Άμα κρυώνεις, πάρε ένα

Η Αγάπη περιφερόταν στο χώρο του γραφείου χαλαρά, με μία κρυφή αλλά συγχρόνως χαρούμενη διάθεση. Ήταν παραμονές Χριστουγέννων και περίμενε με λαχτάρα να πάρει λίγες μέρες άδεια για να τις περάσει, πού αλλού; Στο ωραίο της σπίτι, παρέα με τον σκύλο της.

Όλοι οι άνθρωποι ζούσαν για τις γιορτινές μέρες, από το τι θα φορέσουν μέχρι το τι θα φάνε, το πώς θα γεμίσουν το τραπέζι, με τι καλούδια, για να καταπλήξει η μία νοικοκυρά την άλλη. ‘Αααα, έχω μία καταπληκτική συνταγή για γέμιση γαλοπούλας γεμάτη κάστανα και αποξηραμένα φρούτα!’, ή ‘έχω ένα κρασί ή μία σαμπάνια, τέλεια!’. Σαν να γινόταν διαγωνισμός μαγειρικής παγκοσμίως! Και τα βιντεάκια με την προετοιμασία των γλυκών και των αλμυρών εδεσμάτων, ταξίδευαν από την μία οθόνη στην άλλη. Και αν τύχαινε κάτι εξαιρετικό, η καλή νοικοκυρά το κράταγε για τον εαυτό της, μην τυχόν και της παραβγεί η φίλη της και μαγειρέψει καλύτερα από εκείνη.

Άσε τα ρούχα! Μαύρο, χρυσό και κόκκινο, είχαν την τιμητική τους. Για την Αγάπη, όμως, οι γιορτές ήταν ένας εφιάλτης. Όχι γιατί της ήταν αδιάφορες από τα μικράτα της. Αντίθετα! Ακόμη θυμόταν την θαλπωρή και την ζεστασιά του πατρικού της, την μητέρα να είναι χωμένη στην κουζίνα, τον πατέρα να φέρνει από το δάσος το ωραιότερο δέντρο και εκείνη να το στολίζει με τα στολίδια που είχε φτιάξει με τα χεράκια της. Το σπίτι μύριζε κανέλα και μέλι, η ζάχαρη άχνη έμοιαζε σαν χιόνι που είχε πέσει απαλά για να σκεπάσει τους ωραιότατους κουραμπιέδες του κόσμου! Η χαρά της ήταν μεγάλη όταν την έπαιρνε στα χέρια της και την έριχνε με τέχνη στα μπισκότα με τα αμύγδαλα και μετά με υπομονή, αφού κρύωναν, τα τοποθετούσε στην πιατέλα με επιμέλεια σαν να ήταν έργο τέχνης. Αυτή η χαρά κράτησε μόνο οκτώ χρόνια, γιατί μετά τα τελευταία Χριστούγεννα που είχε περάσει με τους γονείς της, ήρθε το τέλος του κόσμου…

Ένα δυστύχημα με το τρακτέρ ήταν αρκετό για να χαθεί το γέλιο από τα παιδικά κόκκινα χειλάκια της, αφού η Αγάπη έχασε και τους δύο γονείς της εκείνη την ημέρα, λίγο μετά την Πρωτοχρονιά του 2000. Το τρακτέρ που οδηγούσε ο πατέρας της, ντεραπάρισε σε ένα χαντάκι, στην προσπάθειά του να αποφύγει ένα πρόβατο που είχε ξεφύγει από το κοπάδι του γείτονα. Η μικρή, χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε ορφανή πια στην Αθήνα, στη θεία της, την ξαδέλφη της μητέρας της, που την ανέλαβε να την μεγαλώσει. Φυσικά η θεία Μαίρη την αγκάλιασε σαν δικό της παιδί, αλλά δεν είναι ποτέ δυνατόν μία ξένη γυναίκα να αντικαταστήσει την βιολογική μητέρα, εξάλλου την θεία αυτή ούτε που την είχε δει ποτέ της, μόνο στο τηλέφωνο της μίλαγε στην γιορτή της και στα γενέθλιά της.

Η απόσταση Αθήνα-Σέρρες, ήταν πολύ μεγάλη για μία γυναίκα της ηλικίας της και έτσι η θεία δεν είχε βρεθεί ποτέ στο σπίτι της ανιψιάς της. Μία και τελευταία φορά ανέβηκε στο χωριό, έξω από τις Σέρρες, στο Άγκιστρο, στο τελευταίο χωριό πριν τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, για την κηδεία της ανιψιάς και του άντρα της. Τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν τόσο τραγικά για όλους και κυρίως για την μικρή Αγάπη.

