Ο Ιάσωνας φοβόταν το σκοτάδι. Από μωρό είχε αυτή τη φοβία και τώρα στα εφτά του χρόνια βρισκόταν μπροστά στον χειρότερο του εφιάλτη.
Όταν οι φίλοι του αποφάσισαν να κάνουν κόντρα και άρχισαν να κατηφορίζουν τρέχοντας το βουνό, εκείνος κοκάλωσε στην κορφή του. Δεν υπήρχε περίπτωση να τους προλάβει και ο φόβος να μείνει πίσω, μόνος του, του έκοψε τα πόδια. Ο ήλιος είχε αρχίσει να χάνεται και ήταν ζήτημα χρόνου να πέσει το σκοτάδι. Η χαρά που ένιωσε εκείνο το απόγευμα όταν πέρασαν οι φίλοι του να τον πάρουν μαζί τους για βόλτα, εξαφανίστηκε σε μια στιγμή.
Έβγαλε το κινητό από την τσέπη του σορτς του και έψαξε το όνομα του πατέρα του. Θα ήταν ακόμα στην δουλειά, χιλιόμετρα μακριά και θα έσκαγε από την στεναχώρια του. Πόσες φορές του είχε πει να προσέχει όταν βγαίνει βόλτα στο χωριό, παρόλο που ήταν μικρό και ήσυχο, γιατί πάντα παραμονεύει ο κίνδυνος. Πόσες φορές τον είχε σταυρώσει η καημένη η γιαγιά του πριν περάσει την εξώπορτα και την άκουγε να ψιθυρίζει στον Θεό να της προσέχει το εγγονάκι της. Πόσες συμβουλές και ορμηνίες είχε ακούσει από το στόμα τους. Μόνοι ήταν οι τρεις τους από τότε που πέθανε η μάνα του από ατύχημα και λες και ο φόβος δεν έφυγε ποτέ από την καρδιά τους. Λες και περίμεναν ότι δεν είχε τελειώσει το κακό μαζί τους και πάντα είχαν άγχος για τον μικρό. Και να που τώρα είχαν δίκιο. Σε μια στιγμή γίνονται όλα.
Έτρεμε στην σκέψη να ακούσει την φωνή του πατέρα του και να πρέπει να του πει ότι είχε ξεμείνει στο βουνό και δεν ήξερε να γυρίσει. Έψαξε τα λίγα τηλέφωνα που είχε στο κινητό του και βρήκε το όνομα της μαμάς της καλύτερης του φίλης. Εκείνη ήταν μικρότερη ένα χρόνο και δεν έβγαινε ακόμα βόλτες με τα υπόλοιπα παιδιά. Αλλά μιλούσαν στο κινητό της μαμάς της και κανονίζανε και πήγαινε σπίτι του η φίλη του και έπαιζαν. Πάτησε πάνω στο όνομά της. Το έβαλε στο αυτί του και άκουγε το ένα μακρόσυρτο μπιπ μετά το άλλο. Η γυναίκα απάντησε και ο μικρός άνοιξε το στόμα να μιλήσει μα δεν έβγαινε μιλιά.
«Ιάσωνα, με ακούς;» επανέλαβε εκείνη.
«Κυρία Ελπίδα…» κατάφερε μόνο να πει πριν βάλει τα κλάματα.
«Τι συμβαίνει, καλέ μου;» ανακάθισε στον καναπέ ανήσυχη και άφησε το βιβλίο δίπλα της.
«Είμαι στο βουνό. Έχω χαθεί. Δεν ξέρω πώς να γυρίσω. Φοβάμαι», είπε κάθε φράση και με έναν λυγμό.
«Πώς έγινε αυτό;» είπε και σηκώθηκε αμέσως όρθια. Αλλά ο μικρός είχε πλαντάξει στο κλάμα και δεν μπορούσε να καταλάβει τι της έλεγε. «Πήρες τον πατέρα σου;»
«Όχι, φοβάμαι μη με μαλώσει»
«Γλυκέ μου, άκουσέ με. Πες μου το τηλέφωνό του και θα τον πάρω εγώ να του μιλήσω. Να είσαι σίγουρος ότι το μόνο που θα θέλει είναι να είσαι καλά. Μην ανησυχείς, θα σε βρούμε», είπε ενώ έβαζε ήδη τα αθλητικά της. Αποθήκευσε τον αριθμό που της έδωσε και έγραψε ένα σημείωμα στον άντρα της να το δει όταν γυρίσει από το μπαλέτο με την μικρή. Βούτηξε τον φακό και τα κλειδιά της και έκλεισε πίσω της την πόρτα. «Με ακούς ακόμη;»
«Ναι», μουρμούρισε ο μικρός και έκατσε στα χώματα κοιτώντας το χωριό του που του φαινόταν τόσο μακρινό πια.
«Μπορείς να μου πεις τι βλέπεις; Πώς φτάσατε εκεί; Θέλω να καταλάβω πόσο ψηλά είσαι για να προσπαθήσω να προσανατολιστώ»
«Περπατούσαμε στην άσφαλτο στον δρόμο για το ξωκκλήσι της Παναγίας. Στα μισά, μπήκαμε από έναν χωματόδρομο. Από εκεί ανεβήκαμε στο βουνό. Από εδώ βλέπω όλο το χωριό, ακόμη και την πόλη και την θάλασσα»
«Χριστέ μου!», μουρμούρισε σιγανά η Ελπίδα. «Εντάξει, Ιάσωνά μου. Θα σε κλείσω για πολύ λίγο και θα σε πάρω ξανά σε μερικά λεπτά. Θέλω να μείνεις εκεί που είσαι και να μην μετακινηθείς. Θα σε βρω! Στο υπόσχομαι ότι θα σε βρω»
Περπατούσε με ταχύ βήμα πάνω στην άσφαλτο, μέχρι που είδε στα δεξιά της το στενό με τον χωματόδρομο. Ανέβηκε με μεγάλα βήματα την απότομη ανηφόρα του και έψαξε ένα σημείο που να μην είχε πολύ πυκνή βλάστηση. Από εκεί υπέθεσε ότι θα είχαν μπει τα παιδιά στην βάση του βουνού. Όταν το βρήκε, σκαρφάλωσε και συνέχισε μέχρι να ανέβει όσο πιο ψηλά μπορούσε, φωνάζοντας συνεχώς το όνομα του παιδιού. Κάποια σημεία ήταν απότομα και παρόλο που ήταν μόλις τριάντα ετών, ζορίστηκε αρκετά να τα περάσει. Σε ένα ίσιωμα, έβγαλε το κινητό από την ζακέτα της και έκατσε λαχανιασμένη στο χώμα. Έπρεπε να πάρει αμέσως τον πατέρα του Ιάσωνα αφού μέχρι στιγμής δεν τον είχε βρει.
«Καλησπέρα. Είστε ο πατέρας του Ιάσωνα;»
«Ναι, πείτε μου»
«Είμαι η Ελπίδα, η μαμά της Μαρίας. Με πήρε τηλέφωνο ο Ιάσωνας. Μου είπε ότι χάθηκε στην βόλτα με τους φίλους του. Και φοβόταν να σας πάρει να σας το πει. Είναι στο βουνό. Αν δεν σας πάρω ξανά σε μισή ώρα, παρακαλώ καλέστε την αστυνομία. Δεν το ξέρω καλά το βουνό, αλλά είμαι ήδη πάνω να τον βρω»
«Όχι, δεν το πιστεύω!», είπε και ακούστηκε η αγωνία και η στεναχώρια στην φωνή του.
«Να τους πείτε ότι πήγαιναν στο ξωκκλήσι της Παναγίας και έστριψαν δεξιά στον χωματόδρομο στα μισά της διαδρομής»
«Δεν έχω λόγια. Φεύγω αμέσως από την δουλειά. Σας κλείνω. Βλέπω με καλεί η μητέρα ενός από τα παιδιά. Πρέπει να έμαθαν τι έγινε και να θέλουν να με ενημερώσουν. Σας ευχαριστώ που με πήρατε πρώτη»
Η Ελπίδα έκλεισε το κινητό και το έβαλε πάλι μέσα στη ζακέτα της. Έβγαλε τον φακό της και τον άναψε. Το σκοτάδι είχε πέσει πια και άρχισε να μην βλέπει καλά. Συνέχισε να ανεβαίνει μέχρι που από το πουθενά άνοιξαν απότομα οι ουρανοί και άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς.
«Όχι, όχι! Μέσα στο κατακαλόκαιρο! Δεν γίνεται! Μη με εγκαταλείπεις. Μη με εγκαταλείψεις!» απελπίστηκε.
Δεν μπορούσε να δει τίποτα μπροστά της, δεν μπορούσε να κάνει ούτε ένα βήμα. Μέσα σε λίγα λεπτά είχε γίνει ολόβρεχτη από την κορφή ως τα νύχια. Τα μαλλιά της έσταζαν στο πρόσωπό της και τα ρούχα της είχαν βαρύνει. Σύντομα άρχισε να κρυώνει και να τρέμει. Μιλούσε στον εαυτό της για να μπορέσει να συγκεντρωθεί, μα η απελπισία την είχε καταβάλει. Δεν είχε επιλογή να γυρίσει πίσω. Του είχε υποσχεθεί ότι θα τον βρει.
Προσπάθησε να φωτίσει με τον φακό γύρω της. Δεν έβλεπε απολύτως τίποτα. Τον έκλεισε. Ήταν μάταιο. Χτύπησε δυνατά το πόδι της στο χώμα από τα νεύρα της, ουρλιάζοντας το όνομά του. Μα το μόνο που κατάφερε ήταν να το βουτήξει στις λάσπες. Το σήκωσε και το τίναξε μα το ένιωσε σαν βαρίδι. Τέντωσε τα χέρια και αργά περπάτησε έτσι μέχρι να καταφέρει να αγγίξει ένα δέντρο για να μπει από κάτω. Μα έκανε δύο μόνο βήματα, γλίστρησε σε μια πέτρα και σωριάστηκε κάτω. Σκούπισε με το μανίκι της ζακέτας το στόμα της που γέμισε λάσπες και άρχισε να κλαίει με το πρόσωπο πάνω στα χώματα.
Ένιωθε την βροχή να την χτυπάει ανελέητα σε όλο της το σώμα. Έβγαλε τον φακό από την τσέπη της και τον άναψε πάλι. Να δει αν ήταν κοντά σε γκρεμό ή αν υπήρχε έδαφος γύρω της. Της φάνηκε ότι είδε κάτι κουλουριασμένο λίγα μέτρα μπροστά της. Ακίνητο και μαζεμένο σαν κουβάρι. Σήκωσε το χέρι με τον φακό και της φάνηκε ότι είδε μια σόλα από παπούτσι.
«Ιάσωνα», μουρμούρισε και άρχισε να σέρνεται στις λάσπες. Κρατούσε τον φακό στραμμένο πάνω του και όταν πλησίασε περισσότερο και είδε ότι ήταν το παιδί εκεί κουβαριασμένο και όχι μόνο το παπούτσι του, σηκώθηκε στα τέσσερα και σύρθηκε σαν ζώο που πάλευε για την επιβίωσή του.
Έφτασε κοντά του και τον τράβηξε στην αγκαλιά της. Στα τυφλά έψαξε το σώμα του να βρει παλμό. Κατάλαβε ότι το παιδί είχε λιποθυμήσει για αυτό δεν την άκουγε. Πόση ώρα να ήταν έτσι; Τι να σκεφτόταν; Είχε χάσει τις ελπίδες του ότι θα τον βρει; Πόση ώρα έκλαιγε μέχρι να χάσει τις αισθήσεις του; Έκλεισε το σώμα του στο δικό της για να το κρατήσει ζεστό. Καθιστή με το παιδί πάνω της, μετακινιόταν λίγο λίγο μέχρι που χτύπησε στον κορμό ενός δέντρου. Εκεί κάτω από την ελιά, κρύφτηκαν οι δύο τους. Προσπάθησε να βγάλει το κινητό της από την τσέπη μα τα δάχτυλά της είχαν παγώσει και δεν μπορούσε να κατεβάσει το φερμουάρ της ζακέτας.
«Λίγα λεπτά και θα φύγουμε», του είπε και άρχισε να φυσά την ανάσα της στο πρόσωπό του για να ζεσταθεί.
Λίγα λεπτά αργότερα, όντως η βροχή σταμάτησε να πέφτει τόσο ορμητική. Ο Ιάσωνας συνήλθε και μόλις άνοιξε τα μάτια του και την είδε έβαλε τα κλάματα τρομαγμένος.
«Εγώ είμαι, η Ελπίδα», του είπε γιατί κατάλαβε ότι δεν την αναγνώρισε έτσι όπως ήταν. «Μην φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά. Στο είπα ότι θα σε βρω»
Στηρίχτηκε στον κορμό της ελιάς και πάτησαν και οι δύο στα πόδια τους. Άναψε τον φακό της πάλι και κρατώντας ο ένας τον άλλον σφιχτά από το χέρι, άρχισαν να κατεβαίνουν με προσεχτικά βήματα.
Δύο αστυνομικοί τους εντόπισαν και μόλις η Ελπίδα είδε το φως από τους φακούς τους, κατάπιε τον λυγμό στον λαιμό της. Τα είχαν καταφέρει. Από ψηλά είδε κάτω στην άσφαλτο τα φώτα από τα σταματημένα αστυνομικά αυτοκίνητα. Φτάνοντας στο τέλος της απότομης κατηφόρας, αναγνώρισε και το αμάξι του άντρα της. Βλέποντάς την να κατεβαίνει την κατηφόρα καλυμμένη ολόκληρη στην λάσπη, βγήκαν από το αυτοκίνητο ο άντρας και η κόρη της και την περίμεναν. Όταν παρέδωσαν το παιδί και το αγκάλιασε ο πατέρας του, η Ελπίδα κατάλαβε ότι όλα είχαν νόημα. Κάθε στιγμή πόνου και φόβου είχε αξία για να αγκαλιάσει ξανά το παιδί του ο ο γονιός του.
«Σε ευχαριστώ», είπε ο πατέρας του Ιάσωνα και πήγε να την αγκαλιάσει μα εκείνη πισωπάτησε. Δεν τον ένοιαζε όμως και την αγκάλιασε όπως ήταν πάρα τον δισταγμό της.
Εκείνη κοίταξε την κόρη της και χαμογέλασε.
«Μάνα είμαι», του είπε και αυτός ήταν ο λόγος που σώθηκε εκείνη τη μέρα ο μικρός Ιάσωνας. Γιατί βλέποντας την κόρη της να την κοιτάζει με περηφάνια, το μόνο που ευχόταν ήταν σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι τέτοιο στο δικό της παιδί, θα ήθελε κάποιος να είχε κάνει ακριβώς το ίδιο.
CC
