Ήταν 8 Ιουνίου 1870.
Η ώρα πλησίαζε μεσάνυχτα. Καθόμουν στην αγαπημένη μου κουνιστή πολυθρόνα, σκυμμένος πάνω στο τετράδιο όπου έγραφα το μυθιστόρημά μου, The Mystery of Edwin Drood. Το δωμάτιο βυθισμένο στη σκιά· μόνο η λάμπα δίπλα μου έριχνε ένα κιτρινωπό, κουρασμένο φως στο χαρτί. Οι λέξεις δυσκολεύονταν πια να γεννηθούν.
Όταν οι δείκτες του ρολογιού στον τοίχο έδειξαν δώδεκα, οι χτύποι του ακούστηκαν παράξενα δυνατοί. Έμοιαζαν με κάλεσμα.
Έκλεισα το τετράδιο και σηκώθηκα. Προχώρησα προς το ρολόι. Στάθηκα μπροστά του μια στιγμή και ύστερα άφησα τη ματιά μου να περιπλανηθεί στο δωμάτιο. Σκάλωσε σε μια γωνιά που έμοιαζε άδεια.
«Σε περίμενα» είπα ήρεμα.
Χαμογέλασα και άπλωσα το χέρι μου.
Το δωμάτιο χάθηκε. Ένιωσα να στροβιλίζομαι.
***
Προσγειώθηκα στο Portsmouth, στις 7 Φεβρουαρίου 1812. Παρακολούθησα τη γέννησή μου. Είδα τη μητέρα μου, τον πατέρα μου, είδα ένα βρέφος που δεν γνώριζε ακόμη πως η ζωή θα του μάθαινε νωρίς τη σκληρότητά της.
Με παρακολούθησα να μεγαλώνω και να φοιτώ σε ιδιωτικό σχολείο˙ να διαβάζω με πάθος Henry Fielding και Tobias Smollett και να ανακαλύπτω πως οι ιστορίες μπορούν να γίνουν παρηγοριά, αλλά και όπλο.
Ο κόσμος στροβιλίστηκε ξανά.
Βρέθηκα στο 1824. Είδα τον πατέρα μου να οδηγείται στη φυλακή των οφειλετών˙ κι εμένα, παιδί ακόμη, να αναγκάζομαι να δουλέψω σε εργοστάσιο βερνικιών, ανάμεσα σε σκόνη, υγρασία και ταπείνωση. Τα χέρια μου πονούσαν, μα η ψυχή μου ακόμη περισσότερο. Εκεί έμαθα τι σημαίνει κοινωνική αδικία και σιωπηλή απόγνωση.
Αργότερα ο πατέρας μου αποφυλακίστηκε. Επέστρεψα στο σχολείο για έναν χρόνο και στη συνέχεια εργάστηκα σε δικηγορικό γραφείο. Τίποτα όμως δεν έσβησε εκείνες τις εικόνες. Εκεί γεννήθηκαν όλοι οι φτωχοί και εγκαταλελειμμένοι ήρωές μου.
Ο χρόνος με πήρε και πάλι μαζί του.
Με είδα νέο άντρα να μαθαίνω στενογραφία κι έπειτα να μπαίνω στη δημοσιογραφία, ακολουθώντας το επάγγελμα του ελεύθερου ρεπόρτερ, πρώτα στα δικαστήρια, έπειτα στη Βουλή. Έγινα παρατηρητής της ανθρώπινης αθλιότητας και της εξουσίας.
Τα απογεύματα έγραφα κριτικές θεάτρου και τα βράδια μυθιστορήματα. Όταν εξαντλούμουν, βουτούσα το κεφάλι μου σε παγωμένο νερό και περπατούσα για ώρες στους δρόμους του Λονδίνου, μέσα στην ομίχλη και τη μυρωδιά του άνθρακα, εκεί που η πολυτέλεια συναντούσε την απόλυτη εξαθλίωση. Παρατηρούσα πρόσωπα. Άκουγα φωνές˙ έτσι έβρισκα την έμπνευσή μου.
Κι έπειτα είδα τη Maria Beadnell, τον πρώτο μου έρωτα˙ τη γυναίκα που δεν μου επέτρεψαν να αγαπήσω όπως ήθελα. Η απώλειά της με σημάδεψε για πάντα.
Ο χρόνος προχώρησε.
1836.
Η επιτυχία μου ήρθε απρόσμενα. Τα Sketches by Boz και τα The Pickwick Papers εκδίδονταν σε συνέχειες. Ο κόσμος με διάβαζε. Με αναγνώριζε. Έγινα ένας από τους πρώτους συγγραφείς που γνώρισαν δόξα εν ζωή.
Το τοπίο άλλαξε. Έγινα θεατής στον γάμο μου με την Catherine Hogarth. Αποκτήσαμε δέκα παιδιά. Κι όμως, όσο προχωρούσε η ζωή, έβλεπα τις δικές μου αποτυχίες˙ τις στιγμές που αδιαφόρησα, που πλήγωσα. Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος, όταν η κόρη μου, Katie, με πλησίασε και με κοίταξε στα μάτια, λες και με έβλεπε στ’ αλήθεια. Για να εξιλεωθώ, ίδρυσα το Urania Cottage για τις άτυχες γυναίκες του Λονδίνου, προσπαθώντας να τους δώσω μια δεύτερη ευκαιρία που η κοινωνία τους αρνιόταν. Αλλά η ενοχή για την ίδια μου την οικογένεια δεν έφυγε ποτέ. Η ντροπή με κατέκλυσε. Λιποθύμησα.
Όταν συνήλθα, βρήκα στα πόδια μου ακουμπισμένα δύο βιβλία:
Oliver Twist και Nicholas Nickleby.
Τα κοίταξα σαν να τα έβλεπα πρώτη φορά. Ανασηκώθηκα και άπλωσα το χέρι μου.
«Πάμε να φύγουμε» ψιθύρισα.
1842
Εδώ, μπορούσα να νιώσω και πάλι περήφανος. Διοργάνωνα εράνους, φιλανθρωπίες και δημόσιες συγκεντρώσεις. Στάθηκα ανοιχτά υπέρ των φτωχών και των καταπιεσμένων. Καταδίκασα την υποκρισία, χωρίς να υπηρετώ τους ισχυρούς. Επισκέφτηκα την Αμερική. Με υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό. Κι όμως, δεν μπορούσα να σιωπήσω μπροστά στη δουλεία και την έλλειψη δημοκρατίας. Έτσι γεννήθηκαν τα έργα μου American Notes και Martin Chuzzlewit.
Και τότε, μπροστά μου, εμφανίστηκε η χρονολογία:
1843
«Η χρονιά που έγραψα το A Christmas Carol», ψιθύρισα. Κοίταξα πλάι μου. «Η χρονιά που έγραψα για σένα».
Τα Πνεύματα των Χριστουγέννων δεν ήταν φαντάσματα. Ήταν η φωνή της συνείδησης. Ήθελα να μιλήσω για την κοινωνική αδικία, για τα παιδιά που κακοποιούνται, για τους φτωχούς που ξεχνιούνται. Ήθελα ο κόσμος να θυμηθεί τη χαρά της φιλανθρωπίας.
Και ίσως, εκείνο το βιβλίο βοήθησε την Αγγλία να θυμηθεί το νόημα των Χριστουγέννων
***
Ο χρόνος προχώρησε.
1852
Εκδόθηκε το Bleak House.
1855
Little Dorrit.
Επανενώθηκα για λίγο με τη Maria Beadnell. Ερωτεύτηκα την Ellen Ternan.
Χώρισα οριστικά από τη γυναίκα μου το 1858 και αφοσιώθηκα μόνο στη γραφή.
Για λίγη ώρα επικράτησε σιωπή. Το σκοτάδι πύκνωσε γύρω μου.
«Και τώρα;» ρώτησα τη μορφή που στεκόταν δίπλα μου. Ένα διαφορετικό Πνεύμα εμφανίστηκε. «Ήρθε η ώρα;»
«Όχι ακόμη» μου απάντησε. «Τώρα θα δεις το μέλλον».
Κράτησε το χέρι μου και με ταξίδεψε μακριά, μέσα στους αιώνες, όπου μπόρεσα να δω τις απόψεις που εξέφρασαν για μένα σημαντικές προσωπικότητες της ιστορίας και της λογοτεχνίας. Η βασίλισσα Victoria της Αγγλίας λάτρευε τα έργα μου. Ο Tolstoy επαινούσε τα μυθιστορήματά μου. Η Virginia Woolf και ο Henry James με κατέκριναν. Ο George Orwell με αναγνώρισε σαν εκφραστή της μεσαίας τάξης, ενώ ο Marx, ο Lenin, ο Chesterton και ο Tomas Alfred Jackson, προσπάθησαν να με χαρακτηρίσουν πολιτικά.
Έπειτα βρέθηκα στο 2012, σε μια σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα. Στην οθόνη ξεκινούσε το τρίτο μέρος της τριλογίας του Batman, “The dark knight rises“. Βλέποντάς την, αναγνώρισα πολλές σκηνές κι αποσπάσματα από το βιβλίο μου “A tale of two cities“, που εκδόθηκε το 1859 και διαδραματίζεται στο Παρίσι και το Λονδίνο κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Σε μια σκηνή μάλιστα ένας ηθοποιός εμφανίστηκε κρατώντας τα χέρια του ένα αντίτυπο του συγκεκριμένου βιβλίου. Χαμογέλασα.
«Τώρα μπορούμε να φύγουμε», είπα ήρεμα στη μορφή που στεκόταν δίπλα μου.
***
Γύρισα στο δωμάτιό μου. Το Πνεύμα του Παρόντος βρισκόταν μπροστά μου.
«Το αν θα είμαι ο πρωταγωνιστής της ζωής μου», ψιθύρισα χρησιμοποιώντας τη φράση από το έργο μου “David Copperfield“, που θεωρείται αυτοβιογραφικό, «ή αν αυτή τη θέση θα την πάρει κάποιος άλλος, θα φανεί στις επόμενες σελίδες…»
Δεν πρόλαβα να τις γράψω.
Στις 9 Ιουνίου 1870, άφησα την τελευταία μου πνοή από εγκεφαλικό. Το The Mystery of Edwin Drood έμεινε ανολοκλήρωτο.
Όμως τα Πνεύματα, εκείνα δεν έφυγαν ποτέ.
Γιατί κάθε Χριστούγεννα, κάποιος ακόμα με διαβάζει.
Ερωδίτη Παπαποστόλου