Τα χρόνια πέρασαν όσο γινόταν πιο ομαλά, η μικρή μεγάλωσε με την θαλπωρή και την φροντίδα της θείας και όταν και εκείνη έφυγε από την ζωή, η Αγάπη ήταν έτοιμη να πάρει την ζωή στα χέρια της. Είχε φροντίσει η θεία για αυτό, την σπούδασε και όχι μόνο. Την στήριξε στην απόφασή της να ακολουθήσει τον δρόμο της δημοσιογραφίας που την ενδιέφερε πολύ και μετά της είχε αφήσει το μικρό διαμέρισμα κοντά στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας και φυσικά λίγα μετρητά για ένα αξιοπρεπές ξεκίνημα στην ζωή της.

Η Αγάπη είχε μεγαλώσει με αρχές, είχε πολλές γνώσεις και πολύ καλή πένα. Έγραφε τέλεια, με την παραμικρή λεπτομέρεια που μπορούσε να διεισδύσει και στο πιο κουρασμένο μυαλό, κάνοντάς το να ταξιδέψει εκεί που ο άνθρωπος αδυνατούσε να βρεθεί με το σώμα του.

Όταν η Αγάπη χτύπησε την πόρτα του περιοδικού «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ», ήξερε πολύ καλά πως το αποτέλεσμα θα την δικαίωνε. Μία θέση στην σύνταξη την περίμενε δίπλα στην πιο απαιτητική δημοσιογράφο του κόσμου, που άκουγε στο όνομα Αλίκη Παναγοπούλου. Έτσι όταν εκείνη την κάλεσε στο γραφείο της, παραμονές των Χριστουγέννων, ήλπιζε ότι θα άκουγε για μία προαγωγή και φυσικά μία αύξηση του μισθού της.
«Κάθισε Αγάπη, έχω κάτι σπουδαίο να σου αναθέσω» της είπε με την ξεχωριστή φωνή της.
Η Αγάπη την κοίταξε με απορία καρφώνοντας τα μαύρα μάτια της διευθύντριάς της, σούφρωσε ελαφρά τα φρύδια της περιμένοντας με περιέργεια να ακούσει τον λόγο που την είχε καλέσει.

«Άκου κορίτσι μου, σε ένα χωριό στην Βόρεια Ελλάδα, συμβαίνουν περίεργα πράγματα τις μέρες των γιορτών. Σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων, εξαφανίζονται πράγματα. Για να γίνω πιο σαφής και να σου δώσω να καταλάβεις, σε εκείνο το μέρος, οι κάτοικοι αφήνουν στο δάσος όποιο ρούχο δεν χρειάζονται. Δένουν τα παλτά, τα κασκόλ, τα γάντια και ό,τι άλλο μπορεί να φανεί χρήσιμο, στα δέντρα επάνω, ώστε να το πάρουν οι συνάνθρωποί τους που έχουν ανάγκη, αφήνοντας και ένα χειρόγραφο σημείωμα που γράφει: ΑΜΑ ΚΡΥΩΝΕΙΣ, ΠΑΡΕ ΕΝΑ. Με λίγα λόγια έχουμε μία μικρή εκστρατεία ένδυσης».

«Και πού είναι το πρόβλημα;» ρώτησε με απορία η Αγάπη. «Ίσα, ίσα, δεν ακούω κάτι κακό, μόνο καλοσύνη δείχνει αυτή η πράξη αλληλεγγύης»
«Σωστά το τοποθετείς, μόνο που τα ρούχα εξαφανίζονται μόνα τους από τα δέντρα, χωρίς να τα έχει ακουμπήσει ανθρώπινο χέρι. Κανείς δεν τα έχει απομακρύνει από εκεί και κανείς δεν έχει λόγο να πει ψέματα!»
«Αυτά δεν γίνονται, τι στο καλό, πετούν από μόνα τους;» ρώτησε η νεαρή κοπέλα έκπληκτη.
«Αυτό θέλω κι εγώ να εξερευνήσεις. Είσαι η μόνη που μπορεί να το κάνει. Γιατί δεν έχεις οικογενειακές υποχρεώσεις όπως οι συνάδελφοί σου. Αυτό κρατάει μόνο τις μέρες των Χριστουγέννων, δηλαδή για την Πρωτοχρονιά θα είσαι πίσω. Σου δίνω και λίγες μέρες άδεια για μετά για να ξεκουραστείς αν θες. Μόνο πρέπει να έχω νέα σου το αργότερο το βράδυ της παραμονής ή έστω ανήμερα των Χριστουγέννων, τις πρωινές ώρες όμως και φυσικά το άρθρο σου με όλες τις λεπτομέρειες. Η ιστορία θα δημοσιευτεί διαδικτυακά αυτή την φορά και όχι σε έντυπη μορφή για πρακτικούς λόγους. Αν θυμάμαι καλά κι εσύ από την Βόρεια Ελλάδα δεν κατάγεσαι;», αυτή ήταν η ερώτηση που δεν περίμενε η Αγάπη να ακούσει.

