Το επόμενο πρωί, φτάνοντας η Νατάλια έξω από την αίθουσα προπόνησης, αντίκρισε τον Γρηγόρη περιτριγυρισμένο από κοπέλες, μια εκ των οποίων ήταν η Άννα, να γελάνε ασταμάτητα. Προσπάθησε να συγκρατήσει τον θυμό της και προσπερνώντας τους, μπήκε στην αίθουσα και τακτοποίησε τον εξοπλισμό της. Με την έναρξη του προγράμματος, ο Γρηγόρης δεν την κοίταξε, παρά μόνο μια φορά.
Μόλις ολοκληρώθηκε η προπόνηση, ο Γρηγόρης αντάλλαξε μερικές κουβέντες με την Άννα και αφού τελείωσαν με κάποια μικροαγγίγματα, η Νατάλια τον πλησίασε:
“Σε προειδοποίησα χτες”, του είπε κοφτά, σε χαμηλό τόνο και με δύο πράσινα μάτια, πιο σκοτεινά από ποτέ
“Είναι κομμάτι της δουλειάς μου να είμαι κοινωνικός”, της απάντησε, με αδιάφορο ύφος ο Γρηγόρης.
Αδυνατώντας να συγκρατήσει αυτή τη φορά τον θυμό της, με μια κίνηση κόλλησε την πλάτη του στον καθρέφτη, με το δεξί χέρι πίεσε τον λαιμό του, με το αριστερό το στερνό του και με σφιγμένα δόντια είπε: “Με κορόιδεψες!”.
Ο Γρηγόρης ίσα που μπορούσε να αναπνεύσει και ένιωθε να χάνει τις δυνάμεις του.
“Είσαι τρελή”, κατάφερε να πει και η Νατάλια τον απελευθέρωσε. Τον κοίταξε με δολοφονικό βλέμμα, πήρε τα πράγματά της και βγήκε από την αίθουσα. Προφανώς η απότομη έξοδός της έγινε αισθητή σε άλλες κοπέλες του γυμναστηρίου, οι οποίες την ακολούθησαν μέχρι τα αποδυτήρια. Εκεί αποφάσισαν να της μιλήσουν και να της εκφράσουν και τον δικό του θυμό για τον Γρηγόρη, στα δίχτυα της γοητείας του οποίου είχαν υποπέσει αρκετές φορές και καμιά μέχρι σήμερα δεν τον είχε ‘στριμώξει’ όπως η Νατάλια. Ήταν αρκετά χειριστικός με τον τρόπο που τις προσέγγιζε κάθε φορά και κάθε φορά έπαιρνε αυτό που ήθελε!
Η Νατάλια, αφού τις άκουσε απάντησε:
“Ο Γρηγόρης είναι πραγματικά πολύ όμορφος και δύσκολα του αντιστέκεσαι. Αλλά, κορίτσια, δεν μπορεί να παίζει έτσι με τις γυναίκες!”
Όλες κούνησαν το κεφάλι συγκαταβατικά και παραδέχτηκαν ότι και οι ίδιες ευθύνονταν που συντηρούνταν όλο αυτό.
Η επόμενη βδομάδα πέρασε χωρίς εντάσεις, οπότε και ο Γρηγόρης είχε πάψει να ανησυχεί για τη Νατάλια και την αλλόκοτη συμπεριφορά της. Την είχε νιώσει όπως ακριβώς ήθελε κι αυτό του ήταν αρκετό για να βάλει ακόμα ένα ‘τικ’ στις κατακτήσεις του. Η Άννα και οι υπόλοιπες τού περνούσαν αδιάφορες, αλλά δεν ήθελε σε καμία περίπτωση σχέση με τη Νατάλια και ήξερε ότι μόνο το καλό s€ξ μαζί της δεν ήταν επιλογή. Του είχε παρουσιάσει την θεωρία της για το φιλί και ίσως έπρεπε να την είχε τηρήσει…
“Μήπως μπορείς να κατεβάσεις τα πράγματά μου στα αποδυτήρια να μιλήσω με τον Γρηγόρη;”, ρώτησε με ύφος υπεροπτικό η Άννα την Νατάλια με τη λήξη του τελευταίου μαθήματος της βδομάδας, τείνοντάς της την τσάντα της. Εκείνη τους κοίταξε με ένα παγωμένο χαμόγελο.
“Ασφαλώς”, απάντησε ψυχρά.
Μόλις έφτασε στα αποδυτήρια, πήρε μέσα από τη τσάντα της Άννας την ταυτότητά της. “Μέχρι αύριο δεν θα το έχει πάρει χαμπάρι”, σκέφτηκε και την πέταξε μέσα στη δική της τσάντα. Έκανε και μια αναπάντητη σε έναν αριθμό από το κινητό της Άννας, το οποίο άφησε στη θέση του ακριβώς τη στιγμή που εκείνη άνοιγε την πόρτα. Τα βλέμματά τους απλά αντάμωσαν και η Νατάλια βροντηξε την πόρτα βγαίνοντας.
Δεν έφυγε, ωστόσο. Περίμενε τον Γρηγόρη αρκετή ώρα καθισμένη πάνω στη μηχανή του. Όταν βγήκε και την είδε εκεί, του ξέφυγε ένα επιφώνημα αγανάκτησης.
“Τόσο πολύ σε απωθώ;”, τον ρώτησε
“Κοιτα, νόμιζα πως είχε λήξει πια αυτή η παρεξήγηση”
“Παρεξήγηση;”, είπε ειρωνικά η Νατάλια και σήκωσε τα φρύδια της
“Περάσαμε ωραία, αυτό ήταν όλο”
“Με φίλησες”
“Τι κόλλημα κι αυτό!”, της απάντησε τσαντισμένος και την έσπρωξε να κατέβει από τη μηχανή. Εκείνη τον κοίταξε με μάτια σαν δυο κυπαρισσί παγωμένες λίμνες
“Δεν ντρέπεσαι που κορόιδεψες εμένα και τόσες άλλες;”
“Ας γελάσω! Σε νοιάζουν και οι άλλες τώρα;”
“Όχι. Για μένα με νοιάζει. Τελευταία σου ευκαιρία, Γρήγορη”
“Για ποιο πράγμα;”, τη ρώτησε και χωρίς να την αφήσει να απαντήσει, φόρεσε το κράνος, έβαλε μπροστά τη μηχανή και έφυγε αναπτύσσοντας γρήγορα ταχύτητα. Η Νατάλια έσφιξε τη γροθιά της τόσο, που ένιωσε τα νύχια της να μπήγονται στις παλάμες της. Κοίταξε το ρολόι και αποφάσισε πριν γυρίσει σπίτι να περάσει από τρία μαγαζιά.
Με το που έφτασε σπίτι, πήρε τηλέφωνο τους γονείς της στη Ρωσία. Τους ανακοίνωσε ότι θα ερχόταν για λίγο καιρό και ότι ήδη είχε κλείσει εισιτήρια. Έκανε ένα κρύο μπάνιο και προετοιμάστηκε για την επόμενη μέρα που θα είχε να αντικρίσει πάλι τον άντρα που τόσο πόθησε, πίστεψε και τελικά την απογόητευσε.
Η προπόνηση κύλησε χωρίς εντάσεις, με τον Γρηγόρη να μην ρίχνει ούτε βλέμμα στη Νατάλια, ενώ εκείνη να μην παίρνει τα μάτια της από πάνω του. Όταν ολοκληρώθηκε το πρόγραμμα, έφυγε από τους πρώτους και φρόντισε να αφήσει την ταυτότητα της Άννας στη ρεσεψιόν, στα απολεσθέντα. Γύρισε σπίτι της, έκανε μπάνιο, έφαγε ένα σνακ, έφτιαξε τη βαλίτσα της και ένα σακίδιο πλάτης και κλείδωσε την πόρτα.
(Τώρα) Σήμερα
Η Άννα σήκωσε το τηλέφωνο στον άγνωστο αριθμό.
