήταν μεγάλα και καστανά κι έμοιαζαν αταίριαστα μελαγχολικά για την ηλικία της. Είχε κοντά μαύρα μαλλιά, ασύμμετρα κουρεμένα και φορούσε ένα μακρύ βαμβακερό φόρεμα σε γκρι χρώμα, που μάλλον κάποτε ήταν γαλάζιο ή κάτι τέτοιο.

– Είμαι η Έττα. Εσένα πώς σε λένε; τη ρώτησε γονατίζοντας μπροστά της

– Έλεν. ψέλλισε το παιδί και έριξε ένα φοβισμένο βλέμμα στη μητέρα του

– Έλεν, έχω φέρει σοκολάτες για σένα και σύντομα θα έρθω και θα σου φέρω κι άλλα πράγματα, ναι; της χαμογέλασε, χωρίς να έχει σταματήσει στιγμή να την κοιτάζει εξεταστικά

– Κυρία Έττα σας ευχαριστούμε. Θα σας περιμένουμε. ακούστηκε η ξύλινη φωνή της γυναίκας πίσω της, δίνοντάς της το μήνυμα πως έπρεπε να φύγει.

*****

– Το αριστερό της χέρι ήταν μελανιασμένο κι είχε βαθιές γρατζουνιές στο λαιμό. Στην δεξιά πλευρά του κεφαλιού της, λίγο πάνω από το μάτι, είχε μια μεγάλη πληγή. Το παιδί αυτό κινδυνεύει!

– Μήπως υπερβάλετε; Μπορεί απλά να χτύπησε! Όλα τα παιδιά χτυπάνε!

– Το παιδί είναι παραμελημένο και κακοποιημένο, δεν ακούτε τι σας λέω τόση ώρα;

– Κυρία μου, μην ανακατεύεστε σε ξένα σπίτια! Ασχοληθείτε με τη δουλειά σας!

Αυτός ήταν ο διάλογος στο αστυνομικό τμήμα που απευθύνθηκε η Έττα, αμέσως μετά την επίσκεψή της στο σπίτι της Έλεν. Κι αντίστοιχες ήταν κι οι απαντήσεις που της έδωσαν απ’ την εκκλησία. Όχι τόσο σκληρές, αλλά το ίδιο αποστασιοποιημένες. “Μια γυναίκα, Έττα, δεν πρέπει να μπλέκεται σε υποθέσεις ξένων σπιτιών. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσευχηθούμε γι’ αυτό το παιδί. Τι άλλο; Αν ήταν ζώο, ναι, θα μπορούσαμε να κάνουμε αναφορά. Για το παιδί όμως…”. Αυτή η τελευταία φράση ήταν που έφερε στο μυαλό της Έττα τον φίλο της τον Χένρι, γιατί εκείνος είχε όλες τις διασυνδέσεις, όλη την εξουσία να βοηθήσει κάποιο κακοποιημένο ζώο. Γιατί να μη μπορούσε να κάνει το ίδιο και για ένα παιδί;

*****

Μέσα σε δέκα μέρες από εκείνο το απόγευμα στο γραφείο του Χένρι, το αίτημα του δικηγόρου του είχε ήδη κατατεθεί στο δικαστήριο της Νέας Υόρκης. Ο δικαστής ήταν επιφυλακτικός στην αρχή, αλλά η επιμονή του δικηγόρου και το επιχείρημά του πως “το παιδί είναι ζωντανό ον που αξίζει προστασίας όπως ένα ζώο”, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, ήταν αυτό που ξεκλείδωσε τις διαδικασίες.

Μέχρι να ολοκληρωθούν τα γραφειοκρατικά, η Έττα επισκεπτόταν συνεχώς το σπίτι της Έλεν με πρόσχημα την παροχή βοήθειας, ενώ απώτερος σκοπός της ήταν να είναι σε όσο πιο συχνή επαφή μπορούσε με το παιδί, αφενός για να ελέγχει την κατάστασή του, αφετέρου για να έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους κι οι γονείς, πως κάποιος μπορεί να τους καταλάβει και να πάψουν να είναι τόσο βίαιοι.