«Ναι, αλλά τι σημασία έχει αυτό; Δεν έχω καμία σχέση πια με το χωριό μου. Πώς λέγεται το μέρος που θέλετε να πάω;» ρώτησε η Αγάπη γεμάτη απορία
«Άγκιστρο λέγεται, είναι το τελευταίο χωριό πριν τα σύνορα με την Βουλγαρία. Θα πας μέχρι την Θεσσαλονίκη με το αεροπλάνο φυσικά και εκεί θα σε περιμένει αυτοκίνητο που έχω κλείσει για λογαριασμό σου. Θα φτάσεις στο χωριό αργά το απόγευμα. Έχω κανονίσει την διαμονή σου στον ξενώνα του χωριού, οπότε δεν έχεις να ασχοληθείς με τίποτα από αυτά τα πρακτικά ζητήματα. Εννοείται όλα τα έξοδα είναι καλυμμένα από μας. Α, μην ξεχάσεις να πάρεις πολύ ζεστά ρούχα, γιατί εκεί κάνει πολύ κρύο»

Τι κεραυνός ήταν αυτός! Σαν να είχε πέσει πάνω της η μεγαλύτερη χιονοστιβάδα των Ιμαλαίων και να την είχε πλακώσει. Δεν πίστευε στα αυτιά της. Είχε να ακούσει για αυτό το μέρος από την ημέρα που έφυγε από το χωριό της. Είχε απαγορεύσει στην θεία της να το αναφέρει. Και να που ύστερα από τόσα χρόνια, όχι μόνο ήχησε η λέξη Άγκιστρο στα αυτιά της, αλλά ήταν και υποχρεωμένη να βρεθεί εκεί και μάλιστα τέτοιες μέρες. Μάταια προσπάθησε να αλλάξει την γνώμη της Αλίκης, ήταν ανένδοτη.

«Μα δεν έχω πού να αφήσω τον σκύλο!»
«Σου έχω βρει την λύση και για αυτό. Θα έρχεται μία δική μου κοπέλα να στον βγάζει βόλτα και στην ανάγκη να τον πάρει σπίτι της. Φεύγεις αύριο το πρωί με το πρώτο αεροπλάνο των επτά. Θα βρίσκομαι έξω από το σπίτι σου στις πέντε. Θα σε πάω εγώ στο αεροδρόμιο, εντάξει;»
Ποιος μπορούσε να της αντισταθεί; Αισθάνθηκε τόσο ανήμπορη η Αγάπη μπροστά της… Κατέβασε ελαφρά το κεφάλι και βγήκε έξω αναστενάζοντας .

Το βράδυ το πέρασε καθισμένη στο σαλόνι, στην αγαπημένη της πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, κοιτώντας την τελευταία φωτογραφία που είχε βγάλει με τους γονείς της τέτοιες μέρες πριν πολλά χρόνια.

Το επόμενο πρωινό την βρήκε όρθια από τα χαράματα, για ύπνο ούτε λόγος. Είχε ετοιμάσει μία μικρή βαλίτσα με τα απαραίτητα και φυσικά είχε βάλει το λαπ τοπ στην τσάντα της και το σημειωματάριό της. Ήταν σίγουρη ότι θα επέστρεφε σε δύο, τρεις το πολύ μέρες.

Το ταξίδι μέχρι την Θεσσαλονίκη της φάνηκε αιώνιο. Ευτυχώς που η θέση της ήταν δίπλα στο παράθυρο και τα σύννεφα την βοήθησαν να χαλαρώσει.

Όταν πάτησε το πόδι της στο αεροδρόμιο, ένας κρύος αέρας διαπέρασε το κορμί της. Κατευθύνθηκε στο γραφείο ενοικίασης αυτοκινήτων, έδωσε το όνομά της και σε λίγο βρισκόταν σε ένα ολοκαίνουριο αυτοκίνητο τύπου τζιπ, αυτόματο, που θα την διευκόλυνε στο ταξίδι της ειδικά στους χωμάτινους δρόμους του χωριού.

Σταμάτησε στο προηγούμενο χωριό για φαγητό και μπήκε στην μία και μοναδική ταβέρνα που υπήρχε. Βγάζοντας το μπουφάν της, το μάτι της έπεσε στον χάρτη της περιοχής και φυσικά το πρώτο μέρος που διέκρινε ήταν το δικό της. Η καρδιά της σκίρτησε και την έπιασε το στομάχι της. Απέδωσε το γεγονός στο ότι είχε να φάει από την προηγούμενη μέρα, αλλά αλλού ήταν η αιτία.

Ο καφές που ζήτησε στο τέλος, ήρθε σερβιρισμένος στην μικρή κλασσική κούπα του Λουμίδη μαζί με δύο μικρά λουκούμια. Μόλις έβαλε στο στόμα το λουκούμι, αμέσως της ήρθαν στη μνήμη της οι πρώτες αναμνήσεις. Η γεύση του τριαντάφυλλου ήταν η αγαπημένη του πατέρα της και η μάνα της φρόντιζε πάντα να του συνοδεύει το καφέ με αυτό το μικρό γλυκάκι που άφηνε στον ουρανίσκο μία γλυκιά και ευχάριστη γεύση. Πλήρωσε τον λογαριασμό και σε λίγο βρέθηκε στο αυτοκίνητο, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να μην βουρκώσει.

Λίγο πριν βραδιάσει, έφτασε στο χωριό της και σαν από ένστικτο κατευθύνθηκε στον ξενώνα, σαν να ήξερε πού να πάει. Η έκπληξη ήταν τεράστια όταν αναγνώρισε το πατρικό της. Η θεία της, ύστερα από την τελευταία συζήτηση που είχε μαζί της, όταν πέρασαν κάποια χρόνια από τον θάνατο των γονιών της, αποφάσισε να πουλήσει το σπίτι και με τα χρήματα που πήρε σπούδασε την μικρή. Φυσικά η Αγάπη δεν ρώτησε ποτέ για το ποιος ήταν ο αγοραστής, ούτε που την ενδιέφερε. Τώρα όμως έπρεπε να αντιμετωπίσει το πεπρωμένο της, ήθελε ή όχι, έτσι έπρεπε να γίνει. Τελικά ποιος μπορεί να ξεφύγει από τα γραμμένα από τον Θεό; Την τύχη ; Το κισμέτ; Ποιος ξέρει;

Το ημερολόγιο έδειχνε 23 Δεκεμβρίου και η επομένη την βρήκε νωρίς νωρίς όρθια. Φόρεσε τα πιο ζεστά της ρούχα και τις μπότες που δεν άφηναν το κρύο να πιρουνιάζει τα δάχτυλα, πήρε την τσάντα με το σημειωματάριο και βγήκε στον δρόμο. Θα άρχιζε από τον φούρναρη.

Με το που μπήκε μέσα, η μυρωδιά του φρέσκου ζυμωτού ψωμιού της γαργάλισε την μύτη. Αφού καλημέρισε τον κόσμο, τους συστήθηκε με το όνομά της μόνο, χωρίς να αναφέρει επίθετο.
«Τι έχετε να μου πείτε για τα ρούχα που κρέμονται στα δέντρα και εξαφανίζονται με έναν περίεργο τρόπο;», ρώτησε κατευθείαν χωρίς να χάνει χρόνο.
«Άκου κοπέλα μου, Αγάπη σε είπαμε, σωστά; Εμείς φτωχοί άνθρωποι είμαστε, αλλά ένα από τα πράγματα που μάθαμε από τους παππούδες μας είναι η ελεημοσύνη, ειδικά αυτές τις γιορτινές μέρες. Έτσι ο καθένας που έχει ένα περίσσευμα, το αφήνει διακριτικά στο δάσος εδώ δίπλα. Σίγουρα υπάρχει κόσμος από τα γύρω χωριά που υποφέρει. Όποιον και να ρωτήσεις τα ίδια θα σου πει. Την παραμονή των Χριστουγέννων τα ρούχα εξαφανίζονται και βρίσκονται το επόμενο πρωινό έξω από την πόρτα του σπιτιού που τα έχει ανάγκη. Κανείς όμως από εμάς δεν τα έχει μετακινήσει και κανείς δεν τα έχει αγγίξει με το χέρι του. Είναι ανεξήγητο!», της είπε η φουρνάρισσα με μία ανάσα, σαν να μην ήθελε να χάσει τον ειρμό των σκέψεών της και δεν πει όλη την αλήθεια.

Η Αγάπη ρώτησε και μερικούς άλλους από το χωριό και μετά πήγε στον ξενώνα ή καλύτερα στο σπίτι της. Για καλή ή κακή της τύχη, το δωμάτιο που της έδωσαν ήταν το δικό της το παιδικό. Χιλιάδες αναμνήσεις ξεπήδησαν και μία μικρή ζαλάδα την έκανε να ξαπλώσει και να κλείσει τα μάτια της. Αφέθηκε σε έναν γλυκό ύπνο, αισθάνθηκε μία ζεστή αγκαλιά σαν εκείνης της μάνας της όταν την έβαζε για ύπνο. Στη λίγη ώρα που κοιμήθηκε, ονειρεύτηκε τους γονείς της. Πόσα χρόνια είχε να τους δει! Μάταια παρακαλούσε τον Θεό να τους φέρει στον ύπνο της ειδικά τον πρώτο καιρό που είχαν φύγει από την ζωή. Και τώρα με έναν μαγικό τρόπο είχαν μπει στα όνειρά της πρωταγωνιστές σαν θεατρική παράσταση. Πρώτα την πλησίασε ο πατέρας με εκείνο το χαμόγελο που έβαζε όταν ήθελε να την ηρεμήσει ύστερα από τις πρώτες της τούμπες με το ποδήλατο. Πίσω του η μητέρα, η γλυκιά και όμορφη, με το χαμόγελο και την αγκαλιά ανοιχτή όπως τότε που την παρηγορούσε ύστερα από την «διαμάχη» που είχε με τα αγόρια της γειτονιάς για το ποιος ήταν ο πιο γρήγορος στο τρέξιμο.
Τι αγαλλίαση αισθάνθηκε! Τι γλύκα! Εκείνη έτρεξε προς το μέρος τους με τα χέρια ανοιχτά όπως τότε που ήταν μικρή.

«Μα γιατί δεν σου αρέσουν τα Χριστούγεννα, καλή μου; Εσύ πάντα τα αγαπούσες και περίμενες έναν ολόκληρο χρόνο για να έρθουν αυτές οι Άγιες μέρες. Γιατί δεν στολίζεις πια δέντρο; Δεν πιστεύεις στην Μαγεία των Χριστουγέννων;» την ρώτησε η μητέρα της με απορία.
«Μα πώς να πιστεύω πια; Τι να περιμένω, αφού δεν είστε πια εσείς μαζί μου! Δεν πιστεύω σε τίποτα!»
«Όχι, κάνεις λάθος, Αγάπη! Τα Χριστούγεννα δεν είναι μόνο το δέντρο, τα γλυκά και τα εδέσματα. Ούτε και τα καλά ρούχα. Το ξέρεις καλά εσύ. Σημαντικό είναι να αγαπάς χωρίς αντάλλαγμα. Να μην περιμένεις τίποτα από τον άλλο, για αυτό και σε ονομάσαμε Αγάπη. Γιατί σε συλλάβαμε ανήμερα των Χριστουγέννων. Μέσα από την Αγάπη αναγεννιέται το σώμα και η ψυχή βρίσκεται κοντά στον Θεάνθρωπο! Πέταξε από πάνω σου ό,τι σε κρατάει δέσμια και δες με τα μάτια της ψυχής τι συμβαίνει γύρω σου και θα καταλάβεις»
.

Αυτά της είπε η γλυκιά της μητέρα και ξύπνησε από το σοκ. Κοίταξε δεξιά, αριστερά μην και είναι κανείς στο δωμάτιο, αφουγκράστηκε τους ήχους της φύσης γύρω της, μύριζε με τα ρουθούνια της την μυρωδιά του καμένου ξύλου και του πεύκου. Η νύχτα είχε προχωρήσει για τα καλά και ο ουρανός είχε γεμίσει με εκατομμύρια αστέρια. Χωρίς να χάσει λεπτό φόρεσε το χοντρό παλτό της, τα γάντια της, έτοιμη να αντιμετωπίσει το βαρύ κρύο και βγήκε έξω πηγαίνοντας προς το δάσος. Από μακριά διέκρινε τα παλτά απλωμένα και δεμένα στα δέντρα μαζί με πολύχρωμα κασκόλ και γάντια. Στάθηκε σιωπηλά κάτω από ένα δέντρο και περίμενε να περάσει η ώρα. Ευτυχώς που είχε προνοήσει να πάρει μαζί της και λίγο κονιάκ σε ένα μικρό μπουκάλι και ξηρούς καρπούς για να ξεγελάσει την πείνα της. Τα πόδια της είχαν αρχίσει να μουδιάζουν από το κρύο και τα χέρια ούτε που τα αισθάνονταν όταν τις πρώτες πρωινές ώρες έγινε μάρτυρας ενός θαύματος!