“Παρακαλώ;”
“Όλα έγιναν όπως τα ζήτησες”, ακούστηκε μια γυναικεία φωνή στην άλλη γραμμή και μετά η κλήση τερματίστηκε. Η Άννα παραξενεύτηκε και κάλεσε πίσω τον αριθμό όπου ακούστηκε το αυτοματοποιημένο μήνυμα “Η κλήση σας προωθείται”. Δεν έδωσε περαιτέρω σημασία, μιας και την απασχολούσε η αργοπορία του Γρηγόρη, κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί.
Η Ζάννα πήρε τη βαλίτσα της από το πορτμπαγκάζ, έβαλε μέσα την τσάντα με το όπλο, άφησε το κινητό στη θέση του συνοδηγού και τα κλειδιά πάνω στη μίζα. Πήρε τρομαγμένο ύφος και έτρεξε προς την πλευρά των αστυνομικών. Λαχανιασμένη έπεσε στην αγκαλιά του ενός και του είπε ότι άκουσε μια γυναίκα μετρίου αναστήματος, με σγουρά μαλλιά να μιλάει στο τηλέφωνο και να λέει ότι όλα έγιναν όπως τα ζήτησε και μετά να φεύγει, σπρώχνοντάς την και απειλώντας την ότι αν πει το οτιδήποτε θα σκοτώσει κι εκείνη.
Οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να την ηρεμήσουν και ζήτησαν τα στοιχεία της για την κατάθεση. Η Ζάννα έβγαλε την ταυτότητα στην οποία επονομαζόταν ως Νατάλια Πολκόφ και την άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης την άφησαν να φύγει.
Μέχρι το βράδυ είχε μπει στο αεροπλάνο με προορισμό τη Ρωσία.
“Με πλήγωσες βαθιά Γρηγόρη, αλλά πλήρωσες με τη ζωή σου. Κανείς δεν ξεφτυλίζει την Ζάννα”, είπε στον εαυτό της κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο.
(Μετά) Την επόμενη μέρα
Η έρευνα οδήγησε τους αστυνομικούς στο σπίτι της Άννας. Η ίδια αρνούνταν κατηγορηματικά την οποιαδήποτε εμπλοκή και δεν μπορούσε να σταματήσει να κλαίει για τον χαμό του Γρηγόρη.
“Κυρία μου, με τα δικά σας στοιχεία ταυτότητας έγινε η αγορά και του αυτοκινήτου και του καρτοκινητού, στο οποίο ο μοναδικός αριθμός που υπάρχει είναι ο δικός σας. Έχετε το δικαίωμα να μην μιλήσετε. Θα τα πείτε όλα στον ανακριτή και τον εισαγγελέα!”
Όσο η Άννα βίωνε την απόλυτη αδικία και θα κλείνονταν ισόβια για κάτι που δεν έκανε, η Ζάννα αποβιβαζόταν στη Ρωσία και στο check out έδωσε το ίδιο διαβατήριο που είχε δώσει και στο check in από την Ελλάδα, με το πραγματικό της όνομα.
Ούσα μέλος της ρωσικής μαφίας, είχε μάθει να ελίσσεται, είχε πολλές ταυτότητες και ομολογουμένως ήταν επικίνδυνη για όποιον τολμούσε να την κοροϊδέψει ή να της σταθεί εμπόδιο. Δεν ένιωθε ενοχές για καμιά ζωή που είχε πάρει ή που είχε αδικήσει.
Πριν μπει στο πατρικό της, έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν της μια φωτογραφία του Γρηγόρη και την ταυτότητά της ως Νατάλια.
“Σε προειδοποίησα”, είπε και βγάζοντας έναν αναπτήρα από την δεξιά της τσέπη, άφησε τα χαρτιά να καούν μπροστά της. Μάζεψε τα αποκαΐδια και τα πέταξε στον κάδο. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και χαιρέτησε τον πατέρα της, γνωστό ‘νονό της νύχτας’ στη Ρωσία με χαμόγελο και αγκάλιασε τη μητέρα της σφιχτά.
Αγγελική Ανδριοπούλου
Τέλος
