“Εγώ θα καθίσω με τη νεολαία!”, θυμάμαι κάθε χρόνο τέτοιες μέρες τον θείο Χαράλαμπο να λέει, όπως κατευθυνόταν στο “γιορτινό-τραπέζι-των-παιδιών”, στο καθημερινό καθιστικό. Έτσι γινόταν τότε, ολάκερη η οικογένεια, αδέρφια / ξαδέρφια / γονείς / συμπεθέρια /κουμπάροι / τίποτις ξεχασμένοι τριτοξάδερφοι, μαζεύονταν στο πατρικό μου για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Θυμάμαι τη μάνα μου να τρέχει πέρα δώθε με τα ρόλει στα μαλλιά και μια φθαρμένη βελουτέ γκρι ρόμπα, και να συμμαζεύει τις τελευταίες λεπτομέρειες, πριν καταφτάσουν οι καλεσμένοι. Τη θυμάμαι πάντα να βάζει κι αυτή τα καλά της (κι αν προλάβαινε, λίγο κοκκινάδι στα χείλη), την ώρα που είχαν ήδη φτάσει οι πρώτοι και χτυπούσαν το κουδούνι.
Η διαρρύθμιση του σπιτιού για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, ήταν συγκεκριμένη και αυστηρή. Στο “καλό σαλόνι” (αυτό με τη συρόμενη τζαμένια πόρτα, που άνοιγε μόνο στις γιορτές “για τους ξένους”), η μαμά έστρωνε το μεγάλο τραπέζι με το καλό τραπεζομάντηλο (αυτό της προίκας της) και τοποθετούσε ευλαβικά τα καλά ποτήρια και τα καλά μαχαιροπίρουνα. Στόλιζε με πετσετάκια ό,τι μπορείς να φανταστείς -τραπεζάκια, κορνίζες, τηλεόραση, τον παππού και μας απαγόρευε την είσοδο, μέχρις η ώρα να σημάνει μία το μεσημέρι -η ώρα που άρχιζαν να καταφτάνουν οι επίτιμοι.
Στο διπλανό δωμάτιο, το καθημερινό καθιστικό, εκεί που περνούσαμε συνήθως τις περισσότερες ώρες της μέρας, κοντά στη σόμπα (μιας και το χειμώνα, το υπόλοιπο σπίτι είχε συνήθως θερμοκρασίες Σιβηρίας), έστρωνε το τραπέζι με ένα πιο απλό, αλλά πάντα προσεγμένο τραπεζομάντηλο. Αυτό ήταν το τραπέζι των παιδιών. Ό,τι υπήρχε στην οικογένεια από 2 ως 17 ετών, έτρωγε σ’ αυτό το τραπέζι. Εκεί συνήθως η μαμά άφηνε και το πιο “αρπαγμένο” κομμάτι κρέας, τις λίγο πιο… “ηλιοκαμένες” τηγανιτές πατάτες και τη σαλάτα με τις πιο άγουρες ντομάτες (ναι, μαμά, το ήξερα από τότε, μη κάνεις ότι σοκάρεσαι, θαρρείς και δεν το είχες καταλάβει!).
Σ’ αυτό το ίδιο τραπέζι, έβρισκε καταφύγιο κάθε χρόνο ο θείος Χαράλαμπος. Ο κατά δώδεκα χρόνια μικρότερος αδερφός της μάνας μου, ανύπαντρος και άτεκνος και με εξαιρετικό χιούμορ (νόμιζε!). Να ήταν που οι “μεγάλοι” δεν γελούσαν με τ’ αστεία του; Να ήταν που ένιωθε πολύ νέος για να κάθεται με τη… γερουσία; Να ήταν που ένιωθε βαρύ το βλέμμα της μάνας του κάθε φορά που άνοιγε ένα μπουκάλι κρασί ακόμη; Για όποιο λόγο κι αν ήταν, ο θείος Χαράλαμπος, πάντα καθόταν μαζί μας στο τραπέζι-των-παιδιών.
Ο θείος Χαράλαμπος, πάντα έκανε άβολες ερωτήσεις τύπου “έχεις κανένα γκομενάκι;”, στον δεκαπεντάχρονο ξάδερφο, “κανένα τσιγαράκι κάνεις στα διαλείμματα;”, στον δεκάχρονο (!!!) γιο της κουμπάρας και “αγαπάς κανένα αγοράκι;”, στην επτάχρονη αδερφή μου. Ο θείος Χαράλαμπος, έπαιρνε για πλάκα απ’ τα πιάτα μας το φαγητό μας και πάντα, μα πάντα, όταν κάποιος από εμάς έκανε κάποια ζημιά, το έπαιρνε πάνω του, λέγοντας στη μάνα μου ότι αυτός ευθύνεται, εκείνος δεν πρόσεξε, εκείνον να μαλώσει. Ο θείος Χαράλαμπος γελούσε πιο δυνατά απ’ όλους και κάπνιζε ασταμάτητα μπροστά μας, ενώ εμείς ακόμη τρώγαμε (εποχές ΠΑΣΟΚ).
Δεν είμαι σίγουρη αν πραγματικά συμπαθούσα ή όχι τον θείο Χαράλαμπο. Εξάλλου, δεν τον ήξερα και τόσο καλά. Στο σπίτι μας ερχόταν συνήθως μία φορά το χρόνο, ανήμερα των Χριστουγέννων, στο οικογενειακό τραπέζι. Μια guest εμφάνιση και μετά χανόταν. Όταν καμιά φορά ρωτούσα τη μάνα μου, μια έκανε ότι δεν άκουγε, μια τα μασούσε και άλλαζε κουβέντα… λες κι ήταν κρατικό μυστικό το πού βρισκόταν ο θείος Χαράλαμπος τον υπόλοιπο χρόνο. Με την αγαπημένη μου ξαδέρφη, είχαμε σχεδόν αποφανθεί πως ο θείος Χαράλαμπος ήταν καλικάντζαρος που ανέβαινε στη γη μόνο αυτές τις μέρες, για να πειράζει τον κόσμο (αυτό έκανε εξάλλου) και τον υπόλοιπο χρόνο τον περνούσε στα έγκατα της γης, να προσπαθεί να κόψει το δέντρο του κόσμου με κανένα πελώριο πριόνι.
Τα χρόνια πέρασαν (οι κυβερνήσεις άλλαξαν) και τα χριστουγεννιάτικα τραπέζια άρχισαν να παίρνουν διαφορετική μορφή. Οι παππούδες πέταξαν ψηλά, τα παιδιά μεγάλωσαν, άλλοι έφυγαν στο εξωτερικό κι άλλοι έκαναν δικές τους οικογένειες. Η μάνα γέρασε πια για τραπέζια-υπερπαραγωγή στο “καλό σαλόνι”. Κι ο θείος Χαράλαμπος… πόσα χρόνια αλήθεια από την τελευταία φορά που κάθισε δίπλα μου στο τραπέζι-των-παιδιών και μου έκλεβε τις τηγανιτές πατάτες; Έφυγε ξαφνικά ένα βράδυ στον ύπνο του. Τον πρόδωσε η καρδιά του και δεν ήταν ούτε εξήντα.
Δεν ξέρω αν επί της ουσίας μου έλειψε ποτέ, μιας κι είχε πάψει από χρόνια να “κάθεται με τη νεολαία” -είχαμε πάψει όλοι να ανήκουμε στην “νεολαία”. Σίγουρα όμως πού και πού περνούσε απ’ το νου μου το δυνατό του γέλιο, τα καθόλου εμπνευσμένα αστεία του και η νότα που έδινε η μορφή του στα Χριστούγεννα των παιδικών μου χρόνων.
Μου πήρε χρόνια να καταλάβω πως ο θείος Χαράλαμπος δεν ήταν ούτε ανόητος, ούτε γραφικός. Έπρεπε να μεγαλώσω αρκετά για ν’ αντιληφθώ πως ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος αγάπη, που έψαχνε έναν τρόπο να γεμίσει την ψυχή του με τη δική μας τότε παιδική αθωότητα. Λες και τη μια φορά το χρόνο που μας έβλεπε, γέμιζε τις αποσκευές του με γέλια κι αστείους παιδικούς μορφασμούς, για ν’ αντέξει τη δύσκολη καθημερινότητα των ενηλίκων όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Για ν’ αντέξει τη μοναξιά μέσα στην οποία ζούσε και που ποτέ δεν έμαθα αν την είχε επιλέξει. Έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του για να μας κάνει χαρούμενους. Κι αν δεν είναι αυτό αγάπη, τότε τι είναι;
Τα τελευταία χρόνια, τα χριστουγεννιάτικα τραπέζια γίνονται στο καθημερινό καθιστικό του πατρικού μου. Λίγοι νοματαίοι και δεν χρειαζόμαστε επισημότητες. Οι γονείς μου, η αδερφή μου με τον άντρα της κι εγώ. Χωρίς τους δωδεκαδυό συγγενείς και φίλους να τρώνε και να τσουγκρίζουν ποτήρια, χωρίς τα αμέτρητα πιτσιρίκια να περιφέρονται πέρα δώθε και να λερώνουν με σάλτσες τα καλύμματα απ’ τους καναπέδες. Χωρίς φωνές, δυνατά γέλια και φασαρία μέχρι τις μικρές ώρες.
Έτσι και φέτος… πήρα ένα κουτί μελομακάρονα με σοκολάτα, τα αγαπημένα της μαμάς μου, πήρα κι ένα λευκό κρασί, το αγαπημένο του μπαμπά μου και κίνησα για το πατρικό μου. Έτοιμη για την ανεκδιήγητη γκρίνια της μάνας μου, που τριάντα χρονών “μουλάρα”, ακόμη δεν αξιώθηκα να μάθω να φτιάχνω κανένα γλυκό και πώς θ’ ανοίξω σπίτι, έτσι ακαμάτρα που είμαι. Έτοιμη ν’ ακούσω για χιλιοστή φορά τις ιστορίες του πατέρα μου απ’ το στρατό και τον μοναδικό σωστό τρόπο για ψήσιμο του χοιρινού στο φούρνο (τον δικό του τρόπο, δηλαδή). Έτοιμη ν’ ακούσω τα πάντα, εκτός απ’ αυτό που άκουσα…
“Είμαι έγκυος! Σε δίδυμα!”, η αποκάλυψη της αδερφής μου, που επτά χρόνια παντρεμένη δεν είχε καταφέρει να βιώσει το θαύμα της μητρότητας και που τόσο το ήθελε και τόσο το περίμενε, έπεσε σαν βόμβα φωτός στο καθημερινό καθιστικό! Αγκαλιές, επιφωνήματα χαράς και φιλιά αγάπης γέμισαν το δωμάτιο. Το πιο όμορφο χριστουγεννιάτικο δώρο ever, έσκασε με θράσος στα μούτρα μας και γέμισε ευτυχία τις ψυχές μας!
“Από του χρόνου, δυο μωράκια θα μπουσουλάνε στο γιορτινό χαλί μας!” φώναξε με χαρά η μαμά μου. “Από του χρόνου, θα σας λέω ‘Καλά Χριστούγεννα’ και με τα δυο μου χέρια γεμάτα!” φώναξε ο μπαμπάς μου. Ηρεμία και χαρά επικρατούσε στο καθημερινό σαλόνι, μέχρι που ξέσπασαν όλοι σε δυνατά γέλια, όταν ενθουσιασμένη συμπλήρωσα: “Από του χρόνου, θα είμαι εγώ ο θείος Χαράλαμπος!”.
Κική Γιοβανοπούλου