Άνθρωποι δεν ήταν, γιατί αλλιώς θα περπάταγαν σταθερά στο χώμα, ξωτικά δεν θα το έλεγες, είχαν μία ευγενική και ήρεμη φυσιογνωμία. Τι ήταν ακριβώς δεν μπόρεσε να προσδιορίσει εκείνη την στιγμή, μόνο αργότερα που επεξεργάστηκε τις εικόνες στο μυαλό της, κατάλαβε τι ήταν ακριβώς! Αυτά τα περίεργα όντα, τα αλαφροΐσκιωτα, τα αέρινα, με τα φαρδιά λευκά ρούχα και τα μακριά ξανθά μαλλιά έπαιρναν στα χέρια τα παλτά και μετά σαν να πέταγαν τα τοποθετούσαν με επιμέλεια έξω από κάθε σπίτι που είχε ανάγκη. Όσο μακριά να ήταν αυτό.

Η Αγάπη ένιωσε την ψυχή της να γεμίζει με ένα περίεργο συναίσθημα γλυκύτατης συμπόνιας και τα μάτια της σαν να άνοιξαν και να έβλεπαν πέρα από το πραγματικό και το γήινο! Έβλεπε με τα μάτια της ψυχής το ανεξήγητο! Άγγελοι ήταν αυτοί που είχαν κατέβει από τον ουρανό που μαζί με την γέννηση του Θεανθρώπου έφεραν το μήνυμα της Αγάπης και της Ελπίδας! Δεν είναι τυχαίο που η γιορτή των Χριστουγέννων συμπίπτει με την πιο κρύα νύχτα του χειμώνα. Οι άνθρωποι έχουν κρύα καρδιά, ζουν για το χρήμα και μόνο. Οι αξίες της ζωής έχουν χαθεί. Κρύο έξω, κρύο μέσα. Ένα μωρό όμως, που γεννήθηκε μέσα στην φάτνη μία τόση κρύα βραδιά, ήρθε να ζεστάνει τις καρδιές των ανθρώπων και μαζί με αυτές και την δική της.

Σε λίγο θα ξημέρωνε και η καμπάνα της εκκλησίας του χωριού χτύπησε δυνατά. Ήταν λίγο μετά τις πεντέμισι και οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού είχαν ήδη ξεκινήσει για την εκκλησία. Χωρίς να το σκεφτεί και πολύ κίνησε και αυτή και σε λίγο βρέθηκε ανάμεσα σε κόσμο που δεν ήταν και πολύ άγνωστος. Θυμήθηκε τα παιδικά της χρόνια που μαζί με τους γονείς της έψαλλαν το τροπάριο των Χριστουγέννων και η ψυχή της ηρέμησε και βρήκε την ανάπαυση που ζητούσε τόσα χρόνια.

Όταν τελείωσε η λειτουργία, κάλεσε την Αλίκη για να της πει ότι εντός λίγων ωρών θα της έστελνε την ιστορία που ήθελε και μετά της ζήτησε να καθίσει μέχρι την Πρωτοχρονιά. Η Αλίκη συμφώνησε γιατί δεν ήθελε να της χαλάσει το χατίρι, εξάλλου της είχε υποσχεθεί λίγες μέρες άδεια. Όταν αργότερα έλαβε το κείμενο, έμεινε έκπληκτη και την κάλεσε αμέσως για να την συγχαρεί για την τελειότητά του και το ελπιδοφόρο μήνυμα που έβγαινε από αυτό. Από εκείνη την ημέρα όλα άλλαξαν στην ζωή της Αγάπης, που βρήκε ξανά τις ρίζες της και το νόημα της ζωής.

Η συμπόνια πάντα είναι το φάρμακο και μπορεί να μετατρέψει την σκληρότητα της πιο κρύας βραδιάς σε κάτι πολύ ευγενικό και ελπιδοφόρο! Δηλαδή σε Αγάπη! Αυτό είναι και το νόημα της πιο σπουδαίας γιορτής του κόσμου τούτου.
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading