Υπάρχουν ηλιαχτίδες που φωτίζουν τις ζωές μας ξαφνικά, απρόσμενα, σχεδόν αθόρυβα. Μπαίνουν από μισάνοιχτα παντζούρια, σε στιγμές που δεν τις περιμένεις, και μέσα σε ελάχιστο χρόνο ζεσταίνουν και λούζουν με φως χώρους που για καιρό έμοιαζαν παγωμένοι. Είναι άνθρωποι, στιγμές, σχέσεις, λέξεις∙ όλα εκείνα που κάνουν το σκοτάδι να υποχωρεί χωρίς μάχη, μόνο και μόνο επειδή εμφανίστηκαν.
Κάποιες από αυτές τις ηλιαχτίδες, ύστερα από καιρό, λοξοδρομούν. Δεν σβήνουν απότομα· απλώς αλλάζουν πορεία. Το φως τους απομακρύνεται αργά, αφήνοντας πίσω του ένα σκοτάδι βαθύ, αποπνιχτικό, αχαλίνωτο. Από τα ίδια παντζούρια που μπήκαν, από τα ίδια αποχωρούν, κι αυτό είναι που πονά περισσότερο. Γιατί εκεί που κάποτε υπήρχε φως, τώρα υπάρχει απουσία. Και η απουσία έχει πάντα πιο βαριά σκιά.
Πόσο άραγε πονάει, μετά το φως, να βυθίζεσαι ξανά στο σκοτάδι; Ίσως περισσότερο κι από το να έχεις μάθει πάντα μέσα σε αυτό. Γιατί τότε δεν γνωρίζεις τι εστί φως· δεν έχεις μέτρο σύγκρισης, δεν έχεις μνήμη να σε βασανίζει. Όταν όμως έχεις δει, έχεις νιώσει, έχεις πιστέψει, η επιστροφή στο σκοτάδι μοιάζει διπλά άδικη. Δεν πονά μόνο η απώλεια, αλλά και η επίγνωση του τι θα μπορούσε να συνεχίσει να υπάρχει.
Κι όμως, οι ιστορίες δεν είναι μόνο δυσάρεστες. Υπάρχουν και ηλιαχτίδες που μένουν. Που επιλέγουν να μένουν. Άνθρωποι που τους υποδέχονται κάθε πρωί με χαμόγελο και κίνητρο, ξεκινώντας μια νέα μέρα μαζί τους. Άνθρωποι, συχνά πληγωμένοι, που ποτέ δεν φαντάζονταν πως θα βιώσουν τέτοια ευλογία και, ίσως γι’ αυτό, ξέρουν να την εκτιμούν βαθύτερα.
Γιατί γνωρίζουν πολύ καλά τι είναι το σκοτάδι. Γνωρίζουν και εκείνους που προσπαθούν συνειδητά ή ασυνείδητα να το πυκνώσουν, να το απλώσουν παντού. Έτσι, προστατεύουν ευλαβικά τις ηλιαχτίδες τους. Κρατούν τα παντζούρια ανοιχτά, όχι από αφέλεια, αλλά από επιλογή. Δεν απαιτούν από το φως να φωτίσει κάθε γωνιά, να εξαφανίσει κάθε σκιά. Καταλαβαίνουν πως το φως δεν είναι παντοδύναμο, αλλά πολύτιμο.
Αγαπούν απλώς την παρουσία του. Και αποδέχονται ότι όλες οι μέρες δεν είναι ίδιες. Ακόμη και οι πιο δυνατές ηλιαχτίδες κάποιες φορές ασθενούν, κουράζονται, και το φως τους μειώνεται. Τις μέρες αυτές δεν φεύγουν. Δεν κλείνουν τα παντζούρια. Πασχίζουν να γίνουν οι ίδιοι φως, για να μην αρχίσει να σκοτεινιάζει ξανά ο κόσμος τους. Γιατί ακόμα και οι ηλιαχτίδες έχουν ανάγκη από συνεργασία, ειδικά τις δύσκολες μέρες ώστε το φως να ενισχύεται.
Υπάρχουν βέβαια και οι ηλιαχτίδες που δεν εμφανίζονται ξαφνικά, αλλά αργά, με λεπτές κινήσεις, σαν να μας μαθαίνουν να παρατηρούμε ξανά τον κόσμο γύρω μας. Μπαίνουν μέσα από μικρές χαραμάδες, σχεδόν αόρατες, και το φως τους δεν είναι εκτυφλωτικό, αλλά ζεστό και καθησυχαστικό. Μας διδάσκουν την υπομονή, μας δείχνουν ότι η ομορφιά δεν χρειάζεται να είναι πάντα κραυγαλέα για να υπάρξει. Και τότε καταλαβαίνουμε πως το φως δεν είναι μόνο ευχαρίστηση ή χαρά· είναι δύναμη, κατανόηση, αντοχή.
Κάποιες από αυτές τις ηλιαχτίδες μπορεί να απομακρυνθούν, αλλά αφήνουν πίσω τους σπόρους φωτός που θα ανθίσουν ξανά, ίσως με άλλο τρόπο, σε άλλη στιγμή. Οι ηλιαχτίδες που μένουν δεν είναι τυχαίες· είναι επιλογή. Και η επιλογή να αφήνουμε το φως να μπει, να παραμείνει και να αναπαράγεται, είναι η πιο ανθρώπινη και βαθιά πράξη αγάπης που μπορούμε να κάνουμε για εμάς και για τους γύρω μας.
Ιωάννα Χαντζαρά