Η Έττα ήταν η πρώτη μάρτυρας που καλέστηκε για να καταθέσει κι ακολούθησαν η κυρία Σκοτ και δύο ακόμη άντρες, κάτοικοι της πολυκατοικίας. Μετά τις συγκλονιστικές μαρτυρίες, ο δικαστής έδωσε γραπτή εντολή στις αρμόδιες αρχές, να επισκεφτούν το σπίτι που έμενε η Έλεν και σε περίπτωση που κριθεί πως κινδυνεύει, να αφαιρέσουν προσωρινά την επιμέλεια. Ο δικηγόρος, καθώς και ο Χένρι, πήγαν στο σπίτι μαζί με την αστυνομία και διαπίστωσαν με φρίκη πως το παιδί είχε υποστεί συστηματική και σκληρή κακοποίηση και το απομάκρυναν άμεσα.

Η δίκη ορίστηκε περίπου είκοσι μέρες αργότερα. Η Έττα, καθώς και οι υπόλοιποι μάρτυρες, κατέθεσαν δίνοντας σκληρές και γλαφυρές περιγραφές για την κατάσταση του παιδιού, κάτι που οδήγησε τον δικαστή να αποφασίσει άμεσα την καταδίκη της μητέρας (σε ένα χρόνο φυλάκιση) και την μόνιμη απομάκρυνση της μικρής Έλεν απ’ το σπίτι της φρίκης. Η Έττα, στο άκουσμα αυτής της απόφασης, έκλεισε τα μάτια κι άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης.

– Κυρία Γουίλερ, το δικαστήριο αποφασίζει να τεθεί η Έλεν υπό την προστασία σας. ήταν τα τελευταία λόγια του δικαστή

Η Έττα σήκωσε το έκπληκτο βλέμμα της και το κόλλησε στο δικό του. Ένα αμυδρό χαμόγελο φάνηκε στα στενά χείλη του κι η Έττα έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της, ξεσπώντας σ’ ένα γοερό, λυτρωτικό κλάμα. Ήθελε να σώσει αυτό το παιδί κι όχι απλά τα είχε καταφέρει, αλλά πλέον της δινόταν η δυνατότητα να σταθεί στο πλάι του και να το βοηθήσει με όποιο τρόπο μπορούσε να απαλύνει τις πληγές της ψυχής του. Αυτό ήταν δώρο Θεού!

– Λύεται η συνεδρίαση. ακούστηκε η αυστηρή φωνή του δικαστή, που χτύπησε το σφυρί στο έδρανο και σηκώθηκε απ’ τη θέση του

*****

Η Έλεν μεγάλωσε σε ένα ήρεμο και στοργικό περιβάλλον. Έμαθε να διαβάζει και να γράφει και με την αγάπη της οικογένειας της Έττα, κατάφερε να γίνει μια καλή και ευσεβής γυναίκα. Παντρεύτηκε έναν άντρα που τη φρόντισε και την αγάπησε ειλικρινά και μαζί απέκτησαν δύο παιδιά. Έφυγε απ’ τη ζωή, πλήρης ημερών, στα ενενήντα δύο της και όλοι τη θυμόντουσαν για την καλοσύνη και τη γλυκύτητά της.

*****

Η ιστορία είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα.

Η ιστορία της Mary Ellen Wilson, αποτελεί την πρώτη καταγεγραμμένη υπόθεση παιδικής κακοποίησης, που οδήγησε στις μεταρρυθμίσεις του αμερικανικού νομικού συστήματος γύρω απ’ το θέμα. Μετά την πολύκροτη δίκη, η πολιτεία της Νέας Υόρκης, δημιούργησε τον πρώτο οργανισμό κατά της παιδικής κακοποίησης.

Ο Henry Bergh, βαθιά συγκλονισμένος απ’ όσα είχε δει κι ακούσει, ένα χρόνο μετά, ίδρυσε την “New York Society for the Prevention of Cruelty to Children”, την πρώτη εταιρία στον κόσμο, αφιερωμένη στην υπεράσπιση των παιδιών.

Η Etta Wheeler ανέλαβε την κηδεμονία της Mary Ellen κι έμεινε στην ιστορία ως παράδειγμα ανθρώπου που αποφάσισε να υπερασπιστεί το δίκαιο και το σωστό, παρά τις δυσκολίες και την ακαμψία του συστήματος.

Η ζωή της Mary Ellen, έγινε το σύμβολο κατά της παιδικής κακοποίησης, αλλάζοντας τον ρου της ιστορίας και χαρίζοντας στα παιδιά του κόσμου το δικαίωμα της προστασίας και της ασφάλειας.

Γιατί καμιά φορά, αρκεί μόνο μια φωνή για να διαλύσει το φόβο.

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading